Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ήλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ήλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ήλιο. Μια μέρα, λέει ο Ήλιος στο Νερό: «Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;» «Α, φίλε μου», απάντησε το Νερό, «το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ’ το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ, όμως: να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη».

Ο Ήλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του, τη Σελήνη. «Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό», είπε στη Σελήνη. «Δεν μπορούμε να το δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, αρχίζουμε το χτίσιμο».

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν, κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ήλιος κάλεσε το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί.

Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ήλιο: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» κι εκείνος απάντησε «Μα ναι, φίλε μου! Εχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα».

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το νερό, κι έφτασε τον Ήλιο ώς το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» «Ναι, φίλε μου», απάντησε ο Ήλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι. Οταν πια είχε φτάσει τον Ήλιο ώς τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε: «Ήλιε, φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;» Ο Ήλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό: «Ήλιε, φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου;» Ομως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι, ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι – και στεγνοί – ψηλά στον ουρανό. 

Πηγή: http://www.asante.gr

Advertisements