«cash machine», banksy

Απόσπασμα από το ομώνυμο έργο του Stanley Diamond:

[…] Σε κοινωνίες που στηρίζονται στα τεχνολογικά τους επιτεύγματα, η μηχανή έχει ενσωματώσει κάθε αξίωμα της πολιτικής εξουσίας ή της αγοράς κι έτσι κάθε έκφανση ζωής στην κοινωνία, ανεξαρτήτως τάξης και βαθμίδας οφείλει να προσαρμοστεί στους ρυθμούς που υπαγορεύει αυτή. Ο χρόνος γίνεται γραμμικός, «πολύτιμος», μία έννοια κοσμική, περιορισμένος σε απλή προέκταση του χώρου με στόχο την πλήρωση κι έτσι ο ιερός χρόνος εξαφανίζεται.  Η γραμματέας οφείλει να προσαρμοστεί στην ταχύτητα της ηλεκτρικής γραφομηχανής, ο δακτυλογράφος στο μηχάνημα στενογραφίας, ο εργάτης του εργοστασίου στη γραμμή παραγωγής ή στον τόρνο, ο προϊστάμενος στα δρομολόγια των τραίνων ή των αεροπλάνων όντας επί της ουσίας εξαρτώμενος από κάθε χτύπο του τηλεφώνου, ο σωφέρ στο ρυθμό που υπαγορεύουν οι λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας, ο αναγνώστης στην ατελείωτη ροή έντυπης ύλης που παράγουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε υψηλές ταχύτητες, ακόμα και η μαθήτρια υπόκειται στην περιοδικότητα της μέρας με την ακρίβεια που ορίζει το ρολόι στον καρπό της, όπως και κάθε άτομο κατά τον «ελεύθερο» χρόνο του καθορίζεται από το μηχανοποιημένο οικιακό περιβάλλον και τη ροή μίας αποτελεσματικά ρυθμισμένης μορφής ψυχαγωγίας. Είναι σα να μας λειτουργούν οι μηχανές, αποκρυσταλλώνοντας στους μηχανικούς ή ηλεκτρονικούς παλμούς τους τις επιθυμίες μας. Η υποβάθμιση του χρόνου σε προέκταση του χώρου, όπως υπαγορεύεται από τις μηχανές, έχει υποβαθμίσει τους φυσικούς και ανθρώπινους ρυθμούς, οδηγώντας μας σε αποσυσχετισμό από τους εαυτούς μας. Ακόμα και τώρα, μετά βίας νιώθουμε αγάπη για τη Γη, μετά βίας βλέπουμε με τα μάτια μας ή ακούμε με τα αυτιά μας και μόλις που καταφέρνουμε να νιώσουμε τους χτύπους της καρδιάς μας πριν αυτή καταρρεύσει εις διαμαρτυρία. Ακόμα και τώρα, με την πίστη και τη ακρίβεια των κινήσεών μας παραμένουμε υπηρέτες αυτών των σχεδόν εξωγήινων μηχανών που μας έχουν πείσει να εκπληρώνουμε ανά πάσα στιγμή την αρχική πρόθεση της δημιουργίας τους, την οποία τώρα εκπροσωπούν – με τον ίδιο περίπου τρόπο που ένα τέλειο σώμα υπηρετεί τον αφέντη του κατά τη διάρκεια της καθημερινότητας, καταλήγοντας όμως μέσω της λειτουργίας αυτής να τον ευτελίσει.

Οι πρωτόγονες κοινωνίες δεν διαθέτουν νοήματα σχετικά με τέτοια ζητήματα, πραγματικά ή πιθανά. Γι’ αυτές παρόμοια ζητήματα υπερβαίνουν και τα πιο τρελά τους όνειρα, κάθε ιδέα αποξένωσης από το χωριό ή την οικογένεια ή και την ίδια τη γη. Βρίσκονται πέρα ακόμα και από την έννοια του θανάτου, ο οποίος δεν υπάρχει για να τους αποξενώσει από την κοινωνία ή τη φύση, αλλά αντίθετα για να συμπληρώσει την καμπύλη της ζωής. Σε γενικές γραμμές, μόνο μία αναλογία μπορεί να υπάρξει. Ο φόβος του εξοστρακισμού από τις μονάδες δικτύων συγγένειας από αυτή την προσωπική σύνδεση του ανθρώπου με την κοινωνία και τη φύση σε έναν ατελείωτο κύκλο ανάπτυξης – με λίγα λόγια, η αίσθηση της απομόνωσης και της αποπροσωποποίησης και ως εκ τούτου της έκθεσης στις δαιμονικές δυνάμεις, ενός φόβου διαδεδομένου ανάμεσα στους πρωτόγονους ανθρώπους – μπορεί να αποτελέσει μία ένδειξη στο πως θα αντιδρούσαν οι κοινωνίες αυτές στην τεχνολογική διεργασία αποξένωσης που παράγει ο πολιτισμός μας, εάν χρειάζονταν να τον κατανοήσουν. Το οποίο σημαίνει πως εάν καταλάβουμε τις στάσεις των πρωτόγονων ανθρώπων ως προς τον εξοστρακισμό από το δίκτυο των κοινωνικών και φυσικών μορφών συγγένειας, μπορούμε κατά αναλογία να καταλάβουμε και τη βδελυγμία και το φόβο τους για τον πολιτισμό.

Οι πρωτόγονες κοινωνίες μπορούν να θεωρηθούν ως συστήματα σε ισορροπία, περιστρεφόμενα με καλειδοσκοπικό τρόπο γύρω από τον άξονά τους σε ένα σχετικά σταθερό σημείο. Ο πολιτισμός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύστημα σε εσωτερική αν-ισορροπία, όπου η τεχνολογία ή η ιδεολογία ή η κοινωνική οργάνωση ουδέποτε συνυπάρχουν λειτουργικά – αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι που δίνει ώθηση στο σύστημα κατά μήκος μιας συγκεκριμένης τροχιάς. Αυτή η αίσθηση της κίνησης, της έλλειψης πληρότητας είναι που συνυσφέρει στην ιδέα της προόδου. Και η ιδέα μας για την ύπαρξη των πρωτόγονων κοινωνιών υπό καθεστώς μιας δυναμικής ισορροπίας, η οποία εκφράζει ανθρώπινους και φυσικούς ρυθμούς αποτελεί μια λογική προβολή των πολιτισμένων κοινωνιών, ερχόμενη σε αντίθεση με την πραγματική κατάσταση του πολιτισμού. Η οποία παράλληλα όμως συμπίπτει με τις πραγματικές ιστορικές συνθήκες των πρωτόγονων κοινωνιών. Η λαχτάρα για έναν πρωτόγονο τρόπο διαβίωσης δεν αποτελεί μια απλή φαντασίωση ή ένα συναισθηματικό καπρίτσιο – έρχεται σε συμφωνία με τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες, η εκπλήρωση των οποίων (αν και με διαφορετικό τρόπο) αποτελεί προϋπόθεση της επιβίωσής μας. Ακόμα και ο σκεπτικιστής και πολιτισμένος Samuel Johnson, που χλεύαζε τον Boswell για την πνευματική του σχέση με τον Rousseau, είχε γράψει:

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να επιδιώκει την απόκτηση ιδιωτικής περιουσίας, έχουμε φαινόμενα βίας, απάτης, κλοπής και αρπαγών. Στη συνέχεια, έκαναν την εμφάνισή τους στον κόσμο η περηφάνεια και η ζήλεια, οι οποίες μαζί τους έφεραν ένα νέο κριτήριο για τον πλούτο, όπου άνθρωποι οι οποίοι μέχρι τότε θεωρούσαν τον εαυτό τους πλούσιο εάν δεν τους έλειπε τίποτε, τώρα άρχισαν να αξιολογούν τις απαιτήσεις τους όχι με βάση το κάλεσμα της φύσης, αλλά βάσει της αφθονίας των άλλων κι άρχισαν να θεωρούν τον εαυτό τους φτωχό εκεί που πίστευαν ότι τα δικά τους αποκτήματα υπολείπονταν των γειτόνων τους.

Ίσως η παραπάνω δήλωση να μην αρκεί σε εθνολογικό επίπεδο, παρόλα αυτά όμως αποτέλεσε την cri de couer [γαλλικά στο κείμενο: «παθιασμένη κατακραυγή»] του πολιτισμένου ανθρώπου για ένα τέλος στην κατανάλωση για την κατανάλωση και στην πλεονεξία και υπό αυτή την ερμηνεία, συμπεραίνεται κάτι αληθές για τις πρωτόγονες κοινωνίες – οι ληστρικές μορφές ιδιοκτησίας, η παραγωγή για τα κέρδη δεν υφίστανται εντός τους.

Έτσι, η αναζήτηση για το πρωτόγονο είναι το ίδιο παλαιά με τον πολιτισμό. Αφορά την αναζήτηση της ουτοπίας στο παρελθόν όπως προβάλλεται στο μέλλον, καθώς ο πολιτισμός αποτελεί ένα ενδιάμεσο στάδιο. Πρόκειται για τη γέννηση, το θάνατο και την υπερβατική αναγέννηση, μια κατάσταση πάθους η οποία βαφτίζεται ως χριστιανική, ως οι δοκιμασίες του Ιώβ, ως οιδιπόδεια μετάβαση, ως τριαδική μεταφορά της ανθρώπινης ανάπτυξης όπως βιώνεται κατά τη διάρκεια του αχανούς ιστορικού παλμού. Και αυτή η αναζήτηση του πρωτόγονου δεν μπορεί να διαχωριστεί από το όραμα του πολιτισμού. Δεν υπάρχει προφήτης ή φιλόσοφος κάποιας σπουδαιότητας που να έχει αναλύσει τις επιταγές του οράματός του για έναν ανώτερο πολιτισμό και να μην έχει υποθέσει κάποιες συγκεκριμένες σταθερές της ανθρώπινης φύσης, καθώς και στοιχεία μιας πρωτόγονης κατάστασης, δίχως με αυτό τον τρόπο να εμπλέκεται, εν συντομία, στα χωράφια της ανθρωπολογίας. Μία ουτοπία αποκομμένη από αυτούς τους δίδυμους στύλους – την αίσθηση της ανθρώπινης φύσης και την αίσθηση ενός προπολιτισμικού παρελθόντος – θα έμοιαζε με εφιάλτη. Διότι είναι σαν να νοούμε την ανθρωπότητα ως αέναα προσαρμόσιμη και άρα ανίκανη για ιστορική κατανόηση ή αυτοβελτίωση. […]

Ακόμα και οι λαμπρότερες ή έμπλεες φόβου ουτοπικές προβολές έχουν υποχρεωθεί να επιλύσουν το πρόβλημα της ανθρώπινης αντίδρασης, συνήθως μέσα από μία άμεση ή αλληλογορική αναφορά σε μία προηγούμενη ή πρωτόγονη κατάσταση λειτουργίας. Στο μυθιστόρημα «Εμείς» του Zamiatin, ένα σατυρικό έργο ιδιαίτερης ομορφιάς, η συλλογική κοινωνία του μέλλοντος βασίζεται σε μία εγκληματική εκδοχή της Δημοκρατίας του Πλάτωνα. Οι άνθρωποι έχουν συρρικνωθεί σε αφηρημένους κώδικες, τα συναισθήματά τους ελέγχονται από μία κεντρική εξουσία (καθώς στη Δημοκρατία, τα μαθηματικά αποτελούν την ανυπέρβλητη γλώσσα, δίχως να αφορούν την επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων, αλλά ένα αφηρημένο διάλογο με το θεό), ενώ η ιστορία έχει πάψει να υφίσταται. Στα έγγραφα του Zamiatin η διαδικτυακή επανάσταση αναπτύσσεται σταδιακά όταν δημιουργηθεί συνείδηση της σημασίας του βιώματος εκείνου που το καθεστώς ονομάζει αγάπη. Τη στιγμή της εξέγερσης ενάντια σε αυτό το καθεστώς ευτυχίας, η πολιτική εξουσία χρησιμοποιεί τα εξής δύο έσχατα όπλα: η μία μέθοδος αφορά την άμεση σύνθλιψη του εχθρού. Η άλλη – καθώς ο εχθρός είναι πολυπληθής – τη «σωτηρία» του ατόμου στο ρόλο του αιώνιου δημοσίου υπαλλήλου, μέσω μίας σύντομης, αποτελεσματικής επέμβασης στον εγκέφαλο, όπου διαχωρίζεται για πάντα η νόηση από το συναίσθημα, δίχως να επηρεάζεται η τεχνολογική ευφυία. Ο τρόπος που ο επαναστάτης καθίσταται ανίσχυρος, περιγράφεται από το Zamiatin με γλαφυρότητα καθώς τον απεικονίζει να παρακολουθεί το πρόσωπο της συνσυνωμότριας κι αγαπημένης του ν’ αλλάζει καθώς πεθαίνει και αυτός δε νιώθει τίποτε – έτσι έρχεται σε διάλογο με τον Camus, μεταφέροντας μέσω της τρομακτικής, οδυνηρής ομαλότητας που περιγράφει μια ψυχολογική αλήθεια των καιρών μας, η οποία έχει καταλήξει σε ένα φοβερό κλισέ. Ο Zamiatin καθιστά σαφές ότι μία τόσο υλιστική, κοσμική και απρόσωπη ουτοπία μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον αλλάξει την ίδια την ανθρώπινη φύση.

Και πίσω από το γυάλινο τοίχο της ουτοπικής αυτής πόλης, η οποία αναδύεται κατά τον «τελικό» πόλεμο ανάμεσα στην ύπαιθρο και την πόλη, υπάρχει η πράσινη άγρια φύση. Σε αυτή έχουν επιστρέψει οι επαναστάτες ζώντας πρωτόγονα σε επαφή τη γη, ζωντανοί με όλη την αίσθηση της ανθρώπινης φύσης τους, επιδιώκοντας να απελευθερώσουν καθ’ ολοκληρίαν τον αστικοποιημένο αδερφό εντός των τειχών. […]

Πηγή: http://www.primitivism.com/search-of-the-primitive.htm

«Barcode» του Banksy

Advertisements