Τα φύλλα από τον πλάτανο στην αυλή του σπιτιού μου αφηγούνται το καθένα τη δική του ιστορία. Τα συλλέγω με προσοχή κι αφού τα περιεργαστώ για λίγο τα επιστρέφω στο χώμα. Δεν είναι μεγάλος ο πλάτανος, ούτε κι ο κήπος μου.

Τα δειλινά κρατούν τις δικές τους ιστορίες ερμητικά κλειστές μέσα στα άνθη τους τη μέρα. Τη νύχτα όμως συνομιλούν το ένα με το άλλο. «Αμ που να σου πω εγώ τι είδα σήμερα…» Οι αφηγήσεις τους διψούν για φεγγαρόφως προκειμένου να υπάρξουν.

Και μήπως είναι κάθε κύμα της θάλασσας ίδιο με το προηγούμενο ή το επόμενο;

Προσπαθώ να βάλω σε τάξη το βλέμμα, όπως περιδιαβαίνει ήχους κι εικόνες, από το ένα σημείο στο άλλο, ακολουθώντας πορεία άτακτη. Δεν είμαι εγώ εκείνη που αποφασίζει που θα σταθεί. Αναρωτιέμαι, είναι άραγε η συνήθεια που το καλεί να ταξιδεύσει ή η ίδια η φύση των πραγμάτων;

Και άραγε, είμαι εγώ εκείνη που αφηγείται τον κόσμο γύρω της ή μήπως εκείνη που την αφηγείται ο κόσμος;

Advertisements