Κάποτε έχει μαύρο χρώμα

ύστερα αντικρίζεις το έναστρο βαθύ σκούρο θαλασσί, και λες μπα, μαύρο – κατάμαυρο δεν υπάρχει

μορφή σχεδιασμένη τέλεια

ύστερα τον αντικρίζεις στο πρόσωπο του άγνωστου και λες μπα, δεν ξεχωρίζεται απ’ τις μεταμορφώσεις

κραυγή

ύστερα ακούς τη σιωπή σαν βουητό από κάποια έγκατα και λες μπα, κι όταν είναι βουβός φοβίζει

βαρίδια στα πόδια

ύστερα μπαίνεις στην αγκαλιά του πλήθους και λες μπα, και δρομέας γίνεται άμα χρειαστεί

εξουσία άρχοντα

ύστερα τον κοιτάς στα μάτια, τον ρωτάς ποιος είναι και λες μπα, μόλις σου πει ποιος είναι χάνει πόντους και σκήπτρα

προορισμό τελεσίδικο

ύστερα έρχεται το ξαφνικό του θανατικού και λες μπα, η απελπισιά και το μίσος θέριεψαν και γω δεν πρόφτασα μήδε να τον δω, μήδε να τον αφουγκραστώ.

Μια χαραμάδα έφτανε.

Να βάλω το λουλουδάτο φουλάρι, να βάλω τις φωνές, να τον πάρω στο κατόπι, να τον ρωτήσω ποιος είναι και τι θέλει. Ποιος είναι και τι θέλει. Να το πει να το φωνάξει.

Για να του πω απόμεινες ξεβράκωτος, δε σε φοβάμαι φόβε.

Advertisements