Θα ήθελα εδώ να γράψω λίγα λόγια για την εμψύχωση. Η εμψύχωση είναι παιδί των εκτεταμμένων κοινωνικών αλλαγών της μεταπολεμικής περιόδου στη Δυτική Ευρώπη (αναφερόμαστε στην περίοδο που ακολούθησε το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), καθώς παρατηρούνταν ένα αυξημένο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και γίνονταν αντιληπτές οι ανάγκες για:

  • πλαίσια ενσωμάτωσης των αγροτικών πληθυσμών με έμφαση στους νέους στις πόλεις,

  • δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, όπου το δημιουργικό θα συνυπήρχε με το κοινωνικό,

  • ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων σε κοινωνικές δομές ταχύτατα μεταβαλλόμενες,

  • συμπληρωματικές δράσεις ως προς τη δημόσια εκπαίδευση,

  • πρόληψη/αντιμετώπιση εκτεταμμένων φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού (φτώχεια, άστεγοι, μετανάστευση κοκ).

 

Από τους κορυφαίους εκφραστές αυτής της κατεύθυνσης στην εφαρμογή κοινωνικών παρεμβάσεων μέσω της τέχνης κατά τις δεκαετίες του 1960-70 αποτέλεσε ο Paulo Freire. Ο τελευταίος έδωσε έμφαση στην ανάγκη για:

  • διάλογο υπό τη μορφή μιας συνεργάτικης δράσης η οποία ενσωματώνει το σεβασμό,

  • συνύπαρξη, όπου διαφορετικοί άνθρωποι συνδημιουργούν ο ένας με τον άλλο και όχι για τον άλλο,

  • η κοινή δράση προϋπέθετε την ανάπτυξη κοινωνικής συνειδητότητας, όπου η τελευταία αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη των κοινοτήτων και άρα του κοινωνικού κεφαλαίου,

  • κατάργηση των διαχωρισμών που αναπαράγουν εξουσία, όπως αυτών του εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενου, αφού κατά την εμψυχωτική διεργασία οι ρόλοι είναι ρευστοί και όλοι/ες εμπεριέχουν εν δυνάμει κάθε ρόλο,

  • σύνδεση του βιώματος με κάθε διεργασία εκπαίδευσης/ενδυνάμωσης.

 

Μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες της περιόδου εκείνης ξεπήδησε λοιπόν η εμψύχωση (όπως και η εργασία εκτός δομής – outreach work), στην οποία κεντρικό ρόλο παίζει το βίωμα και η μάθηση μέσα από αυτό. Κατά μία έννοια, εμψυχώνω σημαίνει ‘δίνω ψυχή’. Ή μάλλον επειδή η ψυχή προϋπάρχει, εμψυχώνω σημαίνει ότι δίνω κίνηση στην ψυχή, χώρο να εκφραστεί, να ‘παίξει’. Το παιχνίδι στους αρχαίους χρόνους θεωρούνταν έκφραση της θεϊκής υπόστασης στον άνθρωπο. Τώρα περιορίζεται εντός μιας παιδικότητας υποτιμημένης. Επιβιώνει όμως και στην τέχνη, αφού τέχνη σημαίνει να παίζεις, να πειραματίζεσαι με χρώματα, ήχους, κίνηση, ρυθμούς, λέξεις -συνθέτοντας το παράδοξο, το διαφορετικό, το συμβατό, αλλά και το ασύμβατο. Εκφράζεις αυτό που όλοι γνωρίζουν, αλλά και ό,τι δε χωρά σε λέξεις, ήχους, εικόνες. Δημιουργείς, αλλά και αποδομείς σε χίλια-δυό κομμάτια. Άρα, παίζοντας, δημιουργώντας, ανακαλύπτεις το βαθύτερο εαυτό σου. Δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Τώρα αυτό, αύριο εκείνο, σε μια συνεχή ροή, ένα φίδι που αλλάζει πουκάμισα με τους καιρούς και τα χρόνια και τα λεπτά και τις ορέξεις του. Όπως ο καιρός ή τα πρόσωπα κάποιων ανθρώπων που μπορούν να γελούν και να κλαίνε μαζί, γιατί έτσι αναγνωρίζεται η ίδια η ζωή.

Υπό την έννοια αυτή, μία ομάδα συμβουλευτικής ή σχεδιασμού κοινωνικών παρεμβάσεων που ενσωματώνει προσεγγίσεις εμψύχωσης, όποια και αν είναι τα καλλιτεχνικά μέσα, που απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν γνωρίσει χρόνιο κοινωνικό αποκλεισμό (αλλά και όχι μόνο), ‘σπρώχνει’ του συμμετέχοντες και στις συμμετέχουσες να αναγνωρίσουν τις πολλαπλές τους ταυτότητες αναζητώντας, πέρα από την επεξεργασία των διαφορετικών βιωμάτων, κοινά σημεία συνάντησης ο ένας με τον άλλο. Ούτως ή άλλως, η εμψύχωση ενσωματώνει αρχές της συμβουλευτικής-υποστήριξης ομάδων, τη μέθοδο πρότζεκτ και την καταγραφή, την αναγνώριση των βιωμάτων όλων των μελών μιας ομάδας, μέσα από τη χρήση καλλιτεχνικών-δημιουργικών μέσων, επιδιώκοντας να φέρει σε συνδιαλλαγή τα μέλη της ομάδας τόσο με τον εαυτό τους, όσο και με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η εμψύχωση άρα, επιδιώκει και υποστηρίζει την επικοινωνία σε πλαίσιο σύνθεσης, αποτελώντας μια έμπρακτη μορφή κοινωνικής παρέμβασης. Παράλληλα αναγνωρίζει τη συμπλοκότητα των ατομικών/συλλογικών ταυτοτήτων, ενδυναμώνοντάς τις και φέροντάς τις σε συνδιαλλαγή.

Η εμψύχωση ως διεργασία προϋποθέτει συγκεκριμένες δεξιότητες: της ιχνηλασίας, της αποδόμησης, της σύνθεσης, του αυτοσαρκασμού, της ενσωμάτωσης. Επιδιώκει να μεταφέρει τις δεξιότητες αυτές στους ανθρώπους που εμπλέκει/εμπλέκονται. Επειδή οι ίδιες δεξιότητες είναι απαραίτητες σε κάθε συνθήκη ένταξης, υποστήριξης ή ενδυνάμωσης, ειδικότερα αν αυτή περιστρέφεται γύρω από το σεβασμό των διαφορετικοτήτων.

Και σε ό,τι αφορά την τέχνη: λέγεται, πως κάθε φορά που ζωγραφίζουμε, αφήνοντας τον εαυτό μας να βυθιστεί σε αυτό που συμβαίνει, τα εγκεφαλικά μας κύματα προσομοιάζουν εκείνων του διαλογισμού. Άρα το γινόμενο εντυπώνεται βαθιά. Παράλληλα, το ίδιο το σώμα μας είναι δονήσεις, κίνηση. Διόλου παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι αποτελούμαστε κατά 80% από νερό. Στις εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις αναφέρεται ότι προτού καν παρουσιαστεί ένα σύμπτωμα στο σώμα (ως πονοκέφαλος, μόνιμη ενόχληση, α-σθένεια που απειλεί όργανα και λειτουργίες), παρατηρούνται αλλαγές στις δονήσεις των οργάνων, του σώματος στο σύνολό του. Κάτι ξεκουρδίζεται δηλαδή. Άρα η ζωγραφική έρχεται να συντονίσει, να θεραπεύσει, να επαναφέρει ένα σύστημα (στην περίπτωση αυτή το κοινωνικό) σε αρμονία.

Όσο για τις αφηγήσεις, τις ιστορίες, τους μύθους, κάθε σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία αναφέρεται στις ατομικές και συλλογικές ταυτότητες ως το αποτέλεσμα εσωτερικευμένων αφηγημάτων που μεταλλάσσονται στο χώρο και το χρόνο. Εάν ο άνθρωπος ή η ομάδα ζει, τότε προχωρά, ανασαίνει. Αν όχι, μας φονεύουν (συμβολικά, αλλά και κυριολεκτικά) τα ίδια μας τα δημιουργήματα, οι ταυτότητες που επινοήσαμε για τον εαυτό μας, το Εγώ. Η ελαστικότητα και η πολυμορφία αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά ενός ζώντος οργανισμού, ανθρώπου, ομάδας, φυσικού φαινομένου. Παράλληλα, τα χρώματα έχουν ήχο, αλλά και οι ήχοι έχουν χρώμα. Δύσκολο να ξεχωρίσεις τη μία μέθοδο από την άλλη. Όλες μαζί αλληλοσυμπληρώνονται. Όπως αλληλοσυμπληρώνεται η εσωτερική με την εξωτερική μας φύση. Το παραμύθι, ο μύθος, το θέατρο αποτελούν ένα κατεξοχήν όχημα ενδυνάμωσης. Λειτουργούν ολογραμματικά. Φέρνουν στο προσκήνιο το μυθικό εαυτό μας που επιδιώκει να εκφραστεί. Το ίδιο το σύμπαν μας απευθύνεται μέσα από ιστορίες με μάγισσες, τέρατα και άλλα ανομολόγητα. Εκεί βρίσκεται ο κοινός παρονομαστής ανάμεσα στις παραδόσεις του κόσμου. Τις δικές μας και των Άλλων.

Τέλος, η φωτογραφία έρχεται να απεικονίσει, να ονοματίσει την πραγματικότητα όπως συμβαίνει, άρα να την καταστήσει ορατή. Χάριν αυτής της ορατότητας, που δεν αφορά πάντα το χειροπιαστό, αλλά και την ανάγνωση του ονειρικού στην καθημερινότητα, μπορούμε να οργανώσουμε τη ζωή μας διαφορετικά, να την επικοινωνήσουμε στη ματιά των Άλλων (όποιοι και αν είναι αυτοί κάθε φορά), να την μοιραστούμε, να την καταγράψουμε.

Η τέχνη χωρά κάθε συναίσθημα: τον πόνο και τη χαρά, την αγάπη, μα και τη λύπη, το θυμό, το μίσος, τη στοργή, τη ζήλεια, την ελπίδα. Κάθε ένα έχει το χώρο του. Επιτρέπει στη μαγεία του συμβολισμού να αναδυθεί, δίνοντας έκφραση στον εσώτερο εαυτό και τον τρόπο που αυτός εκφράζει τις κοινωνικές διεργασίες του εκάστοτε πεδίου. Κάθε φορά που χρησιμοποιούμε χρώματα, καθιστούμε τα συναισθήματά μας ορατά (και άρα κατά συνέπεια τις βαθύτερες αντιλήψεις μας για τη ζωή). Η ίδια η ροή του χρώματος και η άμεση χρήση των χεριών κατά τη διαδικασία της ζωγραφικής ‘υποχρεώνουν’ τη λογική να μείνει στην άκρη, επιτρέποντας την ανάδυση μιας εσωτερικής ανοιχτότητας που είναι σε θέση να διαπραγματευτεί νέες ιδέες, να επανεξετάσει αγκυλωμένες αντιλήψεις, να συνδιαλλαγεί. Παρομοίως, η θέαση της τέχνης, για παράδειγμα της φωτογραφίας ανακινεί συναισθήματα και κατά προέκταση ιδέες, αισθήσεις, απόψεις. Είτε πρόκειται για εικόνες που έχει δημιουργήσει το εκάστοτε υποκείμενο, είτε για εικόνες που συλλέχθησαν, ένας διάλογος προκύπτει ανάμεσα στο υποκείμενο και τις εικόνες του, ο οποίος δρα θεραπευτικά, υποστηρίζοντας την αφήγηση ιστοριών που βιώθηκαν με ένταση στο παρελθόν, τη διαπραγμάτευση του εαυτού με το χρόνο και ιδιαίτερα το μέλλον. Όσο για το θέατρο, αναφέρουν οι Yuval Davis και Καπτανή: «Σύμφωνα με τους Brecht (1965), Boal (1968) και Brook (1968), το θέατρο ‘εκθέτει’, αναδύει συγκρούσεις και αντιφάσεις οι οποίες οδηγούν στη αναγνώριση και την ανάλυση που με τη σειρά τους φέρνουν την κατανόηση. Σύμφωνα με τον Landy (1991), υπάρχει το θεατρικό παράδοξο του δραματικού χαρακτήρα όπου ταυτόχρονα είσαι και δεν είσαι μέσα στον ρόλο, είσαι σε δυο πραγματικότητες του εμένα και του Όχι Εμένα/Άλλου.» Το θέατρο μπορεί να καταστήσει το/τη θεατή σε πρωταγωνιστή/ρια μιας ιστορίας (Θέατρο Φόρουμ), επιτρέπει στα μέλη μιας ομάδας να εφράσουν έννοιες όπως αυτή του κοινωνικού αποκλεισμού με τα σώματά τους (Θέατρο των Απεικονίσεων) ή επιδιώκει την αφηγηματική δράση με στόχο την εμψύχωση όσων συμμετέχουν (Playback Theatre). Εν τέλει, οι διαφορετικές μορφές τέχνης επιτρέπουν την επεξεργασία προσωπικών βιωμάτων δίχως να απογυμνώνουν τη σχέση τους με τα πολλαπλά κοινωνικά πλαίσια. Εξάλλου, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, συχνά η ίδια προσωπικότητα αποτελεί έκφραση κοινωνικών πρακτικών.

 

 

Πηγές:

  • Allen B. Pat (1995) ART IS A WAY OF KNOWING: A GUIDE TO SELF-KNOWLEDGE & SPIRITUAL FULFILLMENT THROUGH CREATIVITY, Shambhala Publications, Boston, USA.
  • Andersen Lee, Boud David & Cohen Ruth (2000) EXPERIENCE BASED LEARNING – CONTEMPORARY ISSUES στο έργο του Foley, G. (Ed.) UNDERSTANDING ADULT EDUCATION & TRAINING, Allen & Unwin, Sydney.
  • Anderson Benedict (1997) ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα.
  • Boal Augusto (1979) THEATRE OF THE OPPRESSED, Pluto Press, London, UK.
  • Connell R. (1987) GENDER AND POWER, Polity Press, Cambridge, UK.
  • Eliade Mircea (1952) IMAGES ET SYMBOLES, Gallimard, Paris.

  • Fegan Τony, Gregory, Sean & Ledgard Anna (eds.) (2003) THE ART OF THE ANIMATEUR – AN INVESTIGATION INTO THE SKILLS & INSIGHTS REQUIRED OF ARTISTS TO WORK EFFECTIVELY IN SCHOOLS & COMMUNITIES, Animarts in partnership with the Guildhall School of Music & Drama and LIFT, London, UK.
  • Freire Paulo (1996) PEDAGOGY OF THE OPPRESSED, Penguin Books, London, UK.

  • Gersie Alida (2007) REFLECTIONS ON THERAPEUTIC STORYMAKING – THE USE OF STORIES IN GROUPS, Jessica Kingsley Publishers, London, UK.

  • Jennings Sue (1998) INTRODUCTION TO DRAMA THERAPY: THEATRE & HEALING – ARIADNE’S BALL OF THREAD, Jessica Kingsley Publischers, London, UK.

  • Kaptani Erene & Yuval-Davis Nira (2008) IDENTITY PERFORMANCE & SOCIAL ACTION: PARTICIPATORY THEATRE AMONGST REFUGEES, Economic & Social Research Counsil, The Open University, UK.

  • Kaptani, E. and Yuval-Davis, N. (2008) DOING EMBODIED RESEARCH: PARTICIPATORY THEATRE AS A SOCIOLOGICAL RESEARCH TOOL, Qualitative Researcher.

  • Kaptani E. and Yuval-Davis, N. (2008) PARTICIPATORY THEATRE AS A RESEARCH METHODOLOGY, Research On Line.

  • Lygdopoulou Tina & Vassiliou Anni (2005) IT TAKES TWO: GLIMPSES OF THE CREATIVE YOUTH WORKSHOP IN THRACE, Annual Review of Critical Psychology 4/ Feminisms and Activisms, Discourse Unit, Department of Psychology and Speech Pathology, Manchester University.

  • Samuels Michael & Lane Rockwood Mary (1998) CREATIVE HEALING – HOW TO HEAL YOURSELF BY TAPPING YOUR HIDDEN CREATIVITY, Harper San Francisco, USA.

Advertisement