Κάποιος έδωσε ένα καρβέλι ψωμί σ’ ένα ζητιάνο, αλλά τίποτε παραπάνω. Ελπίζοντας να βρει κάτι να συνοδεύσει το ψωμί του, πήγε στο κοντινότερο πανδοχείο και ζήτησε κάτι λίγο να βάλει στο ψωμί. Ο πανδοχέας αρνήθηκε να δώσει κάτι κι έτσι ο ζητιάνος αποφάσισε να μπει κρυφά στην κουζίνα του πανδοχείου, όπου πάνω στη φωτιά σιγόβραζε ένα μεγάλο καζάνι με σούπα. Κράτησε το καρβέλι πάνω από τους ατμούς, ελπίζοντας με αυτό τον τρόπο να δώσει γεύση στο ψωμί του. Ξαφνικά, ο πανδοχέας τον άρπαξε από το μπράτσο και άρχισε να τον κατηγορεί πως τον κλέβει.

«Μα, δεν πήρα καθόλου από τη σούπα», είπε ο ζητιάνος. «Απλώς τη μύριζα.»

«Ε, τότε να πληρώσεις για τη μυρωδιά», απάντησε ο πανδοχέας. Ο φουκαράς ο ζητιάνος δεν είχε καθόλου χρήματα. Ο πανδοχέας θυμωμένος τον έσυρε μέχρι τον καδή. Εκείνο το διάστημα το ρόλο του καδή είχε αναλάβει ο Νασρεδίν Χότζα, ο οποίος άκουσε τα παράπονα του πανδοχέα και τις εξηγήσεις που έδωσε ο ζητιάνος προσεχτικά.

«Άρα, απαιτείς να πληρωθείς για τη μυρωδιά της σούπας σου;», ρώτησε ο Χότζα στο τέλος της διαδικασίας.

«Ναι!», του αποκρίθηκε ο πανδοχέας.

«Θα σε πληρώσω λοιπόν εγώ ο ίδιος», δήλωσε ο Χότζα «και μάλιστα θα σε πληρώσω με τον ήχο του χρήματος». Και λέγοντάς τα αυτά, ο Χότζα έβγαλε δύο κέρματα από την τσέπη του, τα κουδούνισε όσο πιο δυνατά μπορούσε, τα έβαλε πίσω στην τσέπη του και έστειλε τον πανδοχέα και το ζητιάνο τον καθένα στο δρόμο του.

Πηγή: Η Μυρωδιά της Σούπας, ο Ήχος του Χρήματος

Advertisements