Από το φωτογραφικό αρχείο του Ριζοσπάστη

Δεν γνωριζόμαστε με την κυρά Γιαννούλα και όσα ξέρω για τη ζωή της έχουν φτάσει στην από δω μεριά του δρόμου τυχαία και λόγω της εγγύτητας. Α, και επειδή παρά τα χρόνια που ζει στην πόλη η κυρά Γιαννούλα, έχει φέρει τους ήχους της επαρχίας μαζί της που δεν τους αποχωρίζεται σχεδόν ποτέ: με φωνή βροντερή μιλάει στα παιδιά της το πρωί, μαλώνει ή κανακεύει τη Λούση, το μικρό της σκυλάκι, φωνάζει τη Μαίρη, τη γειτόνισσα της διπλανής πόρτας για τα πρωινά νέα ή πιάνει το τραγούδι όταν έχει τα σεκλέτια της. Έτσι μιλάει αδιακρίτως σε όλους και όλες τις ώρες. Οπότε, κομμάτια της ζωής της γλυστράνε και ξεφεύγουν από το χώρο και τον ιδιωτικό τους χρόνο και σκορπίζονται στη γειτονιά. Έχω γίνει ωτακουστής χωρίς να το θέλω και χωρίς να μπορώ να δω πρόσωπα και να ταιριάξω φωνές, γιατί το μπαλκόνι της δε φαίνεται από τα λουλούδια και τις πρασινάδες. Τις προάλλες για παράδειγμα, είχε μαστόρους από το πρωί. Ξύπνησε νωρίς, ετοίμασε καφέδες και όλη την ώρα ήταν από πάνω τους μήπως και χρειάζονται κάτι να τους φέρει, πριν το μεσημεριανό φαγητό. Και τα ονόματα των μαστόρων έμαθα, και τα χρώματα που έβαψαν, και τα λεφτά που τους πλήρωσε. Σαν να ακούω στιγμιότυπα μιας άλλης ζωής στο ραδιόφωνο. Ώρες – ώρες νοιώθω ότι δε μπορώ να ησυχάσω και να απολαύσω το μπαλκόνι μου, γιατί όλο και θα την ακούσω να πιάνει διπλάσιο χώρο από όσο μας αναλογεί στο στενό δρόμο που ζούμε, και θυμώνω. Μετά της τον παραχωρώ τον χώρο που με πείσμα διεκδικεί γιατί για μένα, από μια άποψη, η κυρά Γιαννούλα είναι η γειτονιά ολόκληρη.

Ούτε προφορική ιστορία είναι, ούτε αφήγηση. Το αναφέρω γιατί σκέφτομαι πόσες μυριάδες, μυριάδες μικρές στιγμές είναι οι ζωές μας. Περαστικές, φευγαλέες, αποσπασματικές, που χάνονται ακαριαία σχεδόν στη λήθη. Ποιος ξέρει ποια θα είναι η δική της εικόνα για τη δική μου ζωή. Τι βλέπει, μιας και το δικό μου μπαλκόνι δεν είναι και τόσο κατάφυτο, τι ακούει, τι καταλαβαίνει, τι ξέρει. Αυτά τα μικρά θραύσματα που μοιάζουν ασύνδετα, δίχως νόημα και ειρμό και όταν πάρει θέση ο άνθρωπος τα βάζει σε μια σειρά και βγάζουν νόημα, για τον ίδιο, τους άλλους, για την ιστορία σπανιότερα. Καθώς αφηγούμαστε ιστορίες και περιστατικά για τη ζωή μας, καθώς ιστορούμε τη ζωή μας και όσα βιώνουμε, νοιώθουμε, και περνάμε κάθε μέρα, σε αγαπημένους και οικείους, γείτονες και φίλους, σπάμε το καρυδότσουφλο και βγάζουμε από μέσα τον καρπό που αλλιώς θα έμενε αθέατος για πάντα. Ποτέ κανείς δε θα μάθαινε διαφορετικά τι έχει μέσα το καρύδι της κάθε στιγμής.

Ο Ελύτης στο Ο Κήπος Βλέπει το λέει «αμύγδαλο του κόσμου».

…το αμύγδαλο του κόσμου

              είναι βαθιά κρυμμένο

                             και παραμένει αδάγκωτο

 

μυριάδες δυνατότητες φρικιούν
γύρω μας κι ούτε που καθόλου εγγίζουμε
οι ηλίθιοι

 

δεν καταλάβαμε ποτέ πως σκέπτονται τα περιστέρια
δυο σπιθαμές πάνω από το κεφάλι μας

                             παίζεται αυτό που χάσαμε ήδη…

 

και πιο κάτω

Α ναι, παρά τη θέληση μου
έγινε ο κόσμος έτσι που

             γράφω σαν να ‘χω αποσχιστεί απ’ τη μοίρα μου

 

το αμύγδαλο του κόσμου

                            είναι πικρό και δεν
γίνεται να το βρεις παρεχτός αν

             κοιμηθείς μισός έξω απ’ τον ύπνο…

 

 Η αφήγηση είναι ο τρόπος για να κατανοήσουμε και ‘μεις αυτό που ζούμε, όχι μόνο να το διαφυλάξουμε. Πριν φτάσουμε εκεί, το ξεφλουδίζουμε και ενώ το ξεφλουδίζουμε, στην πραγματικότητα τα βιώματα συγκροτούνται σε νόημα, ερωτήματα, αμφιβολίες, αισθήματα, πεποιθήσεις. Σε συλλογισμούς για τη ζωή μας και την ζωή των άλλων.

Γι’ αυτό η κυρά Γιαννούλα το έχει με το σπαθί της κατακτήσει το δικαίωμα του trespassing, της καταπάτησης μιας ευπρέπειας που επιβάλλει ο κώδικας της αστικής συνύπαρξης. Χαρίζοντάς μου αφορμές για περισυλλογή και αναστοχασμό.

– Μαίρηηηηηηηη, Μαιρούλα, Μαιρούλα…

– Εδώ είμαι, εδώ είμαι. Ότι ήπια τα χάπια μου. Τί είναι;

– Έλα και σου έχω πεσκέσι.

– Μίλα χριστιανή μου, τι είναι;

– Ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ.

– Κράτα τον εκεί. Και ανάποδα να με γυρίσουν, σέντσι δε θα βρουν.

– Έλα σου λέω, να στον δώσω.

– Σου μιλώ και δεν καταλαβαίνεις; Τι θες, να τσακωθούμε πρωί – πρωί;

– Τουλάχιστον δε συνεννοούνται, να τους στέλνουν έναν – έναν.

– Γι’ αυτό σου λέω, κράτα τον. Για την ώρα δεν τον χρειάζομαι.

– Έλα μη μου στεναχωριέσαι, έλα να σου κόψω ένα τριαντάφυλλο για το βάζο.

– Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι.

Advertisements