Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί τμήμα ενός κειμένου της Άλκης Κυριακίδου-Νέστωρος με τίτλο Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Mètis. Anthropologie des mondes grecs anciens. Volume 2, n°1, 1987. pp. 177-188). Ολόκληρο το κείμενο θα το βρείτε εδώ: http://www.persee.fr/web/revues/home/prescript/article/metis_1105-2201_1987_num_2_1_88

Ο χρόνος της προφορικής ιστορίας είναι ο χρόνος της μνήμης. Αυτό, πιστεύω, είναι το χαρακτηριστικό της γνώρισμα που τη διαφοροποιεί από την Ιστορία (με την οποία έχουν κοινό προσανατολισμό: το παρελθόν) και από την Εθνογραφία (με την οποία έχουν κοινή τεχνική: την επιτόπια έρευνα).

[…]

Η προφορική ιστορία είναι πρώτα απ’ όλα μια τεχνική: η τεχνική της συνέντευξης. Παίρνουν μέρος δύο άνθρωποι: ο ερωτών και ο ερωτώμενος, ο πληροφορητής. Από την προσωπική σχέση που θα δημιουργηθεί ανάμεσά τους εξαρτάται η ποιότητα του προϊόντος της συνέντευξης, πού είναι η προφορική αφήγηση.

Αυτό είναι το δεύτερο χαρακτηριστικό της προφορικής ιστορίας: ότι δημιουργεί τα δεδομένα της, δεν τα εκμεταλλεύεται απλώς, όπως κάνει λ.χ. η ιστορία με το αρχειακό της υλικό. Η προφορική αφήγηση πού καταγράφεται -σήμερα πια- στο μαγνητόφωνο είναι ένα καινούργιο δεδομένο, το όποιο δημιουργεί ο ερωτώμενος μέ την παρακίνηση του ερωτώντος, του ερευνητή. Η ποιότητα, τώρα, του δεδομένου αυτού, δηλαδή της προφορικής αφήγησης (επιμένω στον όρο αφήγηση – δεν την ονομάζω απλώς προφορική μαρτυρία και θα εξηγήσω το λόγο) – η ποιότητα, λοιπόν, της προφορικής αφήγησης εξαρτάται από τις ικανότητες και τον χαρακτήρα τόσο του πληροφορητή όσο και του ερευνητή. Υπάρχουν καλοί και κακοί και στις δύο όχθες, αλλά εκείνο που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι, βέβαια, ο χαρακτήρας και οι ικανότητες του πληροφορητή. Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, εξαρτάται από τη σχέση που θα δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο. Αυτό είναι η απαράγραπτη συνθήκη κάθε συνέντευξης, η οποία (όπως οι συνεντεύξεις της προφορικής ιστορίας) προορίζεται γιά ποιοτική – και όχι ποσοτική – ανάλυση των στοιχείων της [F. Raphaël, «Le travail de la mémoire et les limites de l’histoire orale» στo αφιέρω μα Annales ESC’ (35 , jan.-févr. 1980) με τίτλο Archives orales: Une autre histoire?, των σελ. 128-9. Βλ. επίσης στό ίδιο αφιέρωμα το άρθρο των D. Aron-Schnapper-D. Hanet, «D’Hérodote au magnétophone: sources orales et archives orales», σελ. 192.].

Γιατί τώρα επιμένω στον όρο «προφορική αφήγηση». Γιατί η αφήγηση είναι αυτή που προβιβάζει την προφορική ιστορία από απλή τεχνική σε επιστημονική μέθοδο. Ο ιστορικός της προφορικής ιστορίας δεν έχει ως στόχο του να συγκεντρώσει προφορικές μαρτυρίες για συγκεκριμένα γεγονότα, τις όποιες θα χρησιμοποιήσει συμπληρωματικά, εκεί όπου οι γραπτές πηγές δεν επαρκούν, για να ανακαλύψει την ιστορική «αλήθεια».

Αυτό που επιδιώκει δεν έχει σχέση με την αντικειμενική «αλήθεια», αλλά με το υποκειμενικό «βίωμα» του γεγονότος. Δεν την ενδιαφέρει «τι ακριβώς έγινε» (wie es geschehen ist), αλλά «πως το έζησαν» οι συγκεκριμένοι άνθρωποι. Την ενδιαφέρει η εμπειρία. Δεν σταματά όμως εκεί. Μέσα από την αφήγηση της εμπειρίας επιδιώκει να φτάσει στη λογική που διέπει τον αφηγηματικό λόγο του πληροφορητή και πού είναι η λογική της ζωής του. Για να την αποκαλύψει, χρειάζεται ν’ αναλύσει το αφηγηματικό κείμενο. Πώς θα το αναλύσει; Εδώ ακριβώς βρίσκεται η επιστημονική διάσταση της προφορικής ιστορίας -όπως, άλλωστε, και της «άλλης», της «επίσημης» ιστορίας: στην ανάλυση και την κριτική του πρωτογενούς υλικού [στο αφιέρωμα των Annales, όπ.π., σελ. 138, ο Raphaël διατυπώνει ως εξής τον σκοπό της προφορικής ιστορίας: «… le but que nous assignons à l’histoire orale est de nous permettre, à partir de l’analyse des témoignages, de retrouver «la logique-en-acte d’un style de vie»] . ‘Αλλά το υλικό αυτό είναι διαφορετικό στις δύο περιπτώσεις και αυτό είναι που απομακρύνει τις δύο μεθόδους και τις διαφοροποιεί.

Τα ντοκουμέντα της «επίσημης», ας την πούμε έτσι, ιστορίας, της λεγόμενης «ιστορίας των γεγονότων», καταγράφουν ένα συγκεκριμένο γεγονός που συμβαίνει σε μιά συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Ο ιστορικός εκτιμά την αξία αυτής της γραπτής μαρτυρίας και την τοποθετεί, ανάλογα, στη χρονολογική και τη λογική ακολουθία της δικής του ιστορικής αφήγησης. Η αφήγηση είναι, στην περίπτωση αυτή, το τελικό προϊόν.

Στην προφορική ιστορία, αντίθετα, η προφορική αφήγηση είναι το πρωτογενές υλικό του ιστορικού. Πώς θα την εκτιμήσει; Δεν είναι λίγοι αυτοί που την απορρίπτουν ασυζητητί: «φληναφήματα γερόντων», λένε. Υπάρχουν και τέτοια ασφαλώς. Είναι, απλώς, κακό υλικό. Συνήθως όμως οι αντιρρήσεις των ιστορικών για την προφορική ιστορία δεν διατυ πώνονται μ’ αυτόν τον απόλυτο τρόπο, αλλά πολύ πιο διακριτικά. Άλλωστε δύσκολο να τα βάλει κανείς με τη μόδα. Και το ενδιαφέρον του κοινού για τις αφηγήσεις της προφορικής ιστορίας είναι πολύ έντονο – ιδιαίτερα ύστερ’ από την επιτυχία πού είχαν οι περίφημες Ρίζες, δηλαδή η πορεία προς την αναζήτηση της αφρικάνικης καταγωγής ενός σύγχρονου μαύρου Αμερικανού [Paul Thompson, The Voice of the Past. Oral History, Oxford University Press, 1978, σελ. 21 κ.έ.] . Για τα ελληνικά πράγματα, ας θυμηθούμε την τρίτομη έκδοση Κοινός Λόγος της Έλλης Παπαδημητρίου [Έλλη Παπαδημητρίου, Ο κοινός λόγος. Αφηγήματα, τόμ. 1-3, Αθήνα, 1975, 1984] . Η γοητεία του ν’ ακούς τις ιστορίες των απλών ανθρώπων «με τα δικά τους λόγια» είναι μεγάλη. Άλλωστε, όπως μας δίδαξε ο ρομαντισμός, λαϊκός λόγος = αληθινός λόγος [βλ. την Εισαγωγή του Γιάννη Βλαχογιάννη στά Απομνημονεύματα του Στρατη γού Μακρυγιάννη (‘Αθήνα, 1907), σελ. 72: «Τότε ηδύνατο τις να καλέσει εις ομιλίαν τον τυχόντα διαβάτην οιουδήποτε χωρίου ή κωμοπόλεως και ν’ ακούσει παρ’ αυτού λόγους αθανάτους. Τότε ηδύνατο να ειπεί εις τίνα οιονδήποτε χωρικόν ‘ψάλε’ και να ενωτισθεί αθανάτων ποιημάτων. Ηδύνατο να ειπεί ‘γράψε’ και να γίνει αίτιος της δημιουρ γίας αθανάτου καλλιτεχνήματος»] .

Οι αντιρρήσεις ή, καλύτερα, οι επιφυλάξεις των ιστορικών για τις αφηγήσεις της προφορικής ιστορίας είναι ότι μ’ αυτές δεν βρισκόμαστε μπροστά στην ίδια την εμπειρία, δηλαδή μπροστά σε μιαν απίστευτη, άμεση ιστορία. Δεν αντικρύζουμε, μέσα από την προφορική αφήγηση, το βίωμα σε όλη του τη διαύγεια [αφιέρωμα τών Annales, δπ.π., σελ. 125.]. Η προφορική αφήγηση, λένε οι ιστορικοί, είναι κι αυτή μια «κατασκευή» – κατασκευή της μνήμης. Η αφήγηση ενός γεγονότος που ανήκει στο παρελθόν δεν είναι το βίωμα του γεγονότος. Το παρελθόν συγκροτείται άμεσα και αναπόφευκτα από τον αφηγητή, σε όποιο κοινωνικό περιβάλλον και αν ανήκει. Και το τι ξεχνάει στην αφήγηση είναι εξίσου σημαντικό μ’ αυτό που θυμάται [όπ.π., σελ. 131 ].

[…]

Ο Olafson υποστηρίζει ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και η ιστορία διέπονται από την αφηγηματική τάξη – γιατί αυτή παρακολουθεί την ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στο χρόνο. Στη λογοτεχνία, την ιστορία και τις επιστήμες του ανθρώπου, γενικότερα, η περιγραφή δεν γίνεται με τον τρόπο των φυσικών επιστημών, όπου το αντικείμενο χωρίζεται εκ των πραγμάτων από το υποκείμενο και όπου κυριαρχεί μια αποσπασματική λογική που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της έρευνας. Στις επιστήμες του ανθρώπου η περιγραφή γίνεται με τον αφηγηματικό τρόπο, ο οποίος οργανώνει έτσι τα πράγματα, ώστε τα «υποκειμενικά» – υποτίθεται – στοιχεία να ενσωματώνονται στα – υποτίθεται – «αντικειμενικά», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ανατρέπεται η διάκριση ανάμεσα σε ψευδή και αληθή περιγραφή. Η διάκριση παραμένει. Τα κριτήρια έχουν μεταβληθεί: είναι κριτήρια εσωτερικά της αφηγηματικής τάξης [Frederick A. Olafson, The Dialectic ofAction. A Philosophical Interprétation of History and the Humanities, Chicago University Press, 1979, σελ. 36-37].

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της θεωρίας πού χρησιμοποιεί ο Olafson – και η οποία είναι, στη βάση της, στρουκτουραλιστική – είναι ότι παραδέχεται τη θεμελιώδη σύνδεση ανάμεσα στη δομή της ανθρώπινης συνείδησης και την αφηγηματική τάξη της λογοτεχνίας. Η σύνδεση αυτή επηρεάζει βαθύτατα την έννοια του χρόνου και την έννοια του εαυτού, όπως εμφανίζονται μέσα στην αφήγηση [όπ.π., σελ. 49 ].

Μας ενδιαφέρει η έννοια του χρόνου. Δεν πρόκειται για χρόνο ευθύγραμμο, σαν αυτόν που υπονοεί η φράση: «στό πέρασμα του χρόνου», όπου το μέλλον γίνεται παρόν και το παρόν παρελθόν, συνέχεια. Πρόκειται για ένα χρόνο που συστρέφεται συνεχώς (όπως το φίδι-χρόνος στις παραστάσεις της μεταγενέστερης αρχαιότητας): προστρέχει στο μέλλον, ανατρέχει στο παρελθόν και καθορίζεται από το παρόν. Είναι ένας χρόνος που συνθέτει όλες τις φορές, τις κινήσεις. Και αυτού του είδους ο χρόνος δεν χαρακτηρίζει μόνον τη λογοτεχνική αφήγηση· δεν είναι, δηλαδή, χρόνος «πλασματικός» (fictional). Είναι ο βιωμένος χρόνος του κάθε ανθρώπου. Αυτός ο συνεστραμμένος χρόνος συνιστά την εσωτερική συνέχεια της ανθρώπινης ζωής – την ιστορικότητά της. Αυτός είναι και ο χρόνος της προφορικής ιστορίας. Γιατί η ολότητα από την οποίαν ξεκινά η προφορική ιστορία είναι το άτομο: η ατομική εμπειρία του πληροφορητή και η ατομική του μνήμη, η οποία μετουσιώνει την εμπειρία σε προφορική αφήγηση.

Η προφορική ιστορία ξεκινάει βέβαια από το άτομο (την ατομική εμπειρία του πληροφορητή, την ατομική του μνήμη), αλλά δεν παραμένει στο ατομικό επίπεδο. Γιατί τότε – μια και δεν κάνει λογοτεχνία – θα έπαιζε αναγκαστικά το παιχνίδι της Ψυχολογίας. Στόχος της προφορικής ιστορίας είναι η συλλογική εμπειρία ενός συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και ο τρόπος με τον οποίον η εμπειρία αυτή μετουσιώνεται σε συλλογική μνήμη. Αυτό προϋποθέτει τη μετάβαση από την ιστορικότητα του ατόμου στην ιστορικότητα της κοινωνίας. Όχι, φυσικά, με τον τρόπο που εννοεί τη μετάβαση αυτή η ρομαντική αντίληψη της ιστορίας- σε σχέση, δηλαδή, μ’ ένα μυστηριώδες «πνεύμα του λαού» (Volksgeist), στο οποίο μετέχουν όλα τα μέλη της κοινωνίας μ’ έναν υπερβατικό τρόπο. Την ιστορικότητα της κοινωνίας ο Olafson την καταλαβαίνει μ’ έναν πολύ προσγειωμένο τρόπο: ως την ικανότητα των μελών της να μετέχουν όλα εξίσου, μέσω της συνεχούς επικοινωνίας τους, στην ιστορία της κοινότητάς τους και στους κανόνες της ζωής της [όπ.π., σελ. 109 κ.έ] . Αυτό τους δημιουργεί το συναίσθημα της κοινής ταυτότητας και της κοινής μοίρας.

Advertisements