Κάποτε τα ποτάμια ήταν ακίνητα. Διέσχιζαν σα φλέβες από μολύβι τη γη και τα νερά τους ήταν βαριά και γκρίζα. Κάθε πλάσμα που επιθυμούσε να πιεί νερό, δεν είχε ν’ ανησυχεί πως θα το βρει. Χειμώνα-καλοκαίρι, μέρα ή βράδυ, με βροχή ή με ήλιο, οι ποταμοί παρέμεναν ίδιοι κι απαράλλαχτοι.
Υπήρχε κι ένας ποταμός λίγο διαφορετικός. Όλο και πήγαινε να ξεχειλίσει κατά τη μία ή την άλλη μεριά, πέρα από τη συνηθισμένη κοίτη του, αλλά οι άνθρωποι των χωριών τριγύρω είχαν το νου τους κι όταν χρειαζόταν έσπευδαν με φτυάρια κι αξίνες, σακιά άμμο και πέτρες να επαναφέρουν τη μορφή στο άμορφο όπως λέμε. Την ίδια μορφή πάντα.
Σ’ ένα από τα χωριά ζούσε μια γυναίκα. Όλοι την ήξεραν, μα κανείς δεν την γνώριζε. Ορισμένοι έλεγαν ότι μιλά πολύ κι άλλοι έλεγαν λίγο, κάποιοι υποστήριζαν πως αγαπά τους ανθρώπους, άλλοι πάλι πως δεν της καίγεται καρφί. Είχε μαλλιά μακριά: ήταν λευκά σαν το χιόνι, κόκκινα σαν τον πηλό, καστανά σαν τη γη, μαύρα σαν το κάρβουνο, ξανθά σαν τον ήλιο, γκρίζα σαν τα σύννεφα που τον σκεπάζουν ορισμένες φορές. Μα πιο παράξενα ήταν τα μάτια της: άλλαζαν χρώμα δέκα χιλιάδες φορές μέσα στη μέρα. Κι άλλοτε ήταν γαλήνια, άλλες φορές τρικυμισμένα.
Κατέβαινε συχνά στον ποτάμι. Μετακινούσε βότσαλα, ανασκάλευε το χώμα, μιλούσε με τα δέντρα – τα μόνα που ήταν δυσαρεστημένα με την ακινησία των ποταμών στον κόσμο ως είχε – παρατηρούσε τα πουλιά να πετούν ή τα ουράνια σώματα να εναλλάσσονται με απρόβλεπτη ακρίβεια, αδιάφορα, στον ουρανό. Στο χωριό την κοιτούσαν λοξά. Ποτέ κατάματα. «Δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει;», αναρωτιόντουσαν. Κι έφτιαχναν ιστορίες γι’ αυτά που δε γνώριζαν. Μα το χειρότερο ήταν πως τις πίστευαν κιόλας!
Κάποια νύχτα, η γυναίκα περπατούσε στην όχθη του ποταμού. Άκουσε έναν ψίθυρο. Ο ψίθυρος έγινε φωνή. Μούγκρισε σχεδόν!
«Βοήθησέ με», της είπε.
«Να σε βοηθήσω, αλλά πώς;», ρώτησε αυτή.
«Εσύ είσαι το κλειδί», ήρθε η απάντηση.
«Να σε βοηθήσω, αλλά γιατί;», ξαναρώτησε.
«Να ταξιδέψω», της είπε αυτή τα φορά η φωνή και η γυναίκα πρόσεξε τ’ ακίνητα μολυβένια νερά του ποταμού και κατάλαβε. Ή έτσι νόμιζε.
Μάταια προσπάθησε να βρει έναν τρόπο. Στην αρχή, έσκαψε τη μια δεξιά και την άλλη αριστερά. Έπειτα στάθηκε να περιμένει τη βροχή μπας και οι σταγόνες της πουν τι να κάνει. Μα εκείνες μόλις ακουμπούσαν το ποτάμι βάραιναν, σκούραιναν, γίνονταν ένα με το πηχτό μολύβι των νερών του, σιωπούσαν. Παρακάλεσε τον ήλιο, παρακάλεσε και το φεγγάρι μα δεν αποκρίθηκαν στις εκκλήσεις της. Προσευχήθηκε σε κάθε τι άυλο. Έπιασε τους συγχωριανούς της να ζητήσει βοήθεια. Κάποιοι την περιγέλασαν, άλλοι αδιαφόρησαν, ορισμένοι ανησύχησαν.
Οι μέρες περνούσαν, οι εποχές επίσης. Ο ποταμός φυλακισμένος στην ακινησία του κι εκείνη στην ανημποριά της. Ή έτσι νόμιζε.
«Τι σόι κλειδί είμαι;», ρωτούσε τον εαυτό της. Δεν καταλάβαινε. Είχαν περάσει πλέον τρία χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες. Άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν, οι σοδειές εναλλάσσονταν, τα πλάσματα της γης και τ’ ουρανού πότε πλήθαιναν και πότε λιγόστευαν.
Ήταν νωρίς το πρωί εκείνη τη μέρα. Μόλις που είχε χαράξει. Η αυγή στόλιζε τον ουρανό με χρώματα, να υποδεχθεί με τιμές τη ζωή που ξυπνούσε. Η γυναίκα στάθηκε κάτω από ένα δέντρο, ακούμπησε στον κορμό του, δεν είπε κουβέντα. Απλώς στεκόταν. Κι άξαφνα γνώριζε.
Προχώρησε στον ποταμό. Έβαλε τα πόδια της δισταχτικά στα νερά του και τα νερά ανασάλεψαν. Προχώρησε μέχρι τα γόνατα και τα νερά κυμάτισαν. Ένα βήμα ακόμα και τώρα το νερό της έφτανε μέχρι τη μέση και βαφόταν κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, αναστέναζε, σιγομουρμούριζε, ξεφυσούσε. Κι έπειτα μια απλωτή και το νερό της έφτανε τους ώμους κι αντάριασε, έγινε διάφανο, γαλάζιο, πράσινο, μαβί, ασημένιο, χρυσό, κινήθηκε μέχρι τις ρίζες των γύρω δέντρων, τα πότισε καλά-καλά να ξεδιψάσουν. Τα μαλλιά της απλώθηκαν στην επιφάνεια του νερού, τα στήθη της ανασηκώθηκαν κι έπειτα βούλιαξαν, χαμογέλασε. Και πλέον δε διέκρινες ίχνος της γυναίκας στο νερό: βυθισμένη μέσα του ούτε που τολμούσε ν’ αναπνεύσει στην αρχή, έπειτα ελευθέρωσε τον αέρα από τους πνεύμονές της και καλωσόρισε το νερό. Μεμιάς ο ποταμός ξεχύθηκε αριστερά και δεξιά, άλλαξε πορεία, σχημάτισε δίνες κι αμμούδες, προσκάλεσε τα πουλιά να βρέξουν τα φτερά τους στα νερά του, τα δέντρα να πιουν μ’ ευχαρίστηση, τα λουλούδια ν’ ανθίσουν.
Κανείς δεν ξαναείδε τη γυναίκα. Οι άνθρωποι στην αρχή απορούσαν, μετά την ξέχασαν. Έτσι συμβαίνει συνήθως. Καταγίνονταν άλλωστε με το ποτάμι τους. Ήταν απρόβλεπτο πλέον, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο αυτό τους άρεσε. Και πράγμα παράξενο: καμιά φορά νόμιζαν πως διέκριναν στα νερά του τη φιγούρα μιας γυναίκας να κολυμπά εντός του: ίδια με κύμα, με χέλι, με φως που ιριδίζει. Αλλά κι ο ποταμός δεν παραπονιόταν πια: είχε συναντήσει τη ροή του. Και μαζί μ’ αυτόν την είχε συναντήσει και κάθε άλλο ποτάμι που γνωρίζετε.

Advertisements