Emile Munie «Girl with a Lamb»

Αρχή του παραμυθιού, καλή ‘σπέρα της αφεντιάς σας!  Μνια φορά κι έναν καιρό ήταν μνια γυναίκα κι είχε δυό παιδιά, το ‘να σερνικό, και το ‘λέγαν Αστερνό, και τ’ άλλο θηλυκό, και το ‘λέγαν Πούλιω. Μνια μέρα πήγεν ο άνδρας της στο κυνήγι και της ήφερ’ ένα περιστέρι και της τό ‘δωσε να το μαγειρέψει για να φαν. Εκείνη πήρε το περιστέρι, το κρέμασε στο περόνι κι εβγήκεν όξω να κουβεντιάσει με τις γειτόνισσες. Τότες παγαίν’ η γάτα, γλέπει το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι, ρίχτηκε και το ‘φτακε και το ‘φαγε. Σαν ήρθε το γιόμα, σηκώθηκαν απ’ την κουβέντα, και παγαίν’ η γυναίκα να βρει το περιστέρι, και δεν το βρίσκει. Κι ένιωσε, πως το ‘φτακεν η γάτα, και φοβήθηκε, μην τη μαλώσει ο άνδρας της. Έκοψε το βυζί της και το μαγέρεψε. Ήρθ’ ο άνδρας της απόξω και της λέει: «Ε, γυναίκα! Μαγέρεψες τίποτας να φάμε;»

«Μαγέρεψα», του λέει. Και στρώνει το σουφρά και φέρνει και το φαγί να φάγει. «Κάτσε γυναίκα να φάμε» της λέει ο άνδρας. «Έφαγα εγώ», του είπε, «τώρα ‘πό λίγη ώρα, γιατ’ άργησες να ‘ρθεις». Σαν έχαψεν ολίγον φαγί ο άνδρας, «τι νόστιμο κριάς είναι» λέει «δεν είχα φάει ποτές μου τέτοιο!» Ύστερα του είπεν η γυναίκα, τούτο και τούτο έπαθα! «Είχα το περιστέρι κρεμασμένο στο περόνι και πήγα να φέρω ξύλα και γύρισα και δεν το ‘βρα. Το ‘χε πάρ’ η γάτα, τί να κάμω κι εγώ; Έκοψα το βυζί μου και το μαγέρεψα, κι αν δεν το πιστεύεις, να το!». Και του το δείχνει. «Τί νόστιμο κριάς είναι τ’ ανθρώπινο, γυναίκα!», είπε. «Ξέρεις, τί να κάνουμε; Να σφάξουμε τα παιδιά μας, να τα φάμε. Αύριο το πουρνό να πάμε στην εκκλησιά και συ να φύγεις γληγορότερα και να ‘ρθεις να τα σφάξεις και να τα μαγειρέψεις, να ‘ρθω κι εγώ να φάμε.»

Εκεί κοντά ήταν ένα κουταβάκι και τ’ άκουε ό,τ’ ήλεγαν. Κι εκεί που κοιμούνταν τα παιδιά, πήγε το σκυλί κι αλυχτούσε απ! απ! κι ακούονταν μνια φωνή κι έλεγε: « Σηκωθείτε! Θα ‘ρθει η μάνα σας να σας σφάξει.» – «Τουτ! Τουτ!» έλεγαν αυτά. Το σκυλί πάλι το χαβά τ’, ήκανε το ίδιο. Τότες, σαν άκουσαν καλά, σκώθηκαν γλήγορα κι ήθελαν να φύγουν. «Τί να πάρουμε κοντά μας μωρ’ Πούλιω;» λέει το παιδί. «Δεν ξέρω Αστερνέ μου», του είπεν η κοπέλα, «πάρ’ ένα μαχαίρι, ένα χτένι κι έν’ απλόχερο άλας». Τα πήρ’ αυτά και κίνησαν και πήγαν ως ένα μέρος. Πήραν και το σκυλί κοντά κι εκεί που περβατάγαν, να κι είδαν μακρυά τη μάνα τους που τα κυνήγαε. Γυρνάει ο Αστερνός και λέει: «Μωρ’ για, η μάνα μας μας κυνηγάει, θα μας ‘φτάσει!» «Περβάτα μάτια μου», του λέει η τσούπρα «και δεν μας φτάνει!» «Μας έφτακε μωρ’ Πούλιω», λέει το παιδί, «για!» «Ρίξε το μαχαίρι οπίσου σου!», του λέει εκείνη. Και το ‘ριξε και γίνηκεν ένας κάμπος που δεν είχεν άκρα. Εκείνη απ’ τη γληγοράδα της πάλι τα ‘φτακε. «Μας έφτακε» λέει πάλι το παιδί. «Περβάτα και δεν μας φτάνουν!» «Μας έφτακαν», λέει. «Ρίξ’ το χτένι γλήγορα.» Έριξε το χτένι και γίνηκε ένα πηχτό ρουμάνι. Εκείνη απέρασε κι απεκεί. Και την τρίτη βολά έριξαν τ’ άλας και γίνηκε θάλασσα και δεν μπόρεσαν να περάσουν. Στάθηκε τότες η τσούπρα και κοίταζε πέρα και της λέει η μάνα της «γύρισε πίσω μάτια μου και δεν σας κάνω τίποτας». Αυτά δε θέλησαν. Εκείνη τα φοβέριζε και χτυπούσε τα στήθια της απ’ το γενάτι της. Εκείνα πάλι δεν θέλησαν να την ακούσουν και κίνησαν να φύγουν.

Και σαν πήγαν ως ένα μέρος μακριά, λέει ο Αστερνός: «Εδίψασα Πούλιω!» «Περβάτα», του είπεν αυτή «κι εκεί πέρα είν’ η βρύση του βασιλιά και πίνεις». Πάλι σαν πήγαν κάμποσον τόπο, λέει το παιδί «διψώ, θα σκάσω!» Κι εκεί βρήκαν μνιαν ομπλή (πατημασιά) από λύκο με νερό και της λέει: «Θα πιω από δω.» «Μην πίνεις» του λέει εκείνη «γιατί γίνεσαι λύκος και με τρως». «Δεν πίνω, αν είναι έτσι!», και κίνησαν πάλι. «Παν’ παν’, βρίσκουν μνιαν ομπλή απ’ αρνί με νερό και της λέει το παιδί: «Θα πια από δω, δε βαστάω, έσκασα!» «Μην πίνεις», του λέει η Πούλιω «γιατί θα γίνεις αρνί και θα σε σφάξουν». «Θα πιω», είπε «κι ας με σφάξουν». Κι ήπιε και γίνηκε αρνί και πάαινε από πίσω και βέλιαζε: «Μπε Πούλιω, μπε Πούλιω!»

«Έλα κοντά μου», είπεν η Πούλιω. Και πήγαν κάμποσο και βρήκαν τη βρύση του βασιλιά κι ήπιαν νερό. Τότες λέει η Πούλιω τ’ αρνιού: «Κάτσε, μάτια μου, εδώ με το σκυλί». Κι αυτή πήγε και περικάλεσε το Θεό αποκάτω σ’ ένα κυπαρίσσι ψηλό, ψηλό: «Θέ’ μου δώσ’ μου δύναμη ν’ ανέβω στην κορφή αυτού του κυπαρισσιού». Και δύναμη θειοτική την ανέβασ’ απάνου στο κυπαρίσσι κι εκεί ψηλά που ‘κατσεν αυτή, γίνηκεν ένας θρόνος ολόχρυσος και τ’ αρνί κάθισε με το σκυλί αποκάτω στο κυπαρίσσι κι έβοσκε. Σ’ ολίγη ώρα ήρθαν οι δούλοι του βασιλιά να ποτίσουν τ’ άλογα και σαν ζύγωσαν στο κυπαρίσσι τ’ άλογα σκιάχτηκαν κι έκοψαν τα καπίστρια κι έφυγαν από τις αχτίδες της Πούλιως, που ‘τανε πολύ όμορφη κι έλαμπε απάν’ απ’ το κυπαρίσσι. «Κατέβα κάτω» της λένε οι δούλοι «γιατί φοβούνται τ’ άλογα να πιούν νερό». «Δεν κατεβαίνω», τους λέει «ας πιούν τ’ άλογα νερό, εγώ δεν σας κάνω τίποτες». «Κατέβα», της λέν’ πάλι. «Δεν κατεβαίνω.» Παγαίνουν τότες στο βασιλόπουλο και του λέν’ το και το: «Κοντά στη βρύση, ψηλά σ’ ένα κυπαρίσσι, κάθεται μνια κοπέλα, και λάμπ’ η ομορφιά της κι απ’ τις αχτίδες της σκιάζουνται τ’ άλογα και δε θέλουν να πιούν και της είπαμε να κατέβει και δεν θέλει». Σαν άκουσε αυτά το βασιλόπουλο σκώνεται και παγαίνει και της λέει κι αυτό να κατέβει, και δε θέλησε. Και της λέει και δεύτερη φορά και τρίτη: «Κατέβα, θα κόψουμε το κυπαρίσσι αν δεν κατέβεις.» «Κόψτε το», λέει εκείνη «δεν κατεβαίνω». Και έτσι πήραν ανθρώπους να κόψουν το κυπαρίσσι. Κι εκεί που το ‘κοφταν, πάγαινε τ’ αρνί κι έγλειφε το κυπαρίσσι και γίνονταν διπλό απ’ ό,τ’ ήταν. Έδειραν, έδειραν να το κόψουν, δε μπόρεσαν. «Φύγετ’ ούλοι», λέει τότες το βασιλόπουλο απ’ το θυμό του κι έτσι έφυγαν ούλοι.

Πάει τότες απ’ τον καημό του σε μνια γριά και της λέει: «Αν μου κατεβάσεις εκείνη την τσούπρα απ’ το κυπαρίσσι, θα σου γιομίσω το φέσι φλουρί». «Εγώ να σου την κατεβάσω», λέει η γριά. Και παίρνει ένα σκαφίδι κι ένα κόσκινο κι αλεύρι και παγαίνει αποκάτω σ’ το κυπαρίσσι και βάν’ ανάποδα το σκαφίδι και το κόσκινο, κι έτσι κοσκίναγε. Γλέπ’ η τσούπρα τότες απ’ το κυπαρίσσι και φωνάζει: «Αλλιώς βάβω το σκαφίδι, αλλιώς και την κοσκινάδα.» Η βάβω πάλι καμώνονταν πως δεν άκουγε κι έλεγε: «Αχ, μάτια μου, ποιά ‘σαι, δεν ‘κούγω!» «Αλλιώς την πυκνάδα, αλλιώς και το σκαφίδι», της λέει και δεύτερου και τρίτου. Η βάβω της ματαλέει: «Δεν ακούγω μάτια μου, ποια ‘σαι, δε γλέπω! Έλα να μου δείξεις, έτσι να ‘χεις την ευκή του Θεού». Κι έτσ’ η κόρη από λίγο λίγο κατέβηκε κι όντας πήγε να της δείξει, ίσια βγήκε το βασιλόπουλο, που ήταν εκεί κρυμμένο, καιτην άρπαξε και την πάει. Και τ’ αρνί και το σκυλί ακολουθούσαν από πίσω. Και σαν πήγαν στο βασιλικό παλάτι, έκαμε χαρά και την πήρε γυναίκα. Ο βασιλιάς αγάπησε τη νύφη του πάρα πολύ και η βασίλισσα τη φτόνησε. Μνια μέρα, που βγήκε το βασιλόπουλο όξω, φώναξ’ η βασίλισσα τις δούλες και τις λέει να πάρουν τη νύφη της να σεργιανίσ’ στο μπαχτσέ  και να τη ρίξουν στο πηγάδι. Κι οι δούλες έκαμαν καθώς επρόσταξεν η βασίλισσα και την έριξαν στο πηγάδι. Ύστερα, σαν ήρθε το βασιλόπουλο και δεν την είδε, ρωτάει τη μάνα του: «Μάνα που είν’ η νύφη;» «Όξω», του είπε αυτή «πήγε να σεργιανίσει. Και καλά που δεν είναι αυτή εδώ τώρα», είπε «να σφάξουμε τ’ αρνί». «Αλήθεια», είπαν κι οι άλλοι. Ακούει τ’ αρνί αυτά, τρέχει στο πηγάδι και λέει της Πούλιως: «Μωρ’ Πούλιω θα με σφάξουν.» «Τσώπα μάτια μου και δε σε σφάζουν.» «Μωρ’ για, τροχούν τα μαχαίρια, μ’ έπιασαν! Θα με σφάξουν!» «Τί να σε κάμω μάτια μου;» του λέει, «με γλέπεις και ‘μένα που είμαι». Τότες οι δούλες έπιασαν τ’ αρνί και πήγαν να το σφάξουν, κι εκεί που του ακούμπησαν το μαχαίρι, επερικάλεσεν η Πούλιω το Θειό κι είπε: «Θέ μου! Τον αδερφό μου το σκοτώνουν και γω κάθουμαι στο πηγάδι.»

Κοπανιά, πετάχτηκε απ’ το πηγάδι και πήγε κι ήβρε τ’ αρνί, που του ‘χαν κομμένο το λαιμό. Σκούζει αυτή, φωνάζει να τ’ αφήσουν. Το ‘χαν κόψει. «Τ’ αρνί μου», λέει αυτή. Σκούζει, φωνάζει «τ’ αρνί μου!» Παρηγοριά δεν έχει. Παγαίνει ο βασιλιάς. «Τί θέλεις;» της λέει «φλουρένια μου, πες μου τί θέλεις να σου δώσω γω;» «Τίποτες», λέει αυτή «τ’ αρνί μου». «Τώρα ό,τι γένηκε γένηκε» της λέει «μόν’ τσώπα!» Και σαν το μαγέρεψαν, έβαλαν να φάν’. «Έλα να φάμε», της λέν’. «Έφαγα» λέει αυτή «δεν τρώγω τώρα άλλο». «Έλα καλή, έλα» της λέν’. «Φάτε, σας λέγω, έφαγα εγώ» Κι όντας σκόλασαν εκείνοι απ’ το φαγί, πήγ’ αυτή και μάζωξεν ούλα τα κόκκαλα και τα ‘βαλε σε μνια στάμνα και τα ‘θαψε μέσα στο μπαχτσέ. Κι εκεί που τα ‘θαψε, φύτρωσε μνια μηλιά ψηλή ψηλή κι έκαμεν ένα μηλό χρυσό. Και πολλοί πήγαν να το φτάσουν και δεν μπόρεσαν, γιατί όσο ζύγωναν σ’ αυτήν, τόσο ψήλωνε η μηλιά. Μόν’ η Πούλιω όντας σίμωνεν, χαμήλωνεν πάλι. Κι είπε του βασιλιά η Πούλιω: «Όλοι πήγανε και δεν έφτασαν το μήλο, ας πάω κι εγώ, θαρρώ πως θα το φτάσω.» «Πήγαν», της λέει «τόσ’ άξιοι παραπολύ να το φτάσουν, και δε μπόρεσαν, και θα το φτάκεις εσύ;» «Ας πάγω και γω», του είπε «κάμε μου το χατήρι!» «Σύρε κι εσύ», της είπε. Και μόλις ζύγωσε, χαμήλωσε η μηλιά, κι έφτασε το μήλο η Πούλιω. Και της λέει το μήλο: «Από ‘γάλι αγάλια τράβα, να μη με κόψεις.» Και το πήρε το και το ‘βαλε στην τσέπη της και φώναξε: «Έχε γειά, γλυκύτατέ μου πεθερέ, κι αυτή η σκύλα η πεθερά μου τον ύπνο ποτέ να μη χορτάσει». Κι έφυγε και δε μεταγύρισε. Κι ο Θειός τα λυπήθηκε κι έτσι γίνηκαν η Πούλιω πούλια κι Αστερνός αυγερινός.

Πηγή: Ιωάννου Γιώργος (1998:209-213) ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα.

Αποτύπωση των Πλειάδων (Πούλια) σε χάρτη, γύρω από το περίγραμμα ανθρωπίνου σώματος (work in progress)

Advertisements