Το απόσπασμα που ακολουθεί, αλίευσα από το μπλογκ του Γιάννη Μακριδάκη. Παρόλο που δεν ασπάζομαι τη βεβαιότητα με την οποία δηλώνει πως «η ιστορία δεν αλλάζει» – ίσως επειδή πλέον φοβάμαι/ελπίζω πως δεν έχουμε και πολλά περιθώρια μη αλλαγής ή αλλιώς προσκόλλησης στους παλιούς, ‘καλούς’ τρόπους επιβίωσης, αλλά και διαβίωσης – αντιλαμβάνομαι την ανάγκη ν’ αναγνωρίσουμε τη δική μας ιστορία και ως ιστορία του Άλλου (και αντίστροφα). Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε τον κόσμο μας πιο ανθρώπινο. Η άρνηση θέασης του Άλλου εντός μας, ισοδυναμεί με αποποίηση της ευθύνης που μας αναλογεί για την «τοξικότητα» των κόσμων που δημιουργούμε μέσα μας και γύρω μας.

“Στην αρχή, όταν επηγαίναμε, είχενε κύμα η θάλασσα κι εμείς θα ταξιδεύαμε με ψαρόβαρκες, με πανί και με κουπιά. Και περιμέναμε να καλμάρει λίγο η θάλασσα. Κι ερχόντανε οι γυναίκες και βάζανε εικόνες μέσα στη θάλασσα, να γαληνέψει η θάλασσα, να μπορέσομε να ταξιδέψομε. Όταν νύχτωσε, με τη βοήθεια του Θεού, εκάλμαρεν η θάλασσα και έρχονται έντεκα ψαρόβαρκες. Και φύγαμε κονβόι. Και ξεκινούμε κατά τις 9 η ώρα γιατί έπρεπε να νυχτώσει. Και πηγαίναμε κοντά κοντά στη Χίο, δηλαδή δεν πήγαμε αμέσως απέναντι προς την Τουρκία. Τα παράλια της Χίου ακολουθούσαμε. Εμείς είμαστε η τελευταία βάρκα. Καμιά εικοσαριά αθρώποι μέσα και τέσσερις στο κουπί. Εν τω μεταξύ η αδελφή μου, μωρό, το ‘χε τυλιγμένο σ’ ένα χράμι η μαμά μουκαι αυτό ζαλίστηκε, φαίνεται, με τη θάλασσα και άρχισε να κλαίει, να κλαίει γοερά και να φωνάζουνε μες στη βάρκα: “Πετάξτε το παιδί στη θάλασσα, θα μας πιάσουνε οι Γερμανοί”….

Εύχαρις Κοκκάλη Ακαβάλου

“Κανονίσαμε με έναν βαρκάρη από τα Θυμιανά να μας πάει απέναντι. Μας είπε λοιπόν μια συγκεκριμένη μέρα: “Ελάτε εδώ, στον Καρφά, στη μία η ώρα”, γιατί περνούσεν η Καταδίωξη “να ξεκινήσομε”….

Είμαστε εννιά άτομα μέσα σε μια βάρκα. Ξεκινήσαμε. Ό,τι είχαμε του το δώσαμε, τον επλερώσαμε. Κάτι λεφτά είχαμε μαζεμένα όλοι μαζί και του τα δώσαμε να μας πα. Ο πατέρας μου είχενε ένα σάκο στρατιωτικό και είχενε αγοράσει πέντ’ έξι κιλά σύκα και τα είχενε μέσα για να τα φάμε άμ έβγομε από κει. Δεν είχαμε τίποτ άλλο. Καλοκαίρι του 41 ήτανε. Ξεκινήσαμε να φύγομε. Σιγά σιγά επηγαίναμε. Η αδερφή μου, ήτανε έντεκα χρονώ, έβγαζε τα νερά από τη βάρκα από δω που ξεκινήσαμε μέχρι την Τουρκία. Σαν φτάσαμε πια στα μισά της διαδρομής, ήκουεν ο βαρκάρης ένα ντούκου ντούκου ντούκου και λέει:’Έρκεται η Καταδίωξη. Αν έρτει πιο κοντά και δούμε πως είναι η Καταδίωξη, θα βγάλω το φελλό”.

Το φελλό θα βγάλεις; Έτσι και σε δω να σκύψεις να βγάλεις το φελλό θα σε πετάξω στη θάλασσα και θα την πάω εγώ τη βάρκα, του λέει ένας γείτονας που ταξίδευε μαζί μας. Ήτανε τρεςι άντρες μέσα, ο πατέρας μου κι άλλοι δυο. Αν ήμασταν μοναχοί μας, τα γυναικόπαιδα, θα μας είχενε πνιγμένους”…

Γιάννης Ξυντάρης

Το στενό της Χίου τα τελευταία εκατό χρόνια έζησε πολλές παρόμοιες ιστορίες. Το 1914 με τον πρώτο διωγμό οι βάρκες έρχονταν προς τα δω, το 1920 με την παλιννόστηση τα πλεούμενα πήγαιναν προς την απέναντι ακτή. Το 1922 με τον μεγάλο διωγμό ξανά οι βάρκες των απελπισμένων ήρθαν προς τα εδώ. Το 1941 ήταν πάλι η σειρά της αντίστροφης πορείας. Σήμερα, εδώ και κάμποσα χρόνια, πάλι απελπισμένοι πρόσφυγες από τις ασιατικές χώρες κάνουν αυτό το νυχτερινό ταξίδι προς το άγνωστο φορτωμένοι με ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Το θαλάσσιο στενό ανάμεσα στη Χίο και τη Σμύρνη ποτέ δεν ησύχασε. Ποτέ δεν έπαψε να γεννά ελπίδα, να βρέχει την αγωνία και να ρουφά τη ζωή όσων δεν κατάφεραν να το περάσουν.

Παράλληλα, οφείλει να σημειώσει κανείς, ότι είναι αδήριτη ανάγκη να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα των ανθρώπων στη μετακίνηση, όχι μόνο υπό καθεστώς πόνου, αλλά και ως βασική δεξιότητα στη ζωή. Το ταξίδι δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της προσφυγιάς ή της μετανάστευσης (κάτι τέτοιο θα ήταν εξάλλου κι αυτό με τη σειρά του στερεοτυπική προσέγγιση των πραγμάτων), αλλά και αφετηρία αναζήτησης. Και ως τέτοιο χρειάζεται να το υπερασπιστούμε: ως αναγκαιότητα επιβίωσης, αλλά και ως βαθύτερη ανάγκη αυτοεκπλήρωσης. Άλλωστε – ιστορικά μιλώντας – τα σύνορα αποτελούν σχετικά πρόσφατη «εφεύρεση», τα ταξίδια πάλι… όχι! Ακόμα κι αν καταφέρναμε να εξαλείψουμε κάθε αιτία προσφυγιάς ή μετανάστευσης, ταξιδιώτες θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Γιατί όπως μου είπε κάποτε κι ένας θείος μου, με αφορμή την παραμονή του στο Λίβανο κατά ένα μεγάλο μέρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου «κατάλαβα παιδί μου, ότι τα ταξίδια είναι για την ψυχή ότι η βροχή για τα τριαντάφυλλα»… Κι ‘ταν αληθινά αυτά που έλεγε. Ψυχή που δεν ταξιδεύει στεγνώνει.

Μια ταινία για όσους/όσες θα ήθελαν να εμβαθύνουν και σε συμπληρωματικές ταξιδιωτικές αφηγήσεις.

Advertisements