Κάποτε σε τόπο μακρυνό στα βουνά ζούσαν οι κάτοικοι ενός χωριού. Η ζωή τους ήταν δύσκολη γιατί έχαναν συχνά τις σοδειές τους: πότε από τον πάγο και τις δυνατές βροχές, πότε από την ξηρασία και τον αέρα που στο διάβα του ξερίζωνε δέντρα και παρέσυρε στέγες. Διαρκώς απειλούσαν πως θα φύγουν, θα πάνε κάπου αλλού, όμως για κάποιο λόγο δεν το κουνούσαν ρούπι. Με τον καιρό, οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν ξεχάσει να χαμογελούν και τα πρόσωπά τους είχαν σκληρύνει.

Έναν καταραμένο σχεδόν Απρίλιο, που σε τίποτα δε θύμιζε άνοιξη, οι γεροντότεροι μαζεύτηκαν στο καφενείο του χωριού, όπως το συνήθιζαν πάντα. Αυτή τη φορά όμως, τα λόγια ανάμεσά τους ήταν μετρημένα. Κάθισαν σε κύκλο, έκλεισαν για μια στιγμή τα μάτια και με κεφάλια χαμηλωμένα ψιθύρισαν λόγια ακατάληπτα, ζητώντας από το Πνεύμα να βοηθήσει το χωριό τους – ούτε που τολμούσαν να το καλέσουν με το πραγματικό του όνομα.

Εκείνη τη νύχτα ο αέρας φύσηξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μέσα από τις χαραμάδες, μέσα από τις καπνοδόχους, από τα κεραμίδια ανάμεσα, οι ριπές του τρύπωναν στα σπίτια και τους περόνιαζαν. Ούτε ένας από αυτούς δεν μπόρεσε να βρει ένα λεπτό ησυχίας.

Την άλλη μέρα το πρωί… γαλήνη!

Άνοιξαν δειλά τα παντζούρια τους και σχεδόν τους τύφλωσε ο ήλιος. Μέρες είχαν να δουν το πρόσωπό του. Σιγά-σιγά ξεθάρρεψαν, ξεμαντάλωσαν, βγήκαν στα κατώφλια, πιάσαν κουβέντες, προχώρησαν παραπέρα. Δεν πέρασε ώρα και ακούστηκαν φωνές από την πλατεία. Κάτι σαν ‘εδώ!’ και ‘κοιτάξτε!’. Αρχικά οι πιο περίεργοι και στη συνέχεια όλοι οι υπόλοιποι προχώρησαν προς το μεγάλο πλατάνι. Και τι να δουν; Μπροστά στη ρίζα του δέντρου, καθισμένη ανακούρκουδα μια γυναίκα αλλόκοτη. Δεν ήταν πολύ ψηλή, αλλά ούτε και πολύ κοντή. Ήταν γυμνή, όπως τη γέννησε η μάνα της. Τα μάγουλά της ήταν στρογγυλά και κόκκινα σχεδόν σαν ώριμα μήλα, ενώ τα χέρια και τα πόδια της ήταν μακρυά και γεροφτιαγμένα, με δάχτυλα θαρρείς φτιαγμένα για ν’ απλώνονται βαθιά μέσα στη γη. Ανάμεσα στις δυο πλεξούδες των μαλλιών της έβρισκες μπλεγμένα φυλλαράκια πολλών λογιών, μικρά αγκάθια, λουλούδια και με κάθε μικρή της κίνηση ευωδίαζε ο τόπος τύρφη, θυμάρι κι απήγανο. Δε φαινόταν να νοιάζεται για τη γύμνια της, ούτε για τα επίμονα βλέμματα των χωρικών.

Από εικονογράφηση της Sveta Dorosheva

Πρώτη αντέδρασε η γυναίκα του καντηλανάφτη. Έβγαλε τη μαντήλα που κάλυπτε τα μαλλιά και τους ώμους της και της την πρότεινε με χέρι τρεμάμενο. «Πάρε να ζεσταθείς κόρη μου», της είπε. Έπειτα κάποιος έτρεξε κι έφερε ψωμί κι ένας άλλος μια κούπα δυόσμο ζεστό και ένας τρίτος ένα ζευγάρι παντόφλες που βρήκε πρόχειρα μπροστά του. Η γυναίκα έφαγε το ψωμί και ήπιε το δυόσμο, αλλά δεν νοιάστηκε ούτε για τη μαντήλα, ούτε για τις παντόφλες. Μ’ ένα σμάρι παιδιών να την περιτριγυρίζουν σηκώθηκε και περπάτησε κατά τους αγρούς. Οι χωριανοί για λίγο κοντοστάθηκαν και στη συνέχεια ακολούθησαν κι αυτοί. Ντροπαλά στην αρχή, με σίγουρα βήματα στη συνέχεια. Η γυναίκα δεν μιλούσε. Πέρναγε μπροστά από κάθε δέντρο χωριστά και έλεγε δυο λόγια, κάτι σαν ‘μπαρμπαντούμ’ ή ‘μπορμπαμούμ’ ή ‘μπιρμπαντούμ’ – κανείς δεν καταλάβαινε λέξη, όμως τα δέντρα θαρρείς ανταποκρίνονταν και μέσα σε λίγα λεπτά πετούσαν μάτια τα κλαδιά τους και τα μάτια γίνονταν φύλλα, φύλλα μικρά και τρυφερά, με ένα πράσινο τόσο έντονο που σχεδόν σε ζάλιζε άμα το κοιτούσες ώρα. Κι έπειτα ά-νθι-ζαν!

Αφού περπάτησε όλους τους αγρούς που περιστοίχιζαν το χωριό, η γυναίκα στάθηκε απέναντι απ’ τους χωρικούς και για πρώτη φορά τους μίλησε. «Αν με χρειαστείτε, θα με βρείτε στην έξοδο του χωριού» είπε κι απομακρύνθηκε. Γυναίκες κι άντρες στεκόντουσαν άλαλοι, σαν μαγεμένοι. Κι έπειτα άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί, να αγκαλιάζονται, να γελούν, να κλαίνε. «Η κατάρα έφυγε» λέγανε. Εκείνο το βράδυ πέσανε να κοιμηθούν ευτυχισμένοι.

Την επόμενη μέρα δύο άντρες αναζήτησαν τη γυναίκα. Τη βρήκαν να κάθεται εκεί που τους είχε πει. «Θέλουμε βοήθεια» της είπανε. «Τα χωράφια μας έχουν καιρό να δουλευτούν και το χώμα τους έχει σκληρύνει. Έλα μαζί μας κι ίσως με λίγα από τα μαγικά σου λόγια το χώμα να βλαστήσει πάλι κάποτε.» Η γυναίκα τους κοίταξε αμίλητη. Κι έπειτα τους αποκρίθηκε: «έχετε χέρια, έχετε πόδια». Οι δύο άντρες έφυγαν θυμωμένοι.

Μέχρι το βράδυ είχε παρελάσει το μισό χωριό. Γυναίκες και άντρες όλο και κάτι ζητούσαν. Η γυναίκα επαναλάμβανε μονότονα την ίδια φράση: «έχετε χέρια, έχετε πόδια». Μια και δυο μαζεύτηκαν στο καφενείο του χωριού να παραπονεθούν στους γηραιότερους. «Μας αγνοεί. Αυτή δεν είναι που έστειλε το Πνεύμα να μας βοηθήσει; Αυτή δεν είπε ‘αν μας χρειαστείτε’; Λοιπόν τίποτε δεν ξέρει να κάνει, μόνο να κάθεται στον ήλιο και να περιφέρει τη γύμνια της. Με το παράδειγμά της θα διαφθείρει τις κόρες και τους γιούς μας. Κάντε κάτι!» Οι γηραιότεροι δίσταζαν, όμως το χωριό επέμενε, κάτι έπρεπε να γίνει, να τους βοηθήσει το Πνεύμα, να σταθεί στο πλευρό τους, είχαν υποφέρει χρόνια. Σιγά-σιγά το καφενείο άδειασε. Στάθηκαν ξανά σε κύκλο οι γηραιότεροι. Έκλεισαν τα μάτια και με τη σκέψη προσηλωμένη στην κοινή ευχή παρέμειναν βουβοί. Έπειτα τράβηξε ο καθένας σπίτι του. Ούτε που τόλμησαν να κοιταχτούν κατάματα εκείνο το βράδυ.

Ξημέρωσε και οι χωριανοί κινήθηκαν ανυπόμονοι προς την έξοδο του χωριού. Βρήκαν τη γυναίκα και της ζητήσαν να σκαλιστεί το χώμα, να αρμεχτούν τα πρόβατα και οι κατσίκες, να ξαραχνιαστούν τα δοκάρια στις σκεπές, να σοβατιστούν οι τοίχοι, να διορθωθεί το καλντερίμι, ν’ ανάψουν τα καντήλια, να γυαλιστούν τα μπακίρια, να στιλβωθούν τα καλά παπούτσια, να ραφτούν τα προικιά των κοριτσιών, να μαζευτούν τ’ άγρια χόρτα απ’ το βουνό, να γίνει από το γάλα τυρί και γιαούρτι, να πεταλωθούν τα μουλάρια και τ’ άλογα, να…, να…, να… Η γυναίκα δεν έλεγε πλέον κουβέντα, μόνο μουρμούραγε δυο κουβέντες και οι δουλειές γινόντουσαν.

Πέρασαν έτσι κάμποσες εβδομάδες. Στην αρχή ήταν όλοι τους ευχαριστημένοι, σύντομα όμως οι παλιές έχθρες ζωντάνεψαν πάλι και τώρα της ζητούσαν να κάψει τη σοδειά του ενός ή να ταγγίσει το βούτυρο του άλλου, όμως καμμιά απ’ τις κατάρες δεν εκπληρωνόταν. Που και που η γυναίκα τους κοιτούσε σιωπηλή, κουνούσε το κεφάλι της κι απομακρυνόταν περπατώντας αργά. Μια-δυό-τρεις, κάποιοι ξεροκέφαλοι ξεκίνησαν να βρουν τους γεροντότερους για άλλη μια φορά. «Γλυκοκοιτά γιούς και θυγατέρες, βοηθά όποιους θέλει αυτή, αν δεν μπορεί να κάνει ό,τι της ζητάμε, τι μας την έστειλε το Πνεύμα; Αν δεν προλαβαίνει να δουλέψει για όλους, ας έρθει πρώτα σ’ αυτούς που την έχουν ανάγκη, σ’ αυτούς που έχουν πολλά να φροντίσουν και μετά βοηθά και τους άλλους». Οι σοφοί γέροι του χωριού συμφώνησαν.

Το επόμενο πρωινό βρήκαν τη γυναίκα. Ζητούσαν να ταϊστούν τα σκυλιά, να μαζεφτεί η κοπριά απ’ τους στάβλους, να γυαλιστούν με κερί τα έπιπλα, να πλυθούν στο ποτάμι τα ρούχα, να κουρευτούν τα πρόβατα, να…, να…, να… Και πέρα απ’ όλα αυτά – να φάνε ποντίκια τα μήλα του Σταμάτη, να σκουριάσουν τα σύνεργα του Παντελή, να σπάσει το κανάτι της Αργυρώς, να ξεραθούν τα σπαρμένα του Γιώργου, να δαγκώσει ο σκύλος τον Αντρίκο, να γλιστρήσει στο λιθόστρωτο η Νικολέτα, να παρατήσει το Γιάννη η γυναίκα του, να…, να…, να… Οι κατάρες έδιναν κι έπαιρναν. Για μια φορά ακόμη, οι κάτοικοι του χωριού έχασαν το χαμόγελό τους και μόνο κοίταζαν πως θα βγάλει ο ένας το μάτι του άλλου. Πήγαιναν στη γυναίκα, στα κρυφά πια, και ζητούσαν τα μύρια όσα: να πάρουν το αίμα τους πίσω για αδικίες παλιές, αλλά και πιο πρόσφατες, να εκδικηθούν ή απλώς να βγάλουν το άχτι τους που λένε.

Η γυναίκα έκανε ότι της ζητούσαν, αλλά δε χαμογελούσε πια, το σώμα της βρωμούσε κι έζεχνε και τα μαλλιά της κρέμονταν κόμπους στους ώμους της. Σχεδόν πια δεν την πλησίαζαν όταν είχαν κάτι να της πουν. Και λίγο-λίγο άρχισαν να τα βάζουν μαζί της. «Βρωμεί σαν κουνάβι, την έχω ακούσει να σιγομουρμουρά τα βράδυα, κατάρες και ξεράσματα σας το λέω, θέλει το κακό μας, δεν βλέπεις πως γινήκαμε; Αν δεν ήταν αυτή… Χωρίς αυτήν θα ζούσαμε καλύτερα. Εμείς δεν ζητήσαμε από το Πνεύμα να μας την στείλει; Ε, ας την πάρει πίσω, ας πάει από κει που ήρθε, ας…» Οι γηραιότεροι συμφώνησαν. Το χωριό τους κατατρωγόταν απ’ τις διχόνοιες. Για τελευταία φορά προσευχήθηκαν με τα χέρια ενωμένα. Δεν άργησε να ξημερώσει και όλοι τρέξαν προς την έξοδο του χωριού. Δεν είδαν τίποτα. ‘Έφυγε’ μονολόγησαν στους εαυτούς τους. Έπειτα ένα παιδί έδειξε παραπέρα. Τρέξαν κατά κει κι ανακαλύψανε τον κορμό ενός δέντρου. Είχε τη μορφή γυναίκας που κοιμάται, με τα χέρια διπλωμένα μπροστά στο στήθος και τους μηρούς να ακουμπούν στο μέτωπο. Κουλουριασμένη θαρρείς σαν το μωρό στη μήτρα της μάνας του. Οι χωριανοί στάθηκαν βουβοί. Έπειτα κάποιος μουρμούρισε «δόξα σοι ο θεός» κι ένας-ένας άρχισαν ν’ απομακρύνονται, μέχρι που δεν έμεινε κανένας.

«The Aigiulle Blaitiere» του John Ruskin (1819-1900)

Εκείνο το βράδυ χιόνισε. Κι ας ήτανε σχεδόν κατακαλόκαιρο. Τρεις ταξιδιώτες, περαστικοί από τα μέρη αυτά, κατασκήνωσαν κοντά στο χωριό να βγάλουν τη νύχτα. Βρήκαν τον κορμό, τον έκοψαν κομμάτια μ’ ένα τσεκούρι κι ανάψανε φωτιά να ζεσταθούν. Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει, όταν σηκώθηκαν, τίναξαν το κρουσταλλιασμένο χιόνι απ’ τις βελέντζες τους και μάζεψαν τα πράγματά τους να συνεχίσουν το δρόμο τους. «Διαβολότοπος!» έβρισε κάποιος κλωτσώντας με φούρκα το χιόνι. Προχώρησαν βιαστικά, δίχως να ρίξουν βλέμμα πίσω τους. Η φωτιά σιγόκαιγε ακόμη.

Τίνα Λυ., 2006

Advertisements