[…] Δεν αρμενίζαμε πια στο ποτάμι, αλλά βαδίζαμε στη στέρεη γη σαν τους προσκυνητές. Ο Σααντί αναφέρει κάπου ποιος είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να ταξιδεύει: «Ένας κοινός τεχνίτης, ο οποίος θα μπορεί να βγάζει το ψωμί του με χειρωνακτική εργασία και δε θα αναγκάζεται να διακυβεύει τη φήμη για κάθε ψίχουλο, όπως έχουν πει οι φιλόσοφοι». Μπορεί να ταξιδεύει όποιος μπορεί να ζήσει με τους άγριους καρπούς και το κυνήγι. Μπορεί να ταξιδεύει κανείς πολύ γρήγορα και να βγάζει το ψωμί του στο δρόμο. Ορισμένες φορές δούλεψα κι εγώ ενώ ταξίδευα: Έκανα διάφορα μαστορέματα και επισκεύαζα ρολόγια, με το σάκο μου στην πλάτη. Κάποιος μου πρότεινε κάποτε να πάω να δουλέψω σε ένα εργοστάσιο, περιγράφοντάς μου τις συνθήκες εργασίας και το ημερομίσθιο, όταν είδε ότι κατάφερα να κλείσω το παράθυρο στο βαγόνι του σιδηροδρόμου με τον οποίο ταξιδεύαμε, αφού όλοι οι άλλοι επιβάτες είχαν αποτύχει όταν προσπάθησαν. «Μα δεν έχεις ακούσει ποτέ σου για τον Σούφι που κάρφωνε καρφιά στις σόλες των σανδαλιών του κι ένας αξιωματικός του ιππικού τον έπιασε απ’ το μανίκι λέγοντάς του ‘Έλα να πεταλώσεις το άλογό μου’»; Συχνά, όταν περνούσα από κάποιο χωράφι, οι αγρότες μου ζητούσαν να τους βοηθήσω στο μάζεμα του άχυρου. Μια φορά κάποιος μου ζήτησε να επισκευάσω την ομπρέλα του περνώντας με για επισκευαστή ομπρελών, επειδή, καθώς ταξίδευα, κρατούσα στο χέρι μια ομπρέλα, παρ’ όλο που έλαμπε ο ήλιος. Ένας άλλος ήθελε να αγοράσει το τσίγγινο κύπελό μου, βλέποντας ότι το είχα κρεμασμένο στη ζώνη μου, μαζί μ’ ένα τηγάνι στην πλάτη. Ο πιο φθηνός τρόπος για να ταξιδεύει κανείς, αλλά και ο πιο γρήγορος για τις μικρές αποστάσεις, είναι να ταξιδεύει με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα ένα κύπελο, ένα κουτάλι, μια πετονιά, λίγο καλαμποκάλευρο, λίγο αλάτι και λίγη ζάχαρη. Μόλις φτάσει σε κάποιο ρέμα ή σε κάποια λίμνη, μπορεί να πιάσει ψάρια και να τα ψήσει. Ή μπορεί να βράσει μια «γρήγορη πουτίγκα». Ή μπορεί να αγοράσει ένα καρβέλι ψωμί από έναν αγρότη για τέσσερις πένες, να το μουσκέψει στο επόμενο ρυάκι που θα συναντήσει και να το βουτήξει στη ζάχαρη που έχει μαζί του – αυτό μονάχα φτάνει να τον κρατήσει για μια ολόκληρη μέρα. Ή, αν είναι συνηθισμένος σε πιο χορταστικά γεύματα, να αγοράσει ένα λίτρο γάλα για δύο σεντς, να κομματιάσει μέσα σ’ αυτό το ψωμί ή την κρύα πουτίγκα του και να το φάει με το κουτάλι του απ’ το πιάτο του. Κάτι απ’ όλα αυτά εννοώ, όχι όλα μαζί. Έχω ταξιδέψει αρκετές εκατοντάδες μίλια με τον τρόπο αυτό, χωρίς να φάω ούτε ένα γεύμα σε σπίτι, ξαπλώνοντας για ύπνο στο έδαφος όποτε έβρισκα κάποιο βολικό μέρος. Ήταν φθηνότερο και από κάποιες απόψεις πιο επικερδές απ’ το να έμενα στο σπίτι. Κάποιοι ρωτούν γιατί άραγε να μην μπορεί κανείς να ταξιδεύει διαρκώς. Εγώ όμως ποτέ δεν έβλεπα το ταξίδι σαν έναν απλό τρόπο βιοπορισμού. Μια απλοϊκή γυναίκα κάτω στο Τίνγκσμπορο, στης οποίας το σπίτι έκανα μια στάση για να πιω νερό, όταν, αναγνωρίζοντας τον κουβά της, της είπα ότι είχα σταματήσει εκεί πριν εννέα χρόνια για τον ίδιο σκοπό, με ρώτησε αν ήμουν ταξιδιώτης, υποθέτοντας ότι από τότε δεν έκανα άλλο από το να ταξιδεύω, και τώρα απλώς ξαναπερνούσα από εκεί. Νόμιζε ίσως ότι το να ταξιδεύει κανείς ήταν κι αυτό ένα επάγγελμα, λιγότερο ή περισσότερο αποδοτικό, το οποίο δεν έτυχε να εξασκεί ο σύζυγός της. Το να ταξιδεύει όμως κανείς διαρκώς κάθε άλλο παρά αποδοτικό είναι. Ξεκινά με τον φθείρει τις σόλες των παπουτσιών, να κάνει τα πόδια να πονούν και πριν περάσει πολύς καιρός, φτάνει να φθείρει και τον ίδιο τον άνθρωπο, προκαλώντας του και πόνο στην καρδιά από πάνω. Έχω παρατηρήσει ότι η μετέπειτα ζωή όσων έχουν ταξιδέψει πολύ είναι εξαιρετικά θλιβερή. Το αληθινό και ειλικρινές ταξίδι δεν αποτελεί ψυχαγωγικό πάρεργο, αλλά είναι τόσο σοβαρό όσο ο τάφος ή όσο οποιοδήποτε κομμάτι του ταξιδιού της ανθρώπινης ζωής. ΓΙα να το μάθει κανείς καλά, χρειάζεται να περάσει πρώτα από μια μακρόχρονη περίοδο μαθητείας. Δεν μιλώ για εκείνους που ταξιδεύουν καθιστοί, τους στάσιμους εκείνους ταξιδιώτες που τα πόδια τους κρέμονται αντί να βαδίζουν, αδρανή σύμβολα της κίνησης, όπως όταν μιλά κανείς για «καθιστές κότες» δεν εννοεί εκείνες που «κάθονται όρθιες». Μιλώ για εκείνους που το ταξίδι, αποτελεί ζωή για τα πόδια και τελικά και θάνατο. Ο ταξιδιώτης πρέπει να ξαναγεννηθεί στο δρόμο και να κερδίσει το διαβατήριό του απ’ τα στοιχεία της φύσης, απ’ τη δική του ιθύνουσα τάξη. Θα βιώσει την εκπλήρωση της παλαιάς εκείνης απειλής της μητέρας του, που του φώναζε ότι θα τον γδάρει ζωντανό. Οι πληγές του θα βαθαίνουν σιγά σιγά, έτσι ώστε να μπορέσουν να γιάνουν από μέσα. Τα πέλματά του δε θα ξέρουν τι σημαίνει ξεκούραση, ενώ η κόπωση θα είναι το προσκεφάλι του τη νύχτα. Έτσι θα συγκεντρώνει εμπειρίες για τις βροχερές ημέρες. Έτσι συνέβαινε και μ’ εμάς.

Πηγή: Henri David Thoreau (2013:152-154) ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

cvc

Advertisements