Λεπτομέρεια από το έργο «Η Δημιουργία του Αδάμ» του Michelangelo

Κάποτε ο Θεός ζούσε στη Γη. Καθόταν μπροστά στην καλύβα του κι έφτιαχνε ανθρώπους από πηλό. Κι όπως εργαζόταν αδιάκοπα, μύρισε έξαφνα ψάρι ψητό! [Μπορείτε να το φανταστείτε: ένα ψάρι μεγάλο με σάρκα λευκή, πασπαλισμένο μυρωδικά και ψιλοκομμένες φετούλες λεμονιού.] Ήταν η γειτόνισσα που έψηνε. Σηκώθηκε και πήγε να τη βρει. Την παρακάλεσε για ένα πιάτο φαί, αλλά αυτή θύμωσε: «Ου να μου χαθείς παλιόγερε! Ήρθες να ζητιανέψεις, κοτζάμ άνθρωπος κάθεσαι όλη μέρα καταγής και παίζεις με τις λάσπες. Να πας να δουλέψεις, μπας και πιάσεις κάνα ψάρι δικό σου, παλιοτεμπέλη.»

Αυτά του είπε. Και ίσως κι άλλα πολλά. Ο Θεός, πολύ πικραμένος με τα λόγια και την αγνωμοσύνη της, επέστρεψε στην καλύβα του κι ορκίστηκε να μην ξανακατέβει στη Γη. Και μια και δυο σκαρφάλωσε σε ένα σύννεφο περαστικό κι ούτε που έριξε ξανά μια ματιά πίσω του.

Στην αρχή δηλαδή. Διότι όσο περνούσε ο καιρός ένιωθε μοναξιά. Απέραντη μοναξιά. Και που και που, έσκυβε το κεφάλι του από εκεί ψηλά και κοίταζε τους ανθρώπους να ζουν τη ζωή τους. Μια μέρα εμφανίστηκε μπροστά του ο πρώτος γιός του. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και στα χέρια του κρατούσε δρεπάνι. Του πρότεινε να τον βοηθήσει και ο Θεός κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

Έτσι ο Θάνατος κατέβηκε στη Γη. Με το δρεπάνι του έπαιρνε τη μία ψυχή μετά την άλλη, να έχει ο πατέρας του παρέα στον ουρανό. Οι άνθρωποι όλο και λιγόστευαν, θρήνοι ακούγονταν από κάθε σπίτι, οι δουλειές έμεναν μισές γιατί δεν περίσσευαν χέρια να τις φέρουν εις πέρας.

Κι ο Θεός; Αρχικά χάρηκε. Οι άνθρωποι πλήθαιναν στον ουρανό και πλέον είχε πολλά να κάνει.

Κι έπειτα μια μέρα έριξε πάλι μια ματιά στη Γη. Έτσι, τυχαία. [Είπαμε: είχε πλέον πολλά να κάνει.] Και για πρώτη φορά άκουσε τους θρήνους και είδε ότι οι άνθρωποι είχαν λιγοστέψει τόσο που σε λίγο δεν θα έμενε ούτε ένας όρθιος. [Ε, φανταστείτε: και τόσα χρόνια δουλειάς χαμένα…] Σκεφτικός, κάθισε λίγο να ξαποστάσει. Πώς θα έλυνε το πρόβλημα; Και τότε εμφανίστηκε ο δεύτερος γιός του. Είχε μικρά φτερά στην πλάτη και στα χέρια του κράταγε μια φαρέτρα, τόξο και βέλη. Του πρότεινε να τον βοηθήσει κι ο Θεός ανακουφισμένος συμφώνησε.

Έτσι ο Έρωτας κατέβηκε στη Γη. Με τα βέλη του ‘κεντούσε’ τις καρδιές των ανθρώπων κι αυτοί ερωτεύονταν, έκαναν έρωτα, έφερναν νέους ανθρώπους στον κόσμο, δημιουργούσαν με μεράκι. [Διότι και οι κάθε λογιώ δημιουργίες, έρωτας είναι.] Η ζωή ανθούσε ξανά. Από τότε οι δυο γιοί του Θεού, ο Θάνατος κι ο Έρωτας κατοικούν στη Γη. Κι ο Θεός στην Ουρανό. Και οι άνθρωποι ταξιδεύουν από τη Γη στον Ουρανό – και καμμιά φορά και πάλι πίσω! Ή έτσι τουλάχιστον υποστηρίζουν κάποιοι…

Ένα παραμύθι που μου αφηγήθηκαν κάποτε…

Advertisements