Ήτανε κάποτε δύο αδέρφια. Ο μεγαλύτερος καλλιεργούσε δέντρα κι ο οπωρώνας του ήταν θαυμαστός για τους καρπούς και τα όμορφα δέντρα του, ενώ ο ίδιος απολάμβανε την εκτίμηση όλων για τον τρόπο που είχε να καλλιεργεί.

Μια μέρα πήγε να τον επισκεφτεί ο μικρότερος αδερφός κι έμεινε εμβρόντητος σαν αντίκρυσε τις σειρές με τα δέντρα που στέκονταν εμπρός του – λυγερά, με λείους απαλούς κορμούς και φύλλα βαθιά πράσινα.

«Αδερφέ μου, θα σου δώσω μια μηλιά», είπε ο μεγαλύτερος στον μικρότερο «την καλύτερη του κήπου μου, κι έτσι κι εσύ και τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου θα απολαμβάνετε τους καρπούς της». Στη συνέχεια κάλεσε τους εργάτες και τους ζήτησε να βγάλουν προσεχτικά το δέντρο από το χώμα και να το μεταφέρουν μέχρι το αγρόκτημα του αδερφού του. Έτσι κι έγινε.

Το επόμενο πρωινό ο δεύτερος αδερφός στάθηκε μπροστά στο δέντρο, αλλά δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει που να το φυτεύσει.

«Αν το φυτέψω στο λόφο», μονολόγησε «θα είναι εκτεθιμένο στον άνεμο, με τις ριπές του θα πέσουν οι εύγευστοι καρποί του στο χώμα πριν καν ωριμάσουν κι αν το φυτέψω κοντά στο δρόμο, οι περαστικοί θα το δουν και θα μου κλέψουν τα λαχταριστά μου μήλα, αν πάλι το φυτέψω κοντά στην πόρτα του σπιτιού μου, οι υπηρέτες και τα παιδιά δεν θ’ αφήσουν καρπό για καρπό».

Αφού σκέφτηκε λοιπόν το θέμα διεξοδικά, αποφάσισε να φυτέψει τη μηλιά πίσω από τον αχυρώνα του, λέγοντας στον εαυτό του: «Κανένας κλέφτης δεν θα σκεφτεί να κοιτάξει εδώ!»

Όμως, να που ο καιρός περνούσε και το δέντρο ούτε κάρπισε, ούτε άνθισε την πρώτη χρονιά. Τα ίδια και τη δεύτερη. Έτσι αποφάσισε να πάει να βρει το μεγαλύτερο αδερφό ξανά και να παραπονεθεί – θυμωμένος – για το δώρο: «Με ξεγέλασες! Το δέντρο που μου έδωσες είναι στέρφο και δεν μπορεί να δέσει καρπό. Γιατί λάβε υπ’ όψη σου μπαίνουμε πλέον στον τρίτο χρόνο και δεν βλέπω τίποτε πέρα από φύλλα στα κλαδιά του!»

Ο πρώτος, τον ακολούθησε στο κτήμα του κι όταν είδε που είχε φυτέψει τη μηλιά γέλασε κι απάντησε: «Τη φύτεψες σ’ ένα σημείο που την αφήνει εκτεθιμένη στους κρύους ανέμους και δεν έχει αρκετό ήλιο ή ζέστη. Πώς περιμένεις λοιπόν ν’ ανθίσει ή να καρπίσει; Τη φύτεψες και η καρδιά σου ήταν πλημμυρισμένη απληστία και καχυποψία. Πώς περιμένεις λοιπόν η σοδειά σου να φέρει πλούτο κι αφθονία;»

Πηγή: http://etext.lib.virginia.edu/etcbin/toccer-new2?id=OlcGood.sgm&images=images/modeng&data=/texts/english/modeng/parsed&tag=public&part=108&division=div2

Advertisements