Η Άνοιξη έρχεται αργά και ήσυχα
επιτρέποντας στο Χειμώνα ν’ αποσυρθεί
αργά και ήσυχα.
Τα χρώματα του βουνού τ’ απόγευμα
κουδουνίζουν με νοσταλγία.
Το τρομερό λουλούδι του πολέμου
άφησε παντού τα χνάρια του –
αμέτρητα πέταλα χωρισμού και θανάτου
σε λευκό και βιολετί.
Με τρυφερότητα ανοίγει η πληγή στα βάθη της καρδιάς μου.
Το χρώμα της το χρώμα του αίματος,
η φύση της η φύση τ’ αποχωρισμού.

Η ομορφιά της Άνοιξης με σταματά.
Πως θα μπορούσα να βρω άλλο μονοπάτι προς το βουνό;

Υποφέρω. Η ψυχή μου είναι παγωμένη.
Η καρδιά μου δονείται όπως η εύθραυστη χορδή ενός λαούτου
π’ αφέθηκε έξω, νύχτα, στην καταιγίδα.
Ναι, είναι πράγματι εκεί. Η Άνοιξη ήρθε στ’ αλήθεια.
Κι όμως ακούγεται κι o θρήνος
ξεκάθαρα, δίχως την παραμικρή αμφιβολία,
μαζί με τους όμορφους ήχους των πουλιών.
Μόλις γεννήθηκε η πρωινή πάχνη.
Η πνοή της Άνοιξης στο τραγούδισμά της
εκφράζει την αγάπη και την απόγνωσή μου.
Τόσο αδιάφορος ο κόσμος. Γιατί;
Ήρθα μόνος μου σε τούτο το λιμάνι,
και τώρα φεύγω πάλι μόνος.

Είναι τόσοι οι δρόμοι που οδηγούν στην πατρίδα.
Μου μιλούν μέσα από τη σιωπή. Επικαλούμαι το Απόλυτο.
Η Άνοιξη ήρθε σε κάθε
γωνιά των δέκα κατευθύνσεων.
Αλίμονο, το τραγούδι της δεν είναι παρά
το τραγούδι μιας αποχώρησης.

Thich Nhat Hahn

Advertisements