«Σκύλος που Κοιμάται» Gerrit Dou, 1650

Κάποτε κάπου μακρυά υπήρχε ένας ναός με χίλιους καθρέφτες. Μια μέρα – εντελώς τυχαία – ένας σκύλος βρήκε την πύλη ανοιχτή και μπήκε μέσα. Οι σκύλοι δε γνωρίζουν πολλά από καθρέφτες κι έτσι ο σκύλος της ιστορίας μας φοβήθηκε πως τον είχαν περικυκλώσει χίλιοι σκύλοι. Μόλις τους γρύλισε, του γρύλισαν κι αυτοί. Κι όταν τους έδειξε τα δόντια του, βρέθηκε με τη σειρά του περικυκλωμένος από χίλιους σκύλους που τώρα του έδειχναν κι αυτοί τα δικά τους δόντια. Το ‘βαλε στα πόδια τρομοκρατημένος κι έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Δεν θα ξανάρθω ποτέ πια εδώ», μουρμούρισε στον εαυτό του. «Τι απαίσιο μέρος ο κόσμος!»Έζησε λοιπόν μονάχος την υπόλοιπη ζωή του.

Πέρασε καιρός. Και μία μέρα ένας δεύτερος σκύλος περνούσε μπροστά από το ναό, πρόσεξε την ανοιχτή πύλη κι όντας περίεργος από τη φύση του την έσπρωξε λίγο με τη μουσούδα του και χώθηκε στο ναό. Καθρέφτες δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του κι έξαφνα συνειδητοποίησε πως βρισκόταν περικυκλωμένος από χίλιους σκύλους. [Ούτε έναν λιγότερο!] Τους κούνησε την ουρά του κι αμέσως κούνησαν κι αυτοί τις δικές τους. Χάρηκε λοιπόν πολύ κι αποφάσισε από δω και μπρος να ζει στο ναό, να έχει συντροφιά. Έτσι κι έκανε. Και μέχρι να έρθει η ώρα του να πεθάνει, πίστευε πως ο κόσμος είναι πράγματι ένα θαυμάσιο μέρος και κάθε σκύλος ένας πιθανός σύμμαχος.

(Ιαπωνέζικο λαϊκό παραμύθι)

 

Advertisements