Είναι από τους δώδεκα χρόνους της ηλικίας μου που εβουλήθηκα να
περιδιαβάσω τον κόσμον· εζήτησα από τον πατέρα μου τον βασιλέα την
ελευθερίαν δι' αυτήν την βουλήν, και μετά χαράς μου την έδωσεν·
εδιώρισε μερικούς οφφικιάλους διά να τους έχω εις την συντροφιάν
μου και άνοιξε τους θησαυρούς του, και μου έδωσεν αναρίθμητα
αργύρια, διά να κάνω τιμήν εις τον εαυτόν μου οπόταν φθάνω εις
καμμίαν αυλήν βασιλικήν. Εμίσευσα λοιπόν από το Αστραχάν με τους
ανθρώπους που μου εδιώρισεν ο πατέρας μου· ανάμεσα εις αυτούς που
με εδούλευε διά λαλάς· ο οποίος κατά πολλά με αγαπούσε, και
ωνομάζετο Χασάν. Ήτον αυτός ένας άνθρωπος πολλά φρόνιμος και
πεπαιδευμένος εις τα πάντα, και το περισσότερον που μου άρεσεν εις
αυτόν ήτον που ότι εποθούσα, και ότι ήθελα, δεν μου εναντιώνονταν,
αλλά έκανε κάθε τρόπον που να ευχαριστήση την κλίσιν μου· και με
τούτον τον τρόπον που με εφέρνονταν με εμένα, απόκτησα το θάρρος
μου, και κάθε μου απόκρυφον εις αυτόν το εξεμυστηρευόμην.

Αφού εμισεύσαμεν από το Αστραχάν, εδιαβήκαμεν από διαφόρους τόπους
και βασίλεια· και όπου και αν απερνούσα, έκανα με τα δώρα μου και
τα μεγαλοπρεπή μου έξοδα να δειχθώ ποίος ήμουν. Και μίαν ημέραν
ευρισκόμενος εις το Σουράτ, λέγω του λαλά μου· Χασάν, είμαι
βαρεμένος εις το να ταξειδεύω με μορφήν βασιλοπούλου· οι τιμές που
παντού μου κάνουν, αρχινούν να μου είνε ανυπόφερτες· δεν
απολαμβάνω εκείνην την ηδονήν, που εις τα ταξείδια οι περιηγηταί
χαίρονται οπόταν ταξειδεύουν αγνώριστοι· αφήνω πολλά πράγματα που
δεν τα βλέπω· το μεγαλείον μου δεν με καλεί να πηγαίνω να τα
βλέπω· και δεν ημπορώ να πληρώσω κατά πως θέλω την επιθυμίαν μου.
Επιθυμούσα να ήμουν ωσάν ένας απλούς άνθρωπος, διά να ημπορώ να
ιδώ κάθε ταπεινόν πράγμα χωρίς να έχω αντίρρησιν, το οποίον θέλει
μου είνε και διά περισσοτέραν μου πράξιν. Ο Χασάν επαίνεσε την
γνώμην μου, και δεν έχασε καιρόν που να πληρώση την επιθυμίαν μου.
Και εκείνην την ημέραν έστειλαμεν όλους τους άλλους που μας
εσυντρόφευαν οπίσω εις τον πατέρα μου, και εμείναμεν ημείς μόνον
οι δύο και παίρνοντας πολλά διαμαντικά μαζί μας, εμισεύσαμεν απ'
εκεί, και ύστερα από μίαν μακρυνήν στράταν εφθάσαμεν εις την πόλιν
της Καρίσμου, εις την οποίαν εβασίλευεν ο Κηλήτζ Αρσλάν.

Την δευτέραν ημέραν αφού εφθάσαμεν εκεί, εβγήκαμεν διά να
σεργιανίσωμεν την χώραν την οποίαν εύραμεν πολλά ωραιοτάτην.
Εσταθήκαμεν ξεχωριστά διά να στοχασθούμεν ένα παλάτι, που μας
εφάνηκε να ήτον μία φτιάσις πολλά εξαίρετη, και ήτον ξεχωριστόν
από τα άλλα τα σπήτια, κείμενον εις την άκρην της πολιτείας,
περιτειχισμένον με χαμηλά τείχη, και ολοτρόγυρα του τείχους ήτον
πολλότατοι πύργοι πολλά υψηλοί και στενοί. Μας ήλθεν επιθυμία διά
να υπάγωμεν εις αυτό το παλάτι να το ιδούμεν· και πλησιάζοντες εις
αυτό ακούομεν να εβγαίνουν διάφορες φωνές από εκείνους τους
πύργους, εις τους οποίους ήτον μέσα άνθρωποι κλεισμένοι και
ωμιλούσαν με φωνές πολλά δυνατές· άλλοι μεν ετραγουδούσαν, άλλοι
εγελούσαν, και άλλοι έκλαιαν. Και από αυτά τα σημεία
εστοχασθήκαμεν ότι ήτον ο τόπος όπου είχαν τους τρελλούς
κλεισμένους· και πηγαινάμενοι παρεμπρός εβεβαιωθήκαμεν πως ήτον
έτσι, με το να ηκούσαμεν που να επαραμιλούσαν και να έλεγαν λόγια
χωρίς στόχασιν, και ολονών οι τρελλές κουβέντες που έκαναν ήτον
περί αγάπης, ώστε που εκρίναμεν ότι η τρελλαμάρα τους θα είχε
προξενηθή από αγάπην και διά τούτο τους εβάλαμεν εις εκείνους τους
πύργους.

Και εκεί που με τον λαλά μου εκάμαμεν αυτούς τους στοχασμούς διά
τους τρελλούς, ανταμώνομεν έναν από τους φύλακας εκείνου του
τόπου, και τον ερωτήσαμεν διά να μας ειπή, διατί εκείνοι οι
τρελλοί μιλούν όλο δι' αγάπην; Μη θαυμάζετε, εκείνος μας απεκρίθη,
ότι αυτοί οι τρελλοί μιλούν περί αγάπης, επειδή και από αυτήν
προέρχεται το κακόν τους· εσείς από ότι καταλαμβάνω είσθε ξένοι,
και βεβαίως δεν είχετε πλέον σταθή εις το μέρος της Καρίσμου, με
το να μην ηξεύρετε που αυτοί ετρελλάθηκαν με το να είδαν την
Ρετζίαν θυγατέρα του Σουλτάνου μας· μα επειδή και δεν έχετε
είδησιν δι' αυτήν την υπόθεσιν, θέλω να σας ευχαριστήσω να σας την
διηγηθώ.

Αν ηξεύρετε, ότι αυτή η βασιλοπούλα, ηκολούθησεν αυτός παίζει
κάποιες φορές το κοντάρι εις το φανερόν· η οποία εκείνες τις ώρες
έχει ξέσκεπον το πρόσωπόν της, και καθένας ημπορεί να την ιδή· μα
αλλοί εις εκείνους που σταματήσουν διά να την θεωρήσουν· διαπερνά
εις τους οφθαλμούς του μία αγάπη, που τους γεννάται θανατηφόρος·
κάποιοι πέφτουν λιγοθυμημένοι, και αποθνήσκουν απελπισμένοι διά να
μη ημπορούν να την απολαύσουν· άλλοι σκοτώνονται μοναχοί τους από
την απελπισίαν τους και άλλοι χάνουν το λογικόν τους, τους οποίους
τους φέρνουν και τους κλείουν εις ετούτους τους πύργους καμωμένους
επιταυτού από τον Σουλτάνον. Αυτός ο βασιλεύς αντίς να εμποδίση
την θυγατέρα του εις το να βγαίνη να την βλέπη ο λαός, φαίνεται να
λαμβάνη μίαν βάρβαρον ηδονήν από των δυστυχιών, που από αυτήν
προξενούνται, και κενοδοξείται που έκαμε να γεννηθή ένα πλάσμα
τόσον ζημιώδες. Εις το αναμεταξύ που αυτός ο φύλακας μας ωμιλούσε,
βλέπομεν να φθάνη ένας μέγας αριθμός κόσμου από την χώραν με
πολλές φύλαξες του Σουλτάνου, που έφεραν δύο νέους διά να τους
βάλλουν εις τους πύργους. Βλέπετε, εφώναξεν, ετούτους τους νέους
τρελλούς που τους φέρουν εδώ; βέβαια, λέγει ο φύλακας, η
βασιλοπούλα Ρετζία κατά πως φαίνεται σήμερον παίζει το κοντάρι.

Ακόμη δεν είχε τελειώσει αυτόν τον λόγον, και ευθύς τον απαρατώ.
Υπάγω του είπα, να ιδώ που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα, θέλω ο
ίδιος να γένω κριτής της ωραιότητός της· αμφιβάλλω πολλά, ότι αυτή
θα είναι τόσον εξαισία, καθώς μου την περιγράφεις. Ο λαλάς μου
ετρόμαξεν εις τούτην την απόφασιν, και άρχισε να με εμποδίζη.
Αυθέντη, μου λέγει, με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, μην
παραδίνεσαι εις αυτήν την επιθυμίαν σε παρακαλώ· ποίον δαιμόνιον
σου την εφώτισεν; ιδού που θεωρούμεν με τους οφθαλμούς μας, και
ακούομεν με τα αφτιά μας τα θανατηφόρα αποτελέσματα, που κάνει
αυτή η θεώρησις της Ρετζίας· σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην,
να μη βαλθής εις αυτόν τον κίνδυνον· και έπαρε παράδειγμα από
αυτούς τους δυστυχείς, που εις τούτους τους πύργους ευρίσκονται
από αιτίαν της κλεισμένοι.

Δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως παρά να γελάσω, βλέποντας τον τρόμον
του Χασάν που τον επλάκωσε. Κατά αλήθειαν, του είπα, εσύ δεν έχεις
λογικόν· ημπορείς εσύ να δώσης πίστιν εις ένα φόβον τόσον γελοιώδη;
στοχάζεσαι ότι η θεωρία μιας ωραίας θα ημπορέση να με κάμη να χάσω
το λογικόν; εσύ ηξεύρεις καλώτατα, πως εις το παλάτι του πατρός
μου είχε πολλές ωραιότατες σκλάβες, και ποτέ καμμία δεν με έκανε
να σαλεύση ο νους μου προς αγάπην· μην πιστεύης λοιπόν ότι εις
μίαν στιγμήν ημπορεί να μου προξενήση η θεωρία της ένα τοιούτης
λογής αποτέλεσμα· στάσου χωρίς φόβον επάνω εις την περιέργειάν
μου, και μη σε μέλλη τίποτε πως η ωραιότης της Ρετζίας θα μου κάμη
κακόν αποτέλεσμα.

Ο Λαλάς μου εδιπλασίασε τας παρακαλέσεις του, μα εγώ σταθερός εις
την απόφασίν μου χωρίς να του ειπώ άλλο, εμίσευσα, και
περιπατώντας καμπόσον εσυναντήσαμεν ένα ιμάμην εις την στράταν,
τον οποίον ερώτησα διά να μου δείξη τον δρόμον, που υπάγει εκεί
που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα. Αχ δυστυχισμένε, αυτός
απεκρίθη, βλέπω που εβαρέθης εις το να χαρής το λογικόν σου· δεν
σου εδιηγήθη κανείς ποία αποτελέσματα προξενεί η θεωρία της
Ρετζίας; αν το ηξεύρης, είσαι πολλά αυθάδης εις το να μη φοβηθής
μίαν ωραιότητα τόσον φθοροποιάν. Μου έκαμεν αυτός και άλλες
νουθεσίες διά να με εμποδίση αν ήτον βολετόν· μα βλέποντας που δεν
έκανε τίποτε, μου έδειξε την στράταν με οργήν. Σύρε το λοιπόν, μου
είπεν όλος θυμωμένος, τρέξε εις τον αφανισμόν σου, επειδή και δεν
θέλεις να ακολουθήσης τες νουθεσίες μου. Μίαν στιγμήν υστερώτερα
αφού και άφησα τον ιμάμην, ήκουσα έναν τελάλην που εφώναζε, πως η
Ρετζία παίζει το κοντάρι, και πως όποιος είναι αστόχαστος ας υπάγη
να την ιδή, και το φταίξιμον θέλει είναι ιδικόν του διά το κακόν
που θέλει του τύχει.

Καθώς εγώ επλησίαζα εις το παιγνίδι έβλεπα μεγάλον φόβον ες τον
λαόν ήκουσα τους πατέρας που έκραζαν τα παιδιά τους και τα έκλειαν
εις τα σπήτιά τους, και άλλοι με μεγάλην επιμέλειαν τα εχάλευαν,
διά να τα εμποδίσουν, εις το να ιδούν την Ρετζίαν και διά αυτές
όλες τες προφυλάξεις που έβλεπα εγελούσα με τον εαυτόν μου, ομοίως
και διά τον φόβον του Λαλά μου. Οπόταν δε ήμουν ολίγον μακράν από
τον τόπον του παιγνιδιού, δεν έβλεπα άλλο, παρά γέροντας, και
αυτοί είχαν αντίρρησιν οι οποίοι έστεκαν μακράν από την
βασιλοπούλαν· και με όλα τα γηρατειά τους εφοβούνταν να μην
απεράσουν το επίλοιπον της ζωής τους εις τους πύργους, και
κοντολογής όλοι απέφευγαν από το να ιδούν το πλέον ωραίον της
φύσεως. Ως τόσον εγώ επλησίαζα με τόλμην χωρίς να ακούσω την φωνήν
κάποιων καλών γερόντων, που διά σπλάχνος και αυτοί μου έλεγαν να
γυρίσω οπίσω, μα πολλά αργά έφθασα εκεί. Επειδή και εκείνην την
στιγμήν ετελείωσε το παιγνίδι, και η Ρέτζια ανεχώρησε μπουλωμένη,
ώστε δεν ημπόρεσα να ιδώ άλλο παρά το φέρσιμόν της το οποίον μου
εφάνη μεγαλοπρεπέστατον.

Γυριζόμενος δε προς τον Λαλάν μου, πόσον είμαι δυστυχής, του είπα
με θλίψιν αν ολίγον προτήτερα είχα φθάσει, ήθελα ιδεί την Ρετζίαν.
Αυθέντη μου, απεκρίθη ο Λαλάς με μεγάλην χαράν, ευχαριστώ τον
ουρανόν, που εσύ δεν είδες μίαν τόσον φθοροποιάν μορφήν, η οποία
δεν ήθελε σου προξενήσει άλλο παρά ζημίαν. Εσύ δεν έχεις αιτίαν
ακόμη να χαρής, του απεκρίθηκα· επειδή και δεν την είδα σήμερον,
πρώτην φοράν που θα μεταβγή κατά την συνήθειαν, σου τάσσω πως θέλω
την θεωρήσει με στοχασμόν, με όλον που θα ήξευρα πως θέλει μου
προξενήσει την μεγαλυτέραν ζημίαν που θα στοχασθής.

Απέρασα όλον το επίλοιπον της ημέρας με αυτήν την απόφασιν, την δε
ερχομένην ημέραν εκηρύχθη εις την χώραν, ότι η Ρετζία δεν ήθελε
παίξει το κοντάρι εις την παρουσίαν του λαού, και ούτε θέλει φανή
αμπούλωτη εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων, επειδή και ο Σουλτάνος
έτσι απεφάσισεν, υποχρεωμένος από τες παρακάλεσες του Ντιβανιού
του, διά τες ζημίες που εις τον λαόν προξενεί η θεωρία της. Ετούτη
η προσταγή μού εστάθη θλιβερά τόσον όσον εστάθη χαροποιά του Λάλα
μου, ο οποίος μη ημπορώντας να κρύψη την ευχαρίστησίν του μου
είπεν. Αχ, κύριέ μου, τώρα σε βλέπω έξω από κάθε κίνδυνον η
βασιλοπούλα δεν θέλει έβγει πλέον εις το εξής από το σεράγι της,
και η ωραιότης της δεν θέλει βλάψει πλέον το γένος των ανθρώπων,
και δεν ημπορώ αρκετώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν δι' αυτό το
αίτιον. Γελάσαι, ω Χασάν, ευθύς τον αντέκοψα, αν πιστεύης ότι εγώ
θα παραιτηθώ, που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου, και με όλον
που κατά το παρόν είναι δύσκολον πολλά εις το να ιδώ την Ρετζίαν,
δεν θέλω λείψει όμως που να κάμω κάθε τρόπον, διά να εύρω το
μέσον.

Εις την εκτέλεσιν της βουλής μου, μου ήλθαν εις τον νουν διάφορα
εφευρέματα, και απεφάσισα εις τούτο· επήρα μαζί μου πολύ χρυσίον,
και εκίνησα διά να υπάγω να εύρω τον περιβολάρην του Σουλτάνου·
τον οποίον ευρίσκοντας του έβαλα μίαν σακκούλαν φλωριά εις τα
χέρια· λάβε, καλέ μου πατέρα, του είπα, ετούτην την σακκούλαν, που
είνε 500 φλωριά, και ακόμη περισσότερα θέλω σου δώσει αν μου κάμης
μίαν χάριν. Ο περιβολάρης ήτον ένας καλός γέρων, ο οποίος είχε
γυναίκα μίαν παρομοίαν εις την ηλικίαν του· επήρεν αυτός την
σακκούλαν με τα φλωριά, και χαμογελώντας μου είπε. Καλέ νέε, το
δώρον είνε πλούσιον, μα το ζήτημά σου ποίον είνε; Εγώ έχω να σε
παρακαλέσω του είπα, διά να μου κάμης την χάριν να εύρης το μέσον,
διά να με εμβάσης εις το παλάτι, διά να ιδώ μίαν φοράν μόνον την
βασιλοπούλαν Ρετζίαν, επειδή και κατά τον ορισμόν του βασιλέως δεν
εβγαίνει πλέον εις την χώραν να την ιδή κανείς. Ο περιβολάρης
ακούοντας παρόμοια λόγια ευθύς μου επέστρεψε τα φλωριά λέγοντας.
Ύπαγε απ' εμού, ω τολμηρέ νέε, επειδή δεν στοχάζεσαι τα
αποτελέσματα της ζητήσεώς σου· έξω που εμβαίνεις εις κίνδυνον να
χάσης το λογικόν σου· μα είνε που βάνεις εις κίνδυνον την ζωήν
σου, και την εδικήν μου· ύπαγε το λοιπόν, και μην ελπίζης ότι εγώ
θα κάμω ένα παρόμοιον πράγμα, μακάρι να ήξευρα πως θα με κάμης
ολόχρυσον.

Ένα τέτοιον ομίλημα δεν με απέλπισεν· ω καλέ πατέρα μου, του
εξαναείπα, ξαναδίδοντάς του πάλιν την σακκούλαν, μη μου αρνείσαι
την συνέργειάν σου· έχω μεγάλην επιθυμίαν να ιδώ την βασιλοπούλαν,
δεν ημπορώ παρά από λόγου σου να λάβω αυτήν την ευχαρίστησιν, αν
δεν με υπακούσης, εγώ αποθαίνω από τον πόνον μου. Η περιβολάρισσα
δεν ημπόρεσε να με ακούση χωρίς συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν και
ανταμωμένη μετ' εμένα αρχίσαμεν να παρακινούμεν με θερμότητα τον
άνδρα της διά να υπακούση τες παρακάλεσές μου. Αυτός ως τόσον
εβάλθη να διαλογίζεται χωρίς να μου αποκριθή· στοχαζόμενός τον πως
ακόμη αμφέβαλλεν, έβγαλα και του έδωσα και μερικά διαμάντια, διά
να τον παρακινήσω περισσότερον να κλίνη εις την ζήτησίν μου, τα
οποία, ωσάν τα είδε, τον εξύπνησαν από το βάθος των στοχασμών του.
Παιδί μου, μου είπε, δεν είνε χρεία να χαρίζης αυτά τα διαμαντικά
διά να με παρακινήσης να σε υπακούσω· επειδή και ευθύς που σε είδα
αγροίκησα προς του λόγου σου αγάπην, και αποφάσισα διά να σε
δουλεύσω, και εις ετούτην την στιγμήν μου έρχεται εις τον νουν μου
ένα μέσον διά να σου πληρώσω την επιθυμίαν, χωρίς κίνδυνον τόσον
εσένα ωσάν και εμένα. Αγκάλιασα τον γέροντα διά την καλήν ελπίδα
που μου έδωσε, και τον επερικάλεσα να μου φανερώση τον τρόπον που
εστοχάσθη. Κάνει χρεία, μου είπεν, ότι να γδυθής τα φορέματά σου
και να βάλλης πενιχρά· θέλω κάμει να σε πιστεύσουν διά δούλον μου·
μα έχοντας αυτά τα ξανθά μαλλιά, ημπορούν να έμβουν οι ευνούχοι
εις υποψίαν, και να σε ξεσκεπάσουν, και διά τούτο πρέπει να σου
σκεπάσω το κεφάλι με μίαν φούσκαν, και με αυτόν τον τρόπον θέλουν
σε στοχασθή δι' ένα κασιδιάρην, και ούτω δεν θέλουν σε εξετάξει
καθόλου.

Μου ήρεσεν η εφεύρεσις και ευθύς ενδύθηκα ωσάν δούλος του
περιβολάρη, έκρυψα τα μαλλιά μου με τον καλύτερον τρόπον που
ημπόρεσα υποκάτω εις την φούσκαν, και εμεταμορφώθηκα εις τρόπον,
που οι πλέον εντροπαλές γυναίκες ημπορούσαν να με κυττάξουν χωρίς
καμμίαν αντίρρησιν. Εις καιρόν δε που έκανα όλα αυτά και
εμεταμορφωνόμουν, ο Λαλάς μου αποκάνοντας που να με καρτερή ήλθεν
εις το σπήτι του περιβολάρη διά να με ιδή το τι κάνω, ο οποίος
εμβαίνοντας εκεί δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τα γέλοια, από την
έκστασίν του διά την παράξενην μορφήν μου. Και αφού του διηγήθηκα
την απόφασίν μου, του έδωσα θέλημα κάποτε να έρχεται εκεί διά να
μαθαίνη το τι ακολουθεί. Και ούτως αναχωρώντας ο Λαλάς μου, με
επήρεν ο περιβολάρης ευθύς, και με έφερε μαζή του εις το περιβόλι,
και μου έδειξεν εκεί το τι έχω να δουλεύσω και το τι έχω να κάμω,
και έπειτα αναμέρισεν. Εις καιρόν δε που εδούλευα, κάποιοι
ευνούχοι που απερνούσαν από σιμά μου με εστοχάσθηκαν, και
νομίζοντάς με αληθή κασιδιάρην εγέλασαν λέγοντες· ετούτος είνε
καινούριος δούλος του περιβολάρη, ιδέ τι νόστιμος κασιδιάρης που
είνε· έπειτα ηκολούθησαν την στράταν τους, και με άφησαν
χαρούμενον που δεν έλαβαν καμμίαν υποψίαν δι' εμένα.

Εις το τέλος της ημέρας ο γέροντας περιβολάρης ήλθε και με έκραξε
διά να δειπνήσωμεν και φέροντάς με εις την άκρην μιας βρύσης πολλά
κρύας που εις το περιβόλι ήτον, ηύραμεν εκεί ένα σοφάν εξαπλωμένον
επάνω εις τα χόρτα με διάφορα φαγητά· και εκαθήσαμεν διά να φάμεν.
Και αφού ετελειώσαμεν, ο γέρων κάνοντας κέφι από το κρασί που
έπιαμεν, άρχισε να λαλή ένα τζιβούρι που κοντά του είχε, εις
τρόπον που δεν ήξευρε τι έκανε. Και με όλον τούτο εγώ διά να τον
κολακεύσω, τον επαίνεσα πως το ελαλούσε με μεγάλην τέχνην. Τότε
αυτός λαμβάνοντας κάποιαν ευχαρίστησιν από τους επαίνους μου
έπαυσε, και μου το έδωσε εις το χέρι και εμένα διά να το λαλήσω·
λάβε, ω υιέ μου, μου είπε· λάλει και εσύ καμπόσον διά να ιδώ πως
το εξεύρεις· Εγώ τον επήκουσα και το επήρα, και έχοντας καλά την
πράξιν εις αυτό, άρχισα να το λαλώ συντροφιάζοντάς το με έναν ήχον
με την φωνήν μου, που τον έκαμα να μείνη εκστατικός, ο οποίος δεν
έλειψε που κατά πολλά να με επαινέση.

Εγώ επίστευσα ότι να μην έχω άλλον που να με θεωρή και να με
ακούη, παρά τον γέροντά μου, μα εγελάσθηκα. Ο Βεζύρης, ο οποίος
κατά τύχην εσεργιάνιζεν εις τον μπαχτζέ τότε, ακούοντάς την φωνήν
μου και το λάλημά μου επλησίασε προς ημάς. Εγώ βλέποντάς τον
εσηκώθηκα διά να αναμερίσω εις σημείον σεβασμού. Στάσου, μου είπε,
διατί θέλεις να μισεύσης; Ω κύριέ μου, του απεκρίθηκα, εγώ δεν
είμαι άξιος να σταθώ έμπροσθέν της μεγαλειότητός σου· σταμάτησε,
μου εξαναείπε, και πες μου ποίος είσαι. Ο γέροντας που με είδεν
αντραλωμένον, απεκρίθη διά εμένα λέγοντας· Αυθέντη, ετούτος είναι
δούλος μου, και είναι πολλά έμπειρος διά το περιβόλι, και είμαι
ευχαριστημένος που έκαμα τέτοιαν απόκτησιν. Ο βεζύρης αφού και
άκουσε τον περιβολάρην, με επρόσταξεν να ξανατραγουδήσω διά να με
ακούση· εγώ ελάλησα, και ετραγούδησα με τέτοιον τρόπον που τον
έβαλα εις θαυμασμόν. Όχι, εφώναξε, όχι, όλοι οι μουσικοί του
βασιλέως δεν παρομοιάζουν ετούτον· και μου κακοφαίνεται κατά πολλά
που είναι κασιδιάρης, και κάνει κακήν θεωρίαν· μα αν ήτον αλλέως
ήθελα να τον εβγάλω από αυτήν την κατάστασιν. Και αφού είπεν αυτά
τα λόγια ο βεζύρης ετραβήχθη· και την ακόλουθον ημέραν λέγει του
Σουλτάνου· η βασιλεία σου δεν ηξεύρει πως έχεις εις το περιβόλι
σου ένα θησαυρόν· και εις τον ίδιον καιρόν του διηγήθη τα πάντα
διά εμένα. Ο Σουλτάνος επάνω εις την διήγησιν του βεζύρη του
επεθύμησε διά να με ακούση. Θέλω υπάγει, του λέγει, σήμερον εις το
περιβόλι διά να ιδώ αυτόν τον κασιδιάρην, αν είναι καθώς μου το
παρασταίνεις· και όλοι έτσι λέγοντας, έδωσεν ευθύς θέλημα να
συναχθούν όλοι η μουσικοί του, και να υπάν με αυτόν εις το
περιβόλι διά να κάμουν μίαν συμφωνίαν μουσικής διά περιδιάβασιν·
και ούτως εφέρθησαν εις το περιβόλι.

Ευθύς που αυτός εκάθησεν εις ένα σοφά μεγαλοπρεπή, εγώ
επαρουσιάσθηκα έμπροσθέν του με ένα κανιστράκι από διάφορα άνθη·
έβαλα το κανίστρι εις τους πόδας του, και με όλον το σέβας
ετραβήχθηκα εις τα οπίσω. Ο βασιλεύς με εγνώρισεν ευθύς, ότι θα
ήμουν εκείνος που ο βεζύρης του εδιηγήθη· Α κασιδιάρη, μου είπε,
τι κάνεις εσύ εδώ; Ο γέροντάς μου που με εσυντρόφευεν απεκρίθη
πάλιν διά εμένα, και είπεν· ότι εγώ ήμουν δουλευτής του, και πως
ήξευρα την τέχνην διά να καλλωπίζω το περιβόλι· το οποίον το
εβεβαίωσε με τόσην δύναμιν ωσάν να ήθελε του ειπή την αλήθειαν. Ο
βασιλεύς θεωρώντάς με με προσοχήν λέγει του περιβολάρη· είνε
αλήθεια ότι αυτός ο δούλος σου λαλεί το τζιβούρι, και τραγωδεί με
πολλήν νοστιμάδα; Ναι, ω βασιλεύ, του απεκρίθη ο γέρων έχει μίαν
φωνήν που λογιάζω παρόμοια να μην ηκούσθη. Εγώ είμαι περίεργος να
τον ακούσω, απεκρίθη ο Σουλτάνος, ας ιδούμεν εκείνο που ηξεύρει να
κάμη.

Εκεί ολόγυρα ήσαν πολλοί ντζουντζέδες, και ένας από αυτούς διά να
προξενήση γέλοιον εις τους περιεστώτας ήλθε και μου έπιασε το χέρι
και με εβίαζε να χορέψω· μα εγελάσθη ο ταλαίπωρος, επειδή και εκεί
που με εβίαζε του εκτύπησα ένα μπάτσον τόσον σφοδρόν που
αντραλωμένος ήλθε κατά γης. Αυτό το κάμωμα επροξένησε περισσότερον
γέλοιο εις τον βασιλέα και εις τους λοιπούς παρά από εκείνο που ο
ζτουντζές εστοχάζετο να προξενήση, έπειτα από αυτό έδωκα να ιδούν
ότι εχόρευα καλύτερον από εκείνο που αυτός εστοχάζονταν. Ο
Σουλτάνος, ο βεζύρης και οι λοιποί που εκεί ευρίσκονταν, μου
έκαμαν χιλίους επαίνους. Έπειτα μου έδωσαν ένα τζιβούρι διά να το
λαλήσω· το οποίον το ελάλησα με μεγάλην επιτηδειότητα· μου
εφέρθηκαν και άλλα διάφορα όργανα μουσικά, τα οποία τα ελάλησα και
αυτά με τον όμοιον τρόπον, και ετραγούδησα και τόσους ωραίους
ήχους, που επροξένησαν μεγάλον θαυμασμόν εις τον βασιλέα και εις
τους περιεστώτας.

Επρόσταξεν ευθύς ο βασιλεύς διά να μου χαρίση ο ταμίας του μίαν
σακκούλαν με χίλια φλωριά· τα οποία λαμβάνοντάς τα, τα εδιαμοίρασα
εις τους μουσικούς. Όλοι της αυλής έμειναν εκστατικοί εις ετούτο
το κάμωμα· ετούτος ο νέος, έλεγαν, έχει μίαν καρδίαν γενναίαν, και
είνε αμαρτία να είνε κασιδιάρης. Ο βασιλεύς δεν έμεινεν ολιγώτερον
θαυμασμένος από αυτούς· ο οποίος με εξέταξε διατί δεν εκρατούσα
εκείνα τα φλωριά. Εγώ του απεκρίθηκα ότι δεν είχα χρείαν από
πλούτη, έχοντας την τιμήν να είμαι υπό την σκέπην της βασιλείας
του και να δουλεύω εις το περιβόλι του. Εφάνη αυτός πολλά
ευχαριστημένος διά την απόκρισίν μου· και έπειτα από αυτά και
άλλες περιδιάβασες που έγιναν εκεί εσηκώθη ο βασιλεύς με όλους της
αυλής του και ετραβήχθηκεν εις το παλάτι· και εγώ ευρέθηκα μοναχός
με τον γέροντα, με τον οποίον αφού εκάμαμεν διάφορες κουβέντες
δι' εκείνα που απέρασαν με τον βασιλέα της Καρίσμου, του εφανέρωσα
την ανυπομονησίαν που είχα εις το να ιδώ την βασιλοπούλαν Ρετζίαν.
Ήτον καλύτερα, παιδί μου, να μην την ιδής, μου απεκρίθη ο γέρων,
μα σαν η επιθυμία σου είνε τέτοια, ογλήγορα θέλεις την ιδεί να έλθη
εδώ. Και ακόμη δεν είχαμεν καλά τελειωμένα αυτά τα λόγια, ιδού και
έρχεται μία σκλάβα μπουλωμένη προς ημάς και μου λέγει· ύπαγε ευθύς
να μάσης λουλούδια και άνθη να τα προσφέρης της βασιλοπούλας, που
ευρίσκεται εδώ εις το περιβόλι. Κυρία μου, της επεκρίθηκα, είμαι
έτοιμος διά να την δουλεύσω· μα περικαλώ σε πώς έχω να παρασταθώ
εμπρός της με τούτην την μορφήν που είμαι; Αυτό δεν βλάβει, μου
απεκρίθη εκείνη· επειδή το έμαθε πως είσαι κασιδιάρης και το
περισσότερον ακούσαμεν να μιλήσουν διά εσένα πολλά καλά λόγια και
διά τούτο μην λαμβάνης καμμίαν αντίρρησιν, που να παρουσιασθής εις
την Ρετζίαν.

Καθώς εγώ δεν εζητούσα άλλο παρά ένα τέτοιον πρόσταγμα, ευθύς
επήρα ένα κανιστράκι, και επήγα και έμασα από τα πλέον ωραιότερα
λουλούδια και άνθη, και μαζί με εκείνην την σκλάβαν ήλθαμεν
υποκάτω εις έναν ίσκιον διαφόρων πυκνών δένδρων, εκεί που η Ρετζία
ήτον καθισμένη επάνω εις ένα θρονί χρυσό, περιτριγυρισμένη από
τριάντα σκλάβες νέες, η μία ευμορφότερη από την άλλην, που κατά
αλήθειαν δεν ημπορούσε να γένη μία εκλογή καλυτέρα από αυτήν διά
να συντροφεύσουν της Ρετζίας την ωραιότητα. Εγώ, πλησιάζοντας προς
αυτήν και βλέποντας την μεγάλην της ωραιότητα, έμεινα ξηρός και
ακίνητος εις την μέσην τους, μετά μάτια στεριωμένα επάνω εις αυτήν
και με το στόμα ανοικτόν· η σύγχυσίς μου και η εντροπή μου που
έλαβα, εις το να ιδώ την Ρετζίαν έδωσαν αιτίαν να γελάσουν όλες·
εφαινόμουν τόσον έξω του εαυτού μου, και τόσον αντραλωμένος, που
ημπορούσαν να στοχασθούν ότι ετρελλάθηκα· και κατά αλήθειαν η
κατάστασις εις την οποίαν ευρισκόμουν ολίγον εδιάφερνεν από ένα
αναίσθητον. Πλησίασε, μου λέγει εκείνη που με ωδηγούσεν, είσαι
ακίνητος ωσάν ένα ξόανον· σύρε να προσφέρης τα λουλούδια της
βασιλοπούλας. Εξύπνησα τότε από το θάμβος μου, και ερχόμενος εις
τον εαυτόν μου, επλησίασα εις τον θρόνον, και αφού έβαλα το
κανίστρι μου επάνω εις ένα σκαλίδι του θρόνου, έπεσα με το κεφάλι
κατά γης, έως που η Ρετζία μου είπε· σηκώσου επάνω, διατί έχομεν
επιθυμίαν να σε ιδούμεν. Εγώ την επήκουσα και τότε όλες οι
γυναίκες θεωρώντας την φούσκαν που είχα εις το κεφάλι, εδόθηκαν
εις μεγαλώτατα γέλοια, και να φωνάζουν τόσον, που με έκαμαν να
καταντροπιασθώ. Και αφού τες εδούλευσα διά περιδιάβασιν, η Ρετζία
έκαμε να μου δοθή ένα τζιβούρι, και με επρόσταξε να το συντροφεύσω
με την φωνήν μου λέγοντας· εσύ σήμερον άρεσες πολλά του Σουλτάνου
πατρός μου, έχω επιθυμίαν και εγώ διά να ιδώ αν είναι αλήθεια κατά
πως άκουσα. Άρχισα εγώ ευθύς να το λαλήσω, και το εσυντρόφευσα με
έναν ήχον Περσιάνικον, που τες έκαμα όλες να θαυμάσουν διά την
μελωδίαν μου· και όλες ομού με επαίνεσαν· έπειτα μου έδωσαν ένα
νάι, ένα βιολί, και άλλα διάφορα όργανα, τα οποία όλα έλαβα την
καλήν τύχην διά να λαλήσω με μεγαλωτάτην τέχνην, διά τα οποία
εξανάλαβα εκ νέου επαίνους.

Δεν ευχαριστήθη η Ρετζία εις τούτο, αλλ' ηθέλησεν ακόμη και διά να
χορεύσω. Και έτσι φέροντάς μου ένα ζευγάρι ζήλια εχόρευσα τόσον
νόστιμα διαφόρων λογιών χορούς που τες έκαμα όλες να μη παύσουν
από το να μου κάνουν χίλιους επαίνους· αχ και τι εύμορφα χορεύει,
έλεγεν η μία· τι φωνήν εύμορφην και διαπεραστικήν που έχει, έλεγεν
η άλλη· αν δεν είχε την κασίδα ημπορούσε να γένη ένας από τους
πλέον θαυμαστούς μουσικούς. Εις το αναμεταξύ, που αυτές μου έκαναν
αυτούς τους επαίνους, η Ρετζία με επιμέλειαν με εθεωρούσε χωρίς να
ειπή τίποτε, έπειτα διαλύοντάς την σιωπήν και κατεβαίνοντας από
τον θρόνον να γυρίση εις το παλάτι της, τι αμαρτία, εφώναξεν,
είνε, ότι αυτός να είνε κασιδιάρης. Και ευθύς που είπεν αυτά τα
λόγια, οι γυναίκες της την ακολούθησαν προς το παλάτι λέγοντας,
πόσον μας κακοφαίνεται ότι αυτός είνε έτσι κασιδιάρης.

Αφού και αυτές εμίσευσαν, εφέρθηκα ευθύς εις την οικίαν του
περιβολάρη, εις την οποίαν ηύρα και τον Λαλάν μου, που είχεν έλθει
να λάβη καμμίαν είδησιν διά εμένα. Και ευθύς που εμβήκα, τους
εδιηγήθηκα πως ερχόμουν από την Ρετζίαν, με την οποίαν έως εκείνην
την ώραν ευρισκόμουν εκεί. Αυτοί εις τέτοιαν διήγησιν ενεκρώθησαν,
και με εκύτταζαν τρεμάμενοι και φοβούμενοι μήπως και έχασα το
λογικόν μου που είδα την Ρετζίαν· εγώ εγνώρισα την υποψίαν τους,
και τους είπα· μη φοβάσθε πως εγώ έχασα το λογικόν μου, μα σας
ομολογώ πως δικαίως ετρελλάθηκαν όσοι την είδαν, και εις τον ίδιον
καιρόν τους έκαμα μίαν διήγησιν διά τα όσα απέρασαν υποκάτω εις
εκείνους τους ίσκιους, και πως ήθελα ακόμη να ακολουθήσω διά να
πηγαίνω εις εκείνον τον τόπον, διά να πασχίσω να αρέσω της
Ρετζίας. Τότε ο Λαλάς μου και ο γέροντας έκαμαν κάθε τρόπον διά να
με αντικόψουν από αυτήν την βουλήν μου, λέγοντάς μου, πως μου
φθάνει τόσον διά να μη μου συνέβη κανένας κίνδυνος, και άλλα
παρόμοια. Μα εγώ τον Λαλάν μου τον εμπόδισα που να με αντικόψη
πλέον, και τον γέροντα τον εκατάστησα με νέα δώρα διά να με αφήση
να ακολουθήσω την μορφήν που έλαβα.

Την ακόλουθον ημέραν ύστερον από το γεύμα, θέλοντας να αναπαυθώ,
επήγα σε ένα αυλακάκι από κρύον νερόν πυκνωμένον από φουντωτά
δένδρα, εις το οποίον η Ρετζία κάποιες φορές έρχονταν εκεί διά
περιδιάβασιν, με ελπίδα διά να την ανταμώσω εκεί. Καθήμενος εκεί
ήμουν περικυκλωμένος από χίλιους ηδονικούς λογισμούς, που δεν
επροσφέρονταν εις άλλον, παρά εις έναν που ήθελεν είνε τυφλωμένος
από αγάπην. Μα δεν διήρκεσαν διά πολύ αυτοί οι στοχασμοί μου·
επειδή και όντας εκεί πλησίον εις το νερόν, είδα μέσα εις αυτό την
άσχημον μορφήν μου η οποία με έθλιψε κατά πολλά, και
αναστενάζοντας από καρδίας, ω ουρανέ, εφώναξα, διά ποίον σκληρόν
γραπτόν εκαταντήθηκα να παρουσιασθώ εις μίαν βασιλοπούλαν που
αγαπώ με τούτην την συχαμερήν μορφήν; τι στοχασμός τάχατε είνε
τούτος που έκαμε; ημπορώ εγώ να ελπίσω, υποκάτω εις μίαν μορφήν
τόσον ουτιδανήν, να ελκύσω προς εμέ μίαν κλίσιν ερωτικήν; τι
παραξενιά; αχ, ηκολούθησα, εβγάζοντάς την φούσκαν από το κεφάλι
μου, αν ήθελεν ήτον δυνατόν να επαρουσιαζόμουν εις την Ρετζίαν
φυσικά καθώς είμαι, ημπορούσα να ελπίσω την αγάπην της, και όχι να
της προξενήσω συχασίαν. Και εκεί που έτσι εστοχαζόμουν, και άρχισα
να βάνω την φούσκαν εις το κεφάλι μου, ιδού και βλέπω μίαν σκλάβαν
να έρχεται προς εμένα. Κασιδιάρη, μου λέγει, η κυρία μου με
έστειλε διά να σου ειπώ, ότι ετούτην την νύκτα θέλει να σε εμβάση
εις το παλάτι της, διά να την ξεφαντώσης με τα τραγούδια σου·
θυμήσου να ευρεθής εδώ εις την μίαν ώραν της νυκτός, και αλλέως
μην κάμης.

Εγώ μη ζητώντας άλλο από αυτό, έτρεξα αφού και ανεχώρησα απ' εκεί
προς τον περιβολάρην διά να του δώσω την είδησιν διά την καλήν μου
τύχην, και διά να μη με καρτερή εκείνην την νύκτα· έπειτα εγύρισα
εκεί που ήμουν, και ανάμενα με ανυπομονησίαν μεγάλην διά να έλθουν
να με κράξουν. Και προς την μίαν ώραν της νυκτός βλέπω έναν
ευνούχον να έρχεται προς εμένα, ο οποίος μου είπε διά να τον
ακολουθήσω· εγώ ακολουθώντας τον με προθυμίαν, με έμβασεν εις το
χαρέμι από μίαν κρυφήν πόρταν, της οποίας αυτός εκρατούσε τα
κλειδιά, και με έφερεν εις τον χοντζερέ της Ρετζίας· έστεκεν αυτή
επάνω εις χρυσές μαξιλάρες και ολόγυρά της ήτον εκείνες οι ίδιες
γυναίκες που εις το περιβόλι είχεν· οι οποίες ευθύς που με είδαν
να φανερωθώ εκεί, εσηκώθησαν ευθύς φωνάζοντας ιδού ο κασιδιάρης
που έρχεται να μας περιδιαβάση. Νέε, μου λέγει η βασιλοπούλα, χθες
μου επροξένησες πολλήν ηδονήν με τα τραγούδια σου και με τους
χορούς σου· διά τα οποία επεθύμησα διά να σε ξαναϊδώ. Και εις τον
ίδιον καιρόν μου εδόθηκαν διάφορα όργανα, και τα ελάλησα,
τραγουδώντας καλύτερα από την άλλην ημέραν· έπειτα με επρόσταξε
διά να χορέψω· εγώ διά να δείξω την μάθησιν που είχα εις τους
χορούς, ηθέλησα διά να κάμω ένα χορόν, ο οποίος είχε πολλά
πηδήματα και κίνησιν σφοδράν και εκεί που ερριχνόμουν με
σφοδρότητα, η φούσκα που είχα εις το κεφάλι, μη όντας καλά
βαλμένη, μου επετάχθη από το κεφάλι και έπεσε κατά γης, και ευθύς
τα μαλλιά μου εξαπλώθηκαν εις τες πλάτες μου.

Οι σκλάβες καταλαμβάνοντάς τον δόλον εδόθησαν να φωνάζουν μεγάλως,
και η Ρετζία εφάνη πολλά θυμωμένη. Αχ, τρισάθλιε, μου λέγει, με
τόσον δόλον έρχεσαι να φανερωθής έμπροσθέν μου, η αυθάδειά σου
πρέπει να παιδευθή σκληρώς, και μη στοχάζεσαι διά την ηδονήν που
μου έδωσες να συμπαθήσω δι' αυτήν την απάτην. Και έτσι λέγοντας
έκαμε να κράξη τους ευνούχους της· οι οποίοι ερχόμενοι με επήραν
ως άρμα πύρινον, και με εφυλάκωσαν εις ένα κατώγι, έως να έλθη η
ημέρα. Και σαν εξημέρωσεν, έδωσαν είδησιν του βασιλέως διά εμένα·
έπειτα με επαράστησαν έμπροσθέν του. Αχ κακορίζικε, μου είπεν
αυτός, διά ποίαν αιτίαν έτσι μεταμορφωμένος είσαι δούλος του
περιβολάρη; ποίος ήτον ο στοχασμός σου; είχες αποφασίσει χωρίς
αμφιβολίαν να ατιμάσης το παλάτι μου; μα ας είναι ευχαριστημένος
ο ουρανός, που ο δόλος σου εξεσκεπάσθη, και η παιδεία σου είνε
αναμφίβολη· θέλω εις ετούτην την στιγμήν να σε δέσουν από τα
ποδάρια και να σε σύρη ένα άλογον εις όλην την χώραν, ως να γένης
κομμάτια, και ένας τελάλης να πηγαίνη έμπροσθέν σου φωνάζοντας τον
ανομίαν σου· και με τον ίδιον τρόπον θέλω να γίνη και εις τον
περιβολάρην, ότι καταλαμβάνω πως εσταθήκατε συμφώνως· τον οποίον
εκείνην την ώραν τον έφεραν και αυτόν εκεί.

Εις αυτό το αναμεταξύ που ο βασιλεύς έκανεν αυτήν την απόφασιν,
έφθασεν ένας αμπασατόρος από μέρος του βασιλέως της Γάζνας διά να
ζητήση την θυγατέρα του την Ρετζίαν εις γυναίκα, ειδεμή και δεν
θέλει τον υπακούσει, να του κηρύξη πόλεμον. Αυτή η είδησις έκαμε
τον βασιλέα να μεταβάλλη τον θάνατόν μας έως της αύριον και ούτως
επρόσταξε διά να μας φέρουν εις την φυλακήν. Ο Λαλάς μου
μαθαίνοντας το συμβεβηκός μου και την δυστυχίαν μου ολίγον έλειψε
που να αποθάνη από την θλίψιν του· μα με όλον τούτο δεν έλειψε που
διά νυκτός να πάρη τόσον βίον και διαμαντικά που μας ευρίσκονταν
και να τα φέρη μαζί του εις την φυλακήν που ευρισκόμουν με τα
οποία εκέρδισε τους φυλακάτορας και άνοιξαν την φυλακήν και
εφύγαμεν ομού με τον γέροντα και με τους ίδιους τους φύλακας. Και
περιπατώντας με μεγάλην βίαν όλην εκείνην την νύκτα το ταχύ
εβγήκαμεν από τα σύνορα του βασιλείου της Καρίσμου και εκεί
ευρεθήκαμεν ελεύθεροι από κάθε φόβον κινδύνου.

Ο Λαλάς μου δεν έλειπεν εις όλην την στράταν να με ονειδίζη διά
τον κίνδυνον που εβάλθηκα, και πως αυτός αν δεν έκανεν αυτήν την
κυβέρνησιν, ήθελα ήμην χαμένος. Και κατά αλήθειαν αυτής η προθυμία
του Χασάν που έδειξε προς εμένα, μου αβγάτισε κατά πολλά την
αγάπην μου προς αυτόν και του υπεσχέθηκα ότι εις το εξής δεν ήθελα
τον παρακούσει εις κάθε του συμβουλήν. Εβγαίνοντας λοιπόν από τα
σύνορα της Καρίσμου, είπα του γέροντος περιβολάρη, αν θέλη να έλθη
εις το βασίλειόν μου, και εκεί θέλω του κάμει μεγάλες τιμές, διά
τον κίνδυνον που διά λόγου μου εβάλθη. Αυτός δεν ηθέλησε, λέγοντάς
μου πως ήτον ευχαριστημένος να υπάγη εις τον τόπον που
εγεννήθηκεν, ο οποίος ήτον από το βασίλειον της Γάζνας, και εκεί
να κάμη κάθε τρόπο διά να φέρη την γυναίκα του διά να περάση το
επίλοιπον της ζωής του εν ησυχία· και ούτως ηκολούθησεν· ομοίως
και οι φύλακες, παίρνοντες άλλην στράταν ανεχώρησαν. Τότε εγώ και
ο Λαλάς μου μένοντες μοναχοί απεφασίσαμεν διά να γυρίσωμεν εις το
Αστραχάν εις το βασίλειον του πατρός μου· και έχοντας ακόμη εγώ
μαζή μου μερικά διαμαντικά έκαμα τα έξοδα της στράτας και πριν
φθάσωμεν εις τα σύνορα του Αστραχάν εσυναντήσαμεν ένα μεντζήλι,
που ο πατέρας μου έστελνε, με το οποίον μου έδινε την είδησιν πως
ευρίσκονταν άρρωστος· και επιθυμούσε μεγάλως να πηγαίνω να με ιδή
πριν αποθάνη. Αυτή η είδησις μου επροξένησε μεγάλην θλίψιν και
άρχισα να βιάζωμαι διά να φθάσω εις Αστραχάν· μα αλλοί εις εμένα,
που με όλην την βίαν που έλαβα να φθάσω, δεν επρόφθασα να εύρω τον
πατέρα μου ζωντανόν, επειδή και εκείνην την ώραν που εξεπέζευσα
έδωσε τέλος. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ πόση εστάθη η θλίψις μου,
που να μην προφθάσω μίαν ώραν εμπροσθήτερα διά να τον εύρω
ζωντανόν· μα το γραπτόν έτσι ηθέλησε, και πρέπει υπομονή.

Την άλλην ημέραν αφού και έκαμα να τον θάψουν με όλες τες τιμές
που ήτον ανέβηκα εις τον θρόνον, και έβαλα όλην μου την σπουδήν
διά να κυβερνήσω το βασίλειόν μου με ένα τρόπον που να είνε όλοι
ευχαριστημένοι. Έλαβα την καλήν τύχην να επιτύχω καθώς επιθυμούσα,
και εγεύθηκα τες γλυκύτερες ηδονές, που οι βασιλείς ημπορούν να
χαρούν· ήμην λατρευμένος από τους υπηκόους μου, και ακόμη είμαι·
και καθώς εγώ δεν πάσχω παρά διά την ευτυχίαν τους, έτσι και αυτοί
δεν στοχάζονται άλλο, παρά να με ευχαριστήσουν, και καθημερινώς να
εορτάζουν νέες χαρές εις τιμήν μου· με τούτο το μέσον η αυλή μου
έγινε μία κατοικία χαράς και αγαλλιάσεως· δεν είνε λαός που να
φαίνεται τόσον ευτυχισμένος ωσάν ετούτον· εγώ χαίρομαι την
ευτυχίαν τους, και φοβούμενος να τους την συγχίσω, βάνω κάθε
σπουδήν μου διά να κρύψω την θλίψιν, που με έχει περικυκλωμένον·
είμαι βέβαιος, ότι αν αυτοί ήθελαν ηξεύρει το πως δεν είμαι καθώς
δείχνομαι εις τους οφθαλμούς τους, αλλά είμαι έσωθεν γεμάτος από
ζωντανόν πόνον που με θερίζει, ηθέλετε ιδεί εις μίαν στιγμήν να
προξενηθή μία βαθεία θλίψις και μελαγχολία εις όλην ετούτην την
χώραν.

Ολίγον καιρόν ύστερον που έβαλα τα πράγματα του βασιλείου μου εις
καλήν τάξιν, εστοχάσθηκα ότι μου έλειπε το καλύτερον διά να με
κάμη τελείως ευτυχισμένον, που ήτον η απόκτησις της ωραιοτάτης
Ρετζίας, της οποίας η αγάπη με έκανε να μην έχω ησυχίαν με κανένα
τρόπον. Και ούτως απεφάσισα να στείλω τον λαλά μου Χασάν ωσάν
Αμπασατόρον προς τον βασιλέα της Καρίσμου, διά να του ζητήση την
θυγατέρα του Ρετζίαν εις γυναίκα μου. Ο οποίος πηγαίνοντας ύστερον
από μερικές ημέρες επέστρεψε χωρίς να κάμη τίποτε, λέγοντάς μου,
πως ο Σουλτάνος της Καρίσμου την είχε τάξει του βασιλέως της
Γάζνας, ο οποίος είχε σηκώσει τα άρματα εναντίον του και αν δεν
του την έταζε δεν έπαυεν ο πόλεμος, και είχαν κατά νουν ότι μετά
δύο ημέρες ύστερα από τον μισευμόν μου να του την στείλουν, και
είδα τες ετοιμασίες που έκαναν διά να την συντροφεύσουν.

Έλειψεν ολίγον μία τοιαύτης λογής είδησις που να με κάμη να χάσω
τον νουν μου και να τρελλαθώ. Και από την μεγάλην μου θλίψιν έπεσα
εις μεγάλην αρρώστιαν και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπόρεσα να
ελευθερωθώ από αυτήν εις καιρόν που ευρίσκετο το πνεύμα μου εις
μίαν κατάστασιν, που δεν ημπορούσε να ενεργήση εις ιάτρευσίν μου·
και με όλον που η υγεία μου εμεταγύρισε, δεν ανεπαύθη δι' αυτό η
καρδιά μου· ήτον πάντα ο νους μου βυθισμένος εις την ωραίαν
Ρετζίαν, την εφανταζόμην διά παντός εις τας αγκάλας του
ευτυχισμένου ανδρός της, και εκείνη η σκληρά δεν με άφινε ποτέ να
λάβω άνεσιν.

Μίαν ημέραν τον καιρόν που ευρισκόμουν εις τες συνηθισμένες μου
φαντασίες, έρχεται ο βεζύρης μου να μου ειπή, ότι είναι ολίγες
ημέρες, που έξω από τες πόρτες του Αστραχάν φαίνονται
μεγαλοπρεπέστατοι λουτροί με νερά καθαρά, που κάνουν χαράν και
θαυμασμόν και αυτοί οι λουτροί είνε στερεωμένοι επάνω εις στύλους
από εκλεκτόν μάρμαρον και όλος ο λαός τρέχει ακαταπαύστως διά να
τους ιδή και δεν τους θαυμάζει τόσον διά την μεγαλοπρέπειάν τους,
όσον τους θαυμάζει που δεν είδαν να τους φτειάσουν επειδή μίαν
ταχυνήν ευρέθησαν κτισμένοι. Έμενα εκστατικός εις παρομοίαν
διήγησιν και έλαβα την περιέργειαν διά να υπάγω να ιδώ με τους
οφθαλμούς μου ένα τέτοιον εξαίσιον κτίριον, το οποίον μου εφαίνετο
παράξενον. Επήγα μεταμφιεσμένος με τον βεζύρην μου εις αυτούς τους
λουτρούς, και αύξησεν ο θαυμασμός μου στοχαζόμενος την κατασκευήν
τους και την μεγαλοπρέπειάν τους, εκτός που το όλον ήτον πολλά
ευγενικόν, και καλά βαλμένον, επαρατήρησα ότι οι νέοι, που είχαν
την επιστασίαν εις το να πλύνουν τους ανθρώπους, που εκεί
επήγαιναν, ήταν τόσον ωραίοι και καλοκαμωμένοι, που επροξενούσαν
θαυμασμόν, και το περισσότερον που ωμοιάζονταν τόσον, που αδύνατον
ήτον να διαχωρίση τινάς τον έναν από τον άλλον. Ο αυθέντης των
λουτρών, ο οποίος ήτον έως χρονών πενήντα, εφαίνονταν ένας
μεγαλοπρεπής άνδρας· αυτός έστεκε με μεγάλην επιμέλειαν, διά να
κάμη τους νέους να δουλεύουν με πολλήν προσοχήν τους ανθρώπους,
που ελούονταν· οι οποίοι αφού και ελούονταν έβγαιναν και έπιναν
διάφορα ποτά, που επιταυτού είχαν ετοιμασμένα· και όλοι εμίσευαν
πολλά ευχαριστημένοι.

Γυρίζοντας εις το παλάτι μου με μεγάλον θαυμασμόν διά τα όσα είδα,
απεφάσισα να κράξω τον οικοκύρην των λουτρών, διά να τον εξετάσω
με ποίαν τέχνην τους έκαμε αυτουνούς τους θαυμαστούς λουτρούς
αιφνιδίως· και στέλνοντας έναν μου υπηρέτην επήγε και μου τον
έφερεν. Ο οποίος ερχόμενος έμπροσθέν μου έπεσεν εις τους πόδας μου
και τους εφίλησεν· εγώ τον εσήκωσα και του έκαμα μεγάλην δεξίωσιν.
Εκείνος ο άνθρωπος όντας υποχρεωμένος από την περιποίησιν που του
έδειξα, μου έκαμε διαφόρους επαίνους, και εδόθη εις ομιλίες τόσον
εύγλωττες, που μου αύξησε τον θαυμασμόν μου, ωσάν και των προεστών
του παλατίου μου. Η συναναστροφή του ήτον τόσον νόστιμη, και τόσον
χαριεστάτη που ο καθείς ελάμβανε μεγάλην ηδονήν να τον ακούη. Και
αφού και ετελείωσε να ομιλή, του είπα, μεγάλε Φιλόσοφε, επειδή
και δεν είναι δύσκολον να καταλάβω πως θάσαι ένας μέγας άνθρωπος,
έρχομαι να σου ζητήσω μίαν χάριν· ειπέ μου καθαρώτατα, και τίποτε
μη μου κρύψης, πώς έκαμες να κτίσης λουτρούς τόσον θαυμαστούς,
χωρίς κάνεις να σε καταλάβη; Βασιλέα μου, εκείνος απεκρίθη, κρατώ
εις την δούλευσίν μου σαράντα τεχνίτας, που είναι τόσον έμπειροι
και άξιοι, που παρόμοιοι δεν ημπορούν να είναι· ημπορώ με την
δούλευσίν τους να κατασκευάσω εις ολιγώτερον από μίαν ημέραν
παλάτια, που να μην ευρίσκωνται παρόμοια· αυτοί οι τεχνίται είναι
βουβοί, μα γροικούν ότι τους ειπή κανείς· δεν είναι χρεία να τους
ομιλήση όποιος θέλει, να τους προστάξη να κάμουν κανένα πράγμα,
επειδή και καταλαμβάνουν την γνώμην του πριν τους την φανερώση·
ανίσως και η βασιλεία σου ορίζη να έλθουν, διά να τους δώσης
καμμίαν προσταγήν να κάμουν, θέλω σε δουλεύσει μετά πάσης χαράς.

Έχοντας πολλήν επιθυμίαν διά να δοκιμάσω εκείνο που μου έλεγεν,
έστειλα ένα μου τζοχαντάρη και τους έφερε, τους οποίους ευθύς
εγνώρισα ότι ήταν εκείνοι που υπηρετούσαν εις τα λουτρά. Τότε ο
φιλόσοφος μου λέγει διά να τους προστάξω, να κάμουν εκείνο που
ήθελε μου αρέσει, μα πρώτον να βγάλω τους ανθρώπους μου έξω διά να
μείνουν μοναχοί, χωρίς να θεωρήσουν άλλοι τον τρόπον της τέχνης
του. Οι άνθρωποι μου επάνω εις αυτά τα λόγια ετραβήχθησαν χωρίς να
τους το ειπώ, και εμείναμεν ημείς οι δύο, και οι σαράντα τεχνίται
του. Και αφού εστοχάσθηκα πολύ τι δουλειά να μου κάμουν, τους
επρόσταξα να κτίσουν ένα κιόσκι εις την μέσην της αυλής μου· ευθύς
που έκαμα αυτήν την νεύσιν, όλοι αντελήφθησαν και ύστερον από
ολίγην ώραν εγύρισαν όλοι καταφορτωμένοι από ξύλα, πέτρας, και
άλλα αναγκαία διά να το κτίσουν. Και αποθέτοντας τα αναγκαία,
άρχισαν με μίαν ογληγορωτάτην επιτηδειότητα να το κτίσουν, που δεν
απέρασαν ολίγες ώρες, και το κιόσκι ευρέθη τελειωμένον και ήτον
τόσον ωραίον, που επροξενούσε μέγαν θαυμασμόν· είχεν ολόγυρά του
δώδεκα στύλους από δίασπρον, που έφεγγαν ως καθρέπται, και
εβλέπονταν εις κάθε του πλευρόν συντριβάνια ωραιότατα, των οποίων
τα νερά έπεφταν με ορμήν εις λεκάνες από πορφυρόν μάρμαρον.

Εκστατικός από τα πράγματα που έβλεπα, και από την επιστήμην του
φιλοσόφου, τον επερικάλεσα να μου εξηγήση πως αυτά όλα τα πράγματα
ημπορούσαν να γένουν. Βασιλέα μου, μου είπε, αυτή η εξήγησις θέλει
αρκετόν καιρόν διά να την κάμω, δώσε μου άδειαν μοναχά να σου
ειπώ, πως εγώ κυριεύω τριάντα εννέα επιστήμες. Αυτή η ομιλία μού
εβγάτισε την περιέργειάν μου διά να ακούσω να μου διηγηθή την
ιστορίαν του· του έκαμα άπειρα χάδια, και τον ερώτησα ύστερον από
ποίον τόπον ήτον· εγώ είμαι από τον τόπον της Μποχαρίας, και
Αβικένα με κράζουν, και ανίσως θέλεις να ακούσης την ιστορίαν μου,
είμαι έτοιμος διά να σου την διηγηθώ. Τον εβεβαίωσα πως δεν θέλει
μου κάμει καλύτερην χάριν από αυτήν, εις το να μου διηγηθή την
ιστορίαν του.
cxvxv
xcv
Πηγή: http://www.gutenberg.org/files/36688/36688-0.txt
Advertisements