Συμβολικές απεικονίσεις της Γης.

Απόσπασμα από το έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη (1985: 174-175, 187-191) Η ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, Προβλήματα του Καιρού μας/ Εκδόσεις Ράππα, Αθήνα:

[…]

Κάθε τι που μας παρουσιάζεται, μέσα στον κοινωνικό-ιστορικό κόσμο, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το συμβολικό. Όχι ότι εξαντλείται σ’ αυτό. Οι πραγματικές πράξεις, ατομικές ή συλλογικές – η εργασία, η κατανάλωση, ο πόλεμος, ο έρωτας, η τεκνοποίηση – τα απειράριθμα υλικά προϊόντα, χωρίς τα οποία καμία κοινωνία δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε στιγμή, δεν είναι (πάντοτε ή απευθείας) σύμβολα. Όμως και οι μεν και τα δε είναι αδύνατα έξω από ένα συμβολικό δίκτυο.

Συναντούμε φυσικά το συμβολικό, κατά πρώτο λόγο στη γλώσσα. Το συναντούμε όμως, σ’ έναν άλλο βαθμό και μ’ έναν άλλο τρόπο, και στους θεσμούς. Οι θεσμοί δεν ανάγονται στο συμβολικό, όμως δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο μέσα σ’ αυτό, είναι αδύνατοι έξω από ένα δευτεροβάθμιο συμβολικό, συγκροτούν ο καθένας το δικό του συμβολικό δίκτυο. Μια δεδομένη μορφή οργάνωσης της οικονομίας, ένα σύστημα δικαίου, μια θεσμισμένη εξουσία, μια θρησκεία, υπάρχουν κοινωνικά ως κυρωμένα συμβολικά αιτήματα. Συνίστανται στο ότι συνδέουν σημαινόμενα (παραστάσεις, προσταγές, επιταγές ή προτροπές περί του πρακτέου ή μη, συνέπειες – σημασίες, με τη χαλαρή έννοια του όρου) σε σύμβολα (σε σημαίνοντα) και στο ότι προσδίδουν κύρος σ’ αυτά, στο ότι, δηλαδή, καθιστούν αυτή τη σύνδεση λίγο πολύ αναγκαστική για την κοινωνία ή τη θεωρούμενη κοινωνική ομάδα. Ένας τίτλος ιδιοκτησίας, μια πράξη πωλήσεως, είναι ένα σύμβολο του κοινωνικά κυρωμένου «δικαιώματος» του ιδιοκτήτη να προβαίνει σε έναν απεριόριστο αριθμό πράξεων επάνω στο αντικείμενο της ιδιοκτησίας του. Ένα φύλλο μισθοδοσίας είναι το σύμβολο του δικαιώματος του μισθωτού να απαιτεί μια ορισμένη ποσότητα χαρτονομισμάτων που είναι το σύμβολο του δικαιώματος του κατόχου τους να επιδίδεται σε μια ποικιλία αγοραστικών πράξεων, κάθε μία από τις οποίες είναι με τη σειρά τους συμβολική.

[…]

Κάθε φουνξιοναλιστική άποψη γνωρίζει και πρέπει να αναγνωρίσει τον ρόλο του συμβολικού στην κοινωνική ζωή.

Όμως σπάνια μόνο αναγνωρίζει τη σημασία του – και τότε τείνει να την περιορίσει. Ή το συμβολικό θεωρείται σαν απλό ουδέτερο επικάλυμμα, σαν εργαλείο τελείως πρόσφορο για την έκφραση ενός προϋπάρχοντος περιεχομένου, της «αληθινής υποστάσεως» των κοινωνικών σχέσεων, που εν προκειμένω δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτα. Ή η ύπαρξη μιας «ιδίας λογικής» του συμβολικού αναγνωρίζεται, αυτή όμως η λογική θεωρείται αποκλειστικά σαν ένταξη του συμβολικού σε μια ορθολογική τάξη, που επιβάλλει τις συνέπειές της, είτε αυτές είναι ηθελημένες, είτε όχι. Τελικά, γι’ αυτή την άποψη, ο τύπος είναι πάντοτε στην υπηρεσία της ουσίας, η δε ουσία είναι «πραγματική-ορθολογική». Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα, κι αυτό καταστρέφει τις ερμηνευτικές αξιώσεις του φουνξιοναλισμού.

[…]

Η κοινωνία συγκροτεί τον συμβολισμό της, όχι όμως μέσα σε μια απόλυτη ελευθερία. Ο συμβολισμός πιάνεται από τη φύση, και πιάνεται απ’ την ιστορία (από αυτό που ήδη υπάρχει). Συμμετέχει, τέλος, στην ορθολογικότητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αναδύονται αλυσώσεις σημαινόντων, σχέσεις μεταξύ σημαινόντων και σημαινομένων, διασυνδέσεις και συνέπειες, που δεν είχαν ούτε επιδιωχθεί, ούτε προβλεφθεί. Ο συμβολισμός, που ούτε επιλέγεται ελεύθερα, ούτε επιβάλλεται στη θεωρούμενη κοινωνία, που δεν είναι ούτε απλό ουδέτερο εργαλείο και διαφανές medium, ούτε απροσπέλαστη αδιαφάνεια και αδάμαστη εναντιότητα, ούτε κύριος της κοινωνίας, ούτε υπάκουος σκλάβος της λειτουργικότητας, ούτε μέσο άμεσης και πλήρους συμμετοχής σε μια ορθολογική τάξη, καθορίζει πλευρές της κοινωνικής ζωής (και όχι μόνο αυτές που υποτίθεται ότι καθορίζει), ενώ συγχρόνως βρίθει από διαλείμματα και βαθμούς ελευθερίας.

Όμως, αυτά τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού, αν υποδεικνύουν το πρόβλημα που αποτελεί κάθε φορά για την κοινωνία η συμβολική φύση των θεσμών της, δεν το καθιστούν ωστόσο άλυτο, και δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την αυτονόμηση των θεσμών ως προς την κοινωνία. Στον βαθμό που συναντούμε στην ιστορία μια αυτονόμηση του συμβολισμού, αυτή η αυτονόμηση δεν αποτελεί έσχατο γεγονός, και εξηγείται αφ’ αυτής. Υπάρχει μια άμεση χρήση του συμβολικού, όπου το υποκείμενο μπορεί να αφεθεί να κυριαρχηθεί από αυτό, υπάρχει όμως και μια διαυγής ή ανακλασμένη χρήση του. Ακόμη και αν αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι εκ των προτέρων εγγυημένη (δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε μια γλώσσα, ούτε καν ένα αλγόριθμο, όπου το σφάλμα να είναι «μηχανικά» αδύνατο), εντούτοις πραγματοποιείται, και δείχνει έτσι την οδό και τη δυνατότητα μιας άλλης σχέσης, όπου το συμβολικό δεν είναι πλέον αυτονομημένο και μπορεί να φτάσει στην αντιστοιχία με το περιεχόμενο. Ένα είναι να λέμε ότι δεν μπορούμε να επιλέξουμε μια γλώσσα μέσα σε απόλυτη ελευθερία, και ότι κάθε γλώσσα σφετερίζεται αυτό που «έχουμε να πούμε». Άλλο είναι να πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε υπό την μοιραία κυριαρχία της γλώσσας και ότι πρέπει πάντοτε να λέμε αυτό που η γλώσσα μας αναγκάζει να λέμε. Δεν μπορούμε ποτέ να βγούμε από τη γλώσσα, αλλά η κινητικότητά μας μέσα στη γλώσσα δεν έχει όρια, και μας επιτρέπει να θέτουμε τα πάντα σε αμφισβήτηση, συμπεριλαμβανομένης και της γλώσσας και της σχέσης μας μ’ αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τον θεσμικό συμβολισμό – εκτός φυσικά από το ότι ο βαθμός πολυπλοκότητας είναι ασύγκριτα πιο υψηλός. Τίποτα από ό,τι ανήκει ως ίδιον στο συμβολικό δεν επιβάλλει αναπόφευκτα την κυριαρχία ενός αυτονομημένου συμβολισμού των θεσμών πάνω στην κοινωνική ζωή. Τίποτα, μέσα στον ίδιο τον θεσμικό συμβολισμό, δεν αποκλείει τη διαυγή του χρήση από την κοινωνία – όντας κι εδώ προφανές ότι δεν είναι δυνατό να συλλάβουμε θεσμούς που να απαγορεύουν «εκ κατασκευής», «μηχανικά», την υποδούλωση της κοινωνίας στον συμβολισμό της. Από αυτή την άποψη, υπάρχει στον δικό μας ελληνοδυτικό πολιτισμικό κύκλο, μια πραγματική ιστορική διαδικασία κατάκτησης του συμβολισμού, τόσο στις σχέσεις με τη γλώσσα, όσο και στις σχέσεις με τους θεσμούς.

[…]

Οι καθορισμοί του συμβολικού που περιγράψαμε, δεν εξαντλούν την ουσία του. Παραμένει μια ουσιαστική και αποφαστιστική για το θέμα μας συνιστώσα: η φαντασιακή συνιστώσα κάθε συμβόλου και κάθε συμβολισμού, σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν τοποθετούνται. Ας υπενθυμίσουμε την τρέχουσα έννοια του όρου φαντασιακός, η οποία προς το παρόν μας αρκεί: μιλούμε για φαντασιακό, όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι το «επινοημένο» – είτε πρόκειται για «απόλυτη» επινόηση («μια ιστορία εξ ολοκλήρου φανταστική») ή για μια ολίσθηση, μια μετατόπιση νοήματος, όπου διαθέσιμα ήδη σύμβολα επενδύονται με διαφορετικές από τις κανονικές σημασίες τους («τι πας να φανταστείς», λέει η γυναίκα στον άνδρα που την κατηγορεί για ένα χαμόγελο που ανταλλάσσει μ’ έναν τρίτο). Και στις δύο περιπτώσεις, εξυπακούεται ότι το φαντασιακό χωρίζεται απ’ το πραγματικό, είτε για να πάρει τη θέση του (ψέμα) είτε όχι (μυθιστόρημα).

Οι βαθιές και σκοτεινές σχέσεις συμβολικού και φαντασιακού εμφανίζονται αμέσως, εάν σκεφθούμε το ακόλουθο γεγονός: το φαντασιακό πρέπει να χρησιμοποιήσει το συμβολικό, όχι μόνο για να «εκφρασθεί», πράγμα που είναι αυτονόητο, αλλά και για να «υπάρξει», για να περάσει από το δυνάμει σε κάτι περισσότερο. Το πιο επεξεργασμένο παραλήρημα, όπως και το πιο μυστικό και το πιο ασαφές φάντασμα, αποτελούνται από «εικόνες», αυτές όμως οι «εικόνες» υπάρχουν ως εκπρόσωποι άλλου πράγματος, λειτουργούν επομένως συμβολικά. Αλλ’ αντιστρόφως, ο συμβολισμός προϋποθέτει τη φαντασιακή ικανότητα, και τούτο διότι προϋποθέτει την ικανότητα να θεωρούμε ένα πράγμα σαν κάτι που δεν είναι, να το βλέπουμε διαφορετικά απ’ ότι είναι. Εντούτοις, στο μέτρο που το φαντασιακό σημαίνει τελικά την πρωταρχική δύναμη να θέτει κανείς ή να δίνει στον εαυτό του, υπό τον τρόπο της παράστασης, ένα πράγμα και μία σχέση που δεν υπάρχουν (που δεν δίδονται ή που δεν δόθηκαν ποτέ στην αντίληψη), θα μιλούμε για ένα έσχατο ή ριζικό φαντασιακό, σαν κοινή ρίζα του πραγματικού φαντασιακού και του συμβολικού. Είναι τελικά η στοιχειώδης και απερίσταλτη ικανότητα να ανακαλούμε στον νου μας μια εικόνα. Η ακόλουθη παρατήρηση μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της αποφασιστικής επιβολής του φαντασιακού επάνω στο συμβολικό: ο συμβολισμός υποθέτει την ικανότητα να θέτουμε μεταξύ των δύο όρων μια διαρκή σύνδεση, έτσι ώστε ο ένας όρος να «εκπροσωπεί» τον άλλο. Μόνο όμως στα πιο προχωρημένα στάδια της διαυγούς ορθολογικής σχέσης αυτά τα τρία στοιχεία (το σημαίνον, το σημαινόμενο και η sui generis σύνδεσή τους) διατηρούνται ως ταυτοχρόνως ενωμένα και διακεκριμένα, μέσα σε μια σχέση συγχρόνως στέρεη και εύκαμπτη. Διαφορετικά, η συμβολική σχέση (της οποίας η «ιδία» χρήση υποθέτει τη φαντασιακή λειτουργία και την κυριάρχησή της από την ορθολογική λειτουργία) επανέρχεται ή μάλλον παραμένει εξαρχής στο σημείο όπου ξεκίνησε: στην άκαμπτη σύνδεση (τον περισσότερο καιρό, υπό τον τρόπο της ταύτισης, της συμμετοχής ή της αιτίωσης) σημαίνοντος και σημαινόμενου, συμβόλου και πράγματος, δηλαδή στο πραγματικό φαντασιακό. Αν, όπως είπαμε, το συμβολικό προϋποθέτει το φαντασιακό και στηρίζεται σ’ αυτό, τούτο δεν σημαίνει ότι το συμβολικό, συνολικά και στο περιεχόμενό του, είναι απλώς και μόνο πραγματικό φανταστικό. Το συμβολικό περιλαμβάνει, σχεδόν πάντοτε, μια «ορθολογική-πραγματική» συνιστώσα: αυτό που αντιπροσωπεύει το πραγματικό, ή αυτό που είναι απαραίτητο για να το σκεφθούμε ή για να δράσουμε επάνω του. Όμως αυτή η συνιστώσα είναι άρρητα συνυφασμένη με την πραγματική φαντασιακή συνιστώσα – και αυτό θέτει, τόσο στη θεωρία της ιστορίας όσο και στην πολιτική ένα ουσιαστικό πρόβλημα.

[…]

Advertisements