Κόμποι λοιπόν. Άρα και κιλίμι. Ένα χαλί από κόμπους. Παλιότερα τα κιλίμια πρόδιδαν το εσωτερικό ταξίδι του ανθρώπου που τα είχε δημιουργήσει. Κάποιοι κόμποι ήταν πιο σφιχτοί, κάποιοι άλλοι λιγότερο. Τα κιλίμια δημιουργούνταν με ότι υλικά (κυρίως κουρέλια) περίσσευαν στο νοικοκυριό. Οι δημιουργοί τους ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες. Με κόμπους όμως φτιαχνόταν και ένα χαλί. Ίσως ένα μαγικό χαλί. Τι χρειάζεται για να απογειωθεί; Να ‘ναι φτιαγμένο από γερούς, σφιχτούς κόμπους, που τολμούν να αψηφίσουν άγριους καιρούς και ανήκουστες μέχρι στιγμής περιπέτειες. Από πυκνοϋφασμένους κόμπους. Αλήθεια πόσοι κόμποι φτιάχνουν ένα χαλί; Πόσες ιστορίες φτιάχνουν ένα χαλί; Τι είδους ιστορίες κρύβει κάθε κόμπος; [Το χαλί στα παραμύθια μεταφέρει και προστατεύει: από τη μία διάσταση στην άλλη, εσωτερική ή εξωτερική.] Στη Βαβυλωνία η αξία ενός χαλιού μετριόταν από τον αριθμό των παιδιών που είχαν τυφλωθεί δένοντας αμέτρητους κόμπους με τα δάχτυλά τους. Και τώρα ακόμα τα χαλιά φτιάχνονται συχνά από κόμπους που έχουν δέσει δάχτυλα παιδιών, μόνο που οι σύγχρονες κοινωνίες δεν επαίρονται για αυτό – γεγονός που δεν αλλάζει απαραίτητα την κοινωνική πραγματικότητα πίσω από τα εργαστήρια ύφανσης. [Ο κόμπος λοιπόν μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο – άραγε πως εξανθρωπίζεται η τέχνη; Πως γίνεται δική μας; Πως γίνεται, πιο οικείος ο κόμπος; Ή πως γίνεται να μην ‘καταναλωνόμαστε από κόμπους;]

Παράλληλα οι κόμποι αντιπροσωπεύουν ιστορίες που μας ταξιδεύουν πέρα από τα ανθρώπινα. Οι δέτες θεοί χρησιμοποιούν θηλιές και κόμπους ως όπλο. [Ο μύθος ξεπροβάλλει ανάμεσα στους κόμπους της ύφανσης.] Ινδοί, Θρακιώτες, Βαβυλώνιοι, του Νότιου Ειρηνικού: η θηλιά και ο κόμπος δε γνωρίζουν σύνορα. Στους μύθους οι θηλιές και οι κόμποι ακινητοποιούν, άρα αιχμαλωτίζουν, κρατούν – τι περίεργο όμως, η ακινησία από όπλο μαγικό γίνεται έναυσμα για προχώρημα. Ο θεός Βαρούνα είναι ο μέγιστος θεός δέτης κι εξού το όνομα – από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα ‘υέρ’, δηλαδή στα γαλλικά ‘λιέρ’, στα σανσκριτικά ‘βαρατρά’ (ιμάντας, σχοινί), στα λεττονικά ‘βέρου’ και ‘βερτ’ (πλέκω, κεντώ), στα ρωσικά ‘βερενίκα’ (δηλαδή αδιάκοπη σειρά: κι εμένα η λέξη αυτή με ταξιδεύει με τη σειρά της στην Κόμη της Βερενίκης – στο μύθο και τον αστερισμό). Στο συμβολισμό ο κόμπος ταυτίζεται συχνά με τα ‘κρατημένα’, νύχτια νερά. Δηλαδή το σπέρμα, τα νερά που εγκυμονούν, το έλος [ή οικολογικότερα… δέλτα των ποταμών] τα ανεκδήλωτα νερά, τη μη-δράση, την υπερβατικότητα. Διότι η ακινησία ισούται με το εν δυνάμει. Ο δεμένος από τους θεούς δεν σκοτώνεται, αλλά αντίθετα επιστρέφει σε μια κατάσταση πολλαπλών -ανεκδήλωτων ακόμα- πιθανοτήτων. Και μιας και μιλάμε για μύθους… Στην ελληνική μυθολογία, η Αράχνη μετατρέπεται σε έντομο, όταν τολμά να παινευτεί ότι τα υφαντά της είναι καλύτερα από της Ήρας. Όταν διεκδικεί θεϊκές ικανότητες και άρα ιδιότητες. Άρα να δένω, σημαίνει να μετέχω του θείου. Να γίνομαι εν δυνάμει θεός ή θεά. Αυτό δεν κυρήττει η θρησκεία; Αυτό δεν είναι το ζητούμενο της φώτισης; [Ο κόμπος και η ύφανση στη θρησκεία.] Μια βόλτα στο Μοναστηράκι ή στο κοντινότερο μοναστήρι θα σας πείσει – βραχιολάκια από μαύρο νήμα, δεμένο κόμπους, για να κυλούν αβίαστα οι προσευχές, για να ‘μετριέται’ η κατάνυξη, να βρίσκει το ρυθμό της η επικοινωνία με το θείο, το υπερανθρώπινο. [Εξ’ ού και το κομποσχοίνι.]

Πέραν της θρησκείας: οι Αζτέκοι μετρούσαν τα σημαντικά γεγονόταν στη ζωή τη δική τους ή της κοινότητάς τους με κόμπους. Υπήρχαν πολλοί διαφορετικοί κόμποι και κάθε ένας από αυτούς αποτύπωνε ένα γεγονός. Οι μυημένοι ‘κομπο-δημιουργούσαν’ περίπλοκα ημερολόγια, αφηγούμενοι περιστατικά και μικρές ή μεγάλες ιστορίες. Οι λιγότεροι μυημένοι αρκούνταν σε μια απλή καταμέρτηση της καθημερινότητάς τους: πότε θα μαζευτεί το καλαμπόκι, ποιος χρωστά λάδι, σε πόσες μέρες ‘μπαίνει’ το νέο φεγγάρι… Πιο πρόσφατα, στη δική μας κουλτούρα, οι κόμποι αντιπροσωπεύονται από χάντρες, δημιουργώντας ένα κομπολόι. Οι χάντρες (συνήθως από κεχριμπάρι) κυλούν, χτυπούν η μια πάνω στην άλλη, ηλεκτρίζουν.

Καμμία φορά ο μύθος μεταφέρεται στην ιστορία. Ή μήπως η ιστορία δεν είναι τίποτε παρά πάνω από ένας ρεαλιστικά αφηγημένος μύθος; [Άρα μια υποκειμενική καταγραφή ενός κατά τ’ άλλα ‘αντικειμενικού’ γεγονότος;] Υπήρξε εκείνος ο στρατηλάτης… αναφερόμαστε τόσο συχνά σε αυτόν. Τον Αλέξανδρο, γνωστό ως Σίκαντερ στα ινδικά και αραβικά. Με μία απότομη κίνηση του σπαθιού του, έκοψε μεμιάς έναν περίπλοκο κόμπο. Γόρδιο Δεσμό τον ονόμαζαν. Κι όμως για εκείνον τον κόμπο, το δεσμό, ταξίδευαν άνθρωποι από όλες τις πλευρές του κόσμου. Να τον μελετήσουν και να (ανα)μετρηθούν μαζί του – θα τον λύσουν ή θα επιστρέψουν στον τόπο τους άπραγοι; Ο γόρδιος δεσμός αποτελούσε μια τελετή ενηλικίωσης, μύησης, εισδοχής σε μία νέα κατάσταση. Ο στρατηλάτης δεν κατάλαβε την πρόκληση, το αίνιγμα. Ή κι αν την κατάλαβε, τη φοβήθηκε. Ο φόβος δεν είναι καλός σύμμαχος. Και πίσω από το φόβο κρύβεται συχνά κι ένα σπαθί. [Ή έτσι ‘διαβάζεται’ ο μύθος, η ιστορία: μια αλληλουχία κόμπων, φόβων και σπαθιών. Εάν μπορούσαμε όμως να αφηγηθούμε την ιστορία διαφορετικά;] Όμως, τι είδους αινίγματα αντιπροσωπεύουν οι φαντασιακές μας κοινότητες; Κι αν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες δεν είμαστε παρά το γέννημα μίας σειράς κόμπων, μίας σειράς αινιγμάτων, μίας σειράς μύθων, τι σημαίνει αυτό για τις ζωές μας; Για τις κοινότητες που δημιουργούμε; Δεν μπορώ να αποφύγω τη σκέψη που ακολουθεί: το να λύσεις είναι το σημαντικό. Όχι το να κόψεις, να ξεμπερδεύεις, να ξεπετάξεις.

Τι είδους αινίγματα κρύβουν οι κόμποι; Πως μπορείς να ξεμπερδέψεις ένα κουβάρι μαλλί; Απαιτούνται δεξιότητες. Με έναν κόμπο μπορείς να ορίσεις τη ροή (άρα και τις ‘στάσεις’), να κουβαλήσεις, να συγκρατήσεις, να σώσεις (αχ, αυτή η ορειβατική καντηλίτσα!), να δημιουργήσεις. Με έναν κόμπο μπορεί να μπλοκάρεις για τα καλά, ακόμα και να σκοτώσεις (εάν έχετε παρακολουθήσει γουέστερν στην τηλεόραση, θα ξέρετε τι εννοώ). Οι ομάδες παρουσιάζουν τόσο κόμπους, όσο και αινίγματα. Αν ο δεσμός κοπεί με το σπαθί, η ομάδα ίσως θα προχωρήσει, αλλά θα έχει χάσει παράλληλα και μια ευκαιρία για εμβάθυνση. Αν ο δεσμός αξιοποιηθεί, η ομάδα θα έχει γίνει σοφότερη κατά τη διαδρομή της. Δύσκολο όμως να αγαπήσεις έναν κόμπο. Τα δάχτυλα τρέχουν. Θέλουν να τελειώνουν. Να προχωρήσουν στην επόμενη στιγμή, στην επόμενη ευκαιρία. Πως μπορεί κανείς λοιπόν να αντισταθεί στην ανάγκη για ταχύτητα, για αβίαστη ροή; Πως μπορεί να μάθει να δέχεται τους κάθε λογής κόμπους ως ανέλπιστα δώρα; [Εδώ ειπεισέρχονται οι δεξιότητες της εμψύχωσης, η αυτογνωσία και φυσικά… η ανάγκη για υπομονή.]

Κι επειδή πριν λίγο μόλις ‘αγγίξαμε’ τα… οικολογικά (με μια μικρή νύξη για τα δέλτα των ποταμών – υγροβιότοπους που προστατεύονται ή οφείλουν να προστατεύονται όσο καλύτερα γίνεται, γιατί τα νερά τους εγκυμονούν τη ζωή, την πιθανότητα για ζωή) και τα αφήσαμε ανεκμετάλλευτα: τα υφαντά φτιάχνονταν με ό,τι υπήρχε στο νοικοκυριό. Κουρέλια, σχοινιά, κορδέλες, ψαθιά, νήματα, παλιά ρούχα, χαρτί, ακόμα και πιο πρόσφατα με λουρίδες από πλαστικές σακκούλες. Τα κιλίμια αποτελούσαν την προσωπική αποτύπωση της ζωής της υφάντρας, του υφαντή. Με τι είδους νήματα θα έφτιαχνε κανείς το προσωπικό του κιλίμι; Το προσωπικό του υφαντό; Με ό,τι έχει. Άρα με όλα τα κομμάτια του εαυτού; Με όλες τις ιστορίες που τον/ την νανούρισαν, τον/ την έθρεψαν, τον/την έφεραν μέχρι αυτή τη στιγμή που στεκόμαστε και διαβάζουμε, μιλάμε, επικοινωνούμε; Και πως φτιάχνει μια ομάδα με όλα τα κομμάτια της ένα αντιπροσωπευτικό υφαντό; Ένα χαλί με κάθε λογιών κόμπους; Δίχως να αφήσει καμμιά προσωπική ανάγκη, κανένα διαφορετικό τρόπο έκφρασης στην άκρη; [Η ύφανση και οι κόμποι ως τμήματα του εαυτού ή ως έμπρακτη έκφραση της διαφορετικότητας και της δημιουργικότητας που αυτή γεννά.]

Ακόμα και τα σώματά μας κρύβουν τους κόμπους τους. Λέμε: “δέθηκε το στομάχι μου κόμπος”, “του στάθηκε ένας κόμπος στο λαιμό”, “αν συνεχίσεις θα σε δέσω κόμπο/ φιόγκο”. Ο κόμπος στο στομάχι, δε λύνεται με σπαθί, ούτε μπορείς να τον αγνοήσεις. Καλείσαι λοιπόν να τον εξερευνήσεις, ίσως να γίνεις ένα με τον κόμπο, να γίνεις ο ίδιος ο κόμπος, αναζητώντας στην υφή του μιαν απάντηση που δεν θα κάνει απαραίτητα τη ζωή ευκολότερη, αλλά περιεκτικότερη, πλούσια, μια ζωή που να αξίζει να τη ζεις. Αλλά και η γλώσσα παίζει τα δικά της παιχνίδια. [Η… γλωσσική έκφραση της κομπολογίας, της ύφανσης.] Λέμε: “το πας σχοινί-κορδόνι”, “κοπελιές και παλικάρια γίνανε μαλλιά-κουβάρια”, “το έχεις παρατραβήξει το σχοινί”, “το πλοίο κινείται με 11 κόμβους την ώρα”, “βρισκόμαστε πλέον σε κομβικό σημείο”. Γράφει ο Γρυπάρης «με κόμπο δροσιάς στην καρδιά». Επίσης, αν δυσκολεύομαι ‘κομπιάζω’ (συναντώ ‘κόμπους’ στο δρόμο μου), κάποιος που είναι αλλαζόνας ‘κομπάζει’ (δημιουργεί… ‘κόμπους’ στην επικοινωνία του με τους άλλους), κάποια που μαζεύει χρήματα αποκτά ‘κομπόδεμα’, αν καυχιέσαι τότε σίγουρα γίνεσαι ‘κομπορρήμων’. Τα δέντρα που ‘κομπιάζουν’… ανθίζουν.

Είναι άραγε ο κόμπος και η δυσκολία του, δώρο ή κατάρα; Ανθός ή εμπόδιο; Και τι συνιστά το δώρο ή τον ανθό; Την κατάρα ή το εμπόδιο;

Πηγές του κειμένου: Atwood M., Campbell J., Chandra V., Mirsea E., Gersie A., King N., von Franz M.-L.

Advertisements