Η προσέγγιση στο δρόμο (streetwork) αποτελεί μια μορφή κοινωνικής παρέμβασης, η οποία έχει σαν στόχο τη δημιουργία υποστηρικτικής σχέσης με ανθρώπους, που έχοντας βιώσει χρόνιο κοινωνικό αποκλεισμό, δε διαθέτουν πλέον πρόσβαση σε κοινωνικές δομές και θεσμούς. Έχει επίσης σα στόχο την ενδυνάμωση/ κινητοποίηση των ανθρώπων αυτών, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιες οι κοινωνικές δομές μέσω της δράσης τους αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη ως προς το ρόλο που διαδραματίζουν εντός των συνθηκών κοινωνικού αποκλεισμού και ως προς την αναπαραγωγή διακρίσεων εκ μέρους τους. Προγράμματα προσέγγισης στο δρόμο βρίσκει κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Το καθένα παρουσιάζει τα δικά του χαρακτηριστικά, ανάλογα με το προφίλ του εκάστοτε πλαισίου (κάποια έχουν ακτιβιστικότερο χαρακτήρα, άλλα είναι πλήρως ενσωματωμένα στις επίσημες κοινωνικές δομές). Η πλειοψηφία των παρεμβάσεων στην Ελλάδα αφορά κατά κύριο λόγο χρήστες ουσιών, αστέγους, εκδιδόμενες/ους, παιδιά που εργάζονται στο δρόμο. Κανείς – προς το παρόν – δε φαίνεται να εστιάζει τη δράση του στην εργασία με νέους (αλλά και λιγότερο νέους) που θα κατατάσσονταν στην κατηγορία του «θύτη», αντί του «θύματος». Για παράδειγμα ομάδες νέων που παρουσιάζουν σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές (για παράδειγμα ασκούν βία – ως οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, ως μέλη οργανώσεων με ρατσιστικό προσανατολισμό κ.ο.κ.). Η θέση αυτή αφενός αναπαράγει μια αντίληψη και στάση που κατά μία έννοια προάγει τη θυματοποίηση σε ό,τι αφορά την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων, αφετέρου «ξεπλένει» από τα χέρια μας τις ευθύνες όλων μας σε ό,τι αφορά τη συνειδητή ή μη συμμετοχή μας στη διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων που ευνοούν την ανάπτυξη της βίας, δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την άσκηση βίας σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο.

Για να προχωρήσει κανείς ένα βήμα παραπέρα, έχει ν’ αναρωτηθεί τα εξής:

  • Ο δράστης ενός περιστατικού βίας είναι εξίσου θύμα της βίας που έχει ασκήσει και αν ναι, με ποιό τρόπο;
  • Οι θεσμοί και τα άτομα (δηλαδή οι πολίτες) κατά πόσο φέρουν ευθύνη για τα περιστατικά βίας που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη καθημερινότητα;
  • Ποιά είναι η σχέση θύτη – θύματος και ποιές είναι οι αμφισημίες που χαρακτηρίζουν κάθε «ρόλο»;

Όποια απάντηση κι αν δώσει κανείς στα παραπάνω ερωτήματα, έχει νόημα να προχωρήσουμε ως άτομα και ως κοινωνικά σύνολα σε μία συζήτηση ως προς το φαινόμενο της βίας.

Ως έναρξη ενός σχετικού προβληματισμού, ακολουθεί η συνοπτική περιγραφή ενός προγράμματος κοινωνικής παρέμβασης, το οποίο αφορούσε 200 νέους 12-18 ετών που εμπλέκονταν σε περιστατικά αυξημένης ρατσιστικής βίας (ως δράστες) στο Bermondsey του Νότιου Λονδίνου – όχι αποκλειστικά ‘λευκοί’ ή άντρες. Πρόκειται για το Bede Anti-Racist Detached Youth Project (1991-1993), το οποίο συντόνιζαν οι Aine Woods, Ray Barker και Santiago Kamara. Το 1997 η Stella Dadzie (που συμμετείχε ως εκπαιδεύτρια, σύμβουλος και ερευνήτρια) δημοσίευσε τη σχετική αναφορά με τίτλο «Blood, Sweat and Tears: A Report of the Bede Anti-Racist Detached Youth Work Project».

Γράφει η ίδια:

«Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος περίπου, μέχρι η ομάδα να γίνει έστω κι ελάχιστα αποδεκτή από την κοινότητα – ένα χρόνο φραστικών κακοποιήσεων, απειλών και τον εμπρησμό των χώρων μας – δεν έγινε φυσικά αποδεκτή απ’ όλους, αλλά από αρκετούς. Τόσους ώστε να αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορά. Παραλήπτης όλης αυτής της οργής των νέων ήταν μια ομάδα τριών ατόμων: μια μικροκαμωμένη Ιρλανδέζα, ένας ακτιβιστής και πρώην μέλος του Εθνικού Μετώπου (Natioanal Front) κι ένας ψηλός μαύρος άντρας. Το τριετές πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε από τον Εθνικό Οργανισμός Νεότητας, ενώ η ομάδα δραστηριοποιήθηκε σε μια περιοχή όπου οι ρατσιστικές επιθέσεις ήταν τόσο συνηθισμένες, ώστε όσοι ανήκαν σε εθνικές μειονότητες ή είχαν μαύρο δέρμα δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους τις νύχτες. Όλα ξεκίνησαν σε μια περίοδο όπου οι φόνοι των Stephen Lawrence – ενός μαύρου εφήβου ο οποίος στεκόταν στη στάση ενός λεωφορείου τη μέρα του φόνου – Rolan Adams και Rohit Duggal ήταν ακόμα «φρέσκοι» στο μυαλό των περισσοτέρων στη χώρα.

‘Η διαδικασία της γνωριμίας με αυτούς τους νέους ανθρώπους ήταν αργή και επώδυνη, αλλά σύντομα συνήθισαν να με βλέπουν στην περιοχή τους’ λέει η Woods.

Η ομάδα εργαζόταν εντατικά: συναντούσε κόσμο που εστίαζε στην εργασία με νέους (εμψυχωτές), επισκεπτόταν τα στέκια τους, ερχόταν σε συνδιαλλαγή με αστυνομικούς και κοινωνικούς λειτουργούς που γνώριζαν καλά τις συμμορίες της περιοχής και τους αργηγούς τους. Δεν αποτελεί καμμία ιδιαίτερη έκπληξη λοιπόν, το ότι η ομάδα έχει τόσο πολλές ιστορίες να αφηγηθεί.

‘Αφού καταφέραμε να εδραιωθούμε και να γίνουμε γνωστοί, στήσαμε ένα χώρο φιλοξενίας για γυναίκες-πρόσφυγες, λευκές και μαύρες’ αφηγείται η Woods. ‘Αλλά ένα Σαββατοκύριακο, όταν κανείς από μας δε βρισκόταν σε υπηρεσία, τηλεφώνησα στο γραφείο μου κατά τις οκτώ και μία μαύρη γυναίκα μου είπε: «Έλα γρήγορα, οι νεαροί εκτοξεύουν πέτρες στο κτίριο.» Την ικέτευσα να μην καλέσει την αστυνομία, πήρα τ’ αμάξι μου κι όταν έφτασα είδα 40 νέους άντρες, οι περισσότεροι γύρω στο 1,80 μ. ύψος, οι οποίοι κλωτσούσαν την πόρτα για να την σπάσουν, ουρλιάζοντας ρατσιστικά σχόλια και μουτζουρώνοντας όλους τους γύρω τοίχους με ρατσιστικά γκράφιτι.

‘Όταν τους είδα, πραγματικά έγινα έξαλλη. Αν και έχασα την ψυχραιμία μου όμως, ποτέ δεν έχασα τον αυτοέλεγχό μου. Καθώς προχωρούσα προς το κτίριο, παραμέριζαν μπροστά μου σα να ‘ταν η Ερυθρά Θάλασσα. Αν και μικροκαμωμένη, είχα δουλέψει πολύ σκληρά για να κερδίσω το σεβασμό τους. Ήταν φυσικά όλοι τους εκτός εαυτού, έχοντας καταναλώσει ένα σωρό ουσίες κι αλκοόλ’, αναφέρει.

Τελικά, οι γυναίκες κατάφεραν ν’ αφήσουν το κτίριο δίχως να τραυματιστεί καμιά τους. Και μέχρι να νυχτώσει για τα καλά, οι ίδιοι οι νέοι βοηθούσαν να καθαριστούν τα γκράφιτι από τους τοίχους. Τις επόμενες μέρες διαπραγματεύτηκαν όλοι από κοινού τους κανόνες εκείνους που θα έπρεπε να τηρούνται για να μπορούν να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις του Bede συχνότερα.»

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα προσέφερε στους νέους τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαφορετικές δραστηριότητες, όπως κολύμβηση και σκι, ποδόσφαιρο και εργαστήρια επισκευής δικύκλων (μηχανών), ταξίδια εντός και εκτός Αγγλίας. Μέσω των δραστηριοτήτων αυτών, οι συντονιστές του πρότζεκτ επεξεργάζονταν μαζί τους όποιες ρατσιστικές συμπεριφορές αναδύονταν, φροντίζοντας να κουβεντιάζουν σαν ίσος προς ίσο.

«Ο Barker λέει: ‘Οι κουβέντες που άνοιγα με τους νέους πάντα είχαν σχέση με το ρατσισμό. Το ότι παλιότερα ήμουν ανακατεμένος σε όλη αυτή την ιστορία με το Εθνικό Μέτωπο (NF-BNP) με βοήθησε ιδιαίτερα. Γιατί μπορούσα να μιλήσω μαζί τους για το πώς πραγματικά είχαν τα πράγματα. Ήμουν κάποτε ένας από αυτούς. Γνώριζα καλά τους ηγέτες που εξιδανίκευαν. Όμως επίσης γνώριζα ότι οι ηγέτες τους είχαν όλοι μεσοαστικές καταβολές και είχαν πάει στο πανεπιστήμιο – ένας από αυτούς μάλιστα είχε σπουδάσει στην Οξφόρδη.

‘Δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την εργατική τάξη στο Bermondsey. Έρχονται στην περιοχή και ξεσηκώνουν τους νέους, δημιουργώντας τους προβλήματα και σπρώχνοντάς τους στη φυλακή, ενώ οι ίδιοι στέλνουν δελτία τύπου φροντίζοντας να απεμπλέξουν τους εαυτούς τους από τις δραστηριότητες των νέων’.

Οι Woods, Barker και Kamara φρόντιζαν να εστιάζουν, όταν εργάζονταν με τους νέους, στην ιστορία του Bermondsey μέσα από τις σελίδες των παλιών τοπικών εφημερίδων, μιλώντας για τις εμπειρίες των Ιρλανδών μεταναστών που βίωναν παρόμοιες καταστάσεις με αυτές που βιώνει ο μικρός πληθυσμός των μαύρων σήμερα. Επεξεργάζονταν με τους νέους τα οικογενειακά τους επώνυμα, προκειμένου να εντοπίσουν τις δικές τους μεταναστευτικές ρίζες.

Στα ταξίδια που οργάνωναν εκτός Bermondsey, εστίαζαν στο τι σημαίνει να είσαι εσύ ο παρείσακτος κάπου. Και όλο αυτό το διάστημα, οι συντονιστές του πρότζεκτ υποστήριζαν τους νέους, προκειμένου να καταφέρουν να χτίσουν μια αίσθηση αυτοσεβασμού, η οποία να μην τρέφεται από τον αριθμό των θυμάτων τους.

Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, η αστυνομία ανέφερε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα στην περιοχή είχαν μειωθεί κατά 50 τοις εκατό.

«Θέατρο Σκιών για την Κοινωνική Δικαιοσύνη»

Αλλά εδώ δεν περιγράφουμε ένα παραμύθι. Το Bede Anti-Racist Detached Youth Project δεν μετέτρεψε πλήθη νέων ανθρώπων που εμπλέκονταν σε σοβαρά ρατσιστικά εγκλήματα σε ευχάριστους, ενσυνείδητους ως προς την έννοια της κοινότητας, πολίτες.

Παρόλα αυτά, κάποιοι νέοι άντρες και γυναίκες έμαθαν να συμμερίζονται όσους ανθρώπους διαφέρουν, βρίσκοντας καλύτερους τρόπους να διοχετεύουν την ενέργειά τους.

Ο Kamara αναφέρει: ‘Η πλειοψηφία των νέων αυτών ανθρώπων δεν άλλαξε, θα έλεγα. Όλα όσα γίνονταν κατά τη διάρκεια του πρότζεκτ, ξεγίνονταν μόλις επέστρεφαν στα σπίτια τους.

‘Υπήρξαν όμως και λίγοι που πραγματικά άλλαξαν εντελώς. Ακόμη κι αν μιλάμε όμως για έναν στους εκατό, τα νέα είναι καλά.’»

Η Dadzie προχωρεί περιγράφοντας μερικές από τις αρχές λειτουργίας του πρότζεκτ:

  • Δημιουργία μίας ομάδας που δεσμεύεται να εργαστεί με τους νέους, έχοντας βαθιά γνώση των φαινομένων του ρατσισμού και της τοπικής κοινότητας.
  • Σεβασμός και εκτίμηση προς τους νέους ανθρώπους, όντας σε θέση να κάνει κανείς διάκριση ανάμεσα στο πρόσωπο και τη συμπεριφορά του.
  • Καθημερινή τήρηση αρχείου των συναντήσεων με τους ανθρώπους που συναντάμε στο δρόμο, διασφαλίζοντας ότι οι συναντήσεις αυτές είναι καλά σχεδιασμένες και καταγράφονται εξίσου καλά.
  • Ομαδικές συναντήσεις των εμπλεκομένων στο συντονισμό, προκειμένου να προσδιορίζονται και να αναπτύσσονται αποτελεσματικές αντιρατσιστικές στρατηγικές.
  • Συνεχής αξιολόγηση της πορείας μας (τι πήγε καλά και τι όχι), ώστε η ομάδα να διδάσκεται με αμεσότητα και να αναπτύσσεται ανάλογα.
  • Συστηματική συνεργασία με γονείς και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, προκειμένου να ενταχθούν στο πρότζεκτ ή να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τις δράσεις του.
  • Απομόνωση των πρωταίτιων που επηρεάζουν τους συνομηλίκους τους και εργασία μαζί τους σε ξεχωριστό πλαίσιο.
  • Δημιουργία ξεκάθαρων ορίων ως προς τα μέλη των ομάδων, μέσω της από κοινού επεξεργασίας και συμφωνίας σε συγκεκριμένους κανόνες σε ό,τι αφορά ρατσιστικές συμπεριφορές και χρήση ουσιών, φροντίζοντας κανείς ν’ ανταποκρίνεται άμεσα κάθε φορά που οι κανόνες αυτοί δεν τηρούνται.
  • Ενθάρρυνση των νέων προκειμένου να εξετάζουν κριτικά τις διαδεδομένες αντιλήψεις για τη «ράτσα», το φύλο, τη σεξουαλικότητα και άλλα αμφιλεγόμενα θέματα, παρέχοντας τους ακριβή πληροφόρηση και τις υφιστάμενες εναλλακτικές αντιλήψεις.
  • Κοινοποίηση θετικών μοντέλων συμπεριφοράς όπως εκπροσωπούνται από τη ‘μαύρη’ κοινότητα και τα οποία θέτουν σε αμφισβήτηση τα συνήθη ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα.
  • Προγραμματισμός και διοργάνωση δραστηριοτήτων που αντιστοιχούν στα ενδιαφέροντα των νέων και επιτρέπουν συνδιαλλαγή ενός προς ένα ή κι εντός μικρών ομάδων.
  • Υποστήριξη των νέων στη δημιουργία σχέσης με τρίτα άτομα που μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά και σε φιλικό επίπεδο, επιτρέποντάς τους να νιώθουν αποδεχτοί για το ποιοί είναι.
  • Τιμιότητα και συνέπεια σε κάθε συνδιαλλαγή με τους νέους, προκειμένου να αναπτυχθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Τα προηγούμενα χρόνια, οι κοινωνικές υπηρεσίες είχαν «ξεγράψει» τους νέους αυτούς, καθώς τους θεωρούσαν χαμένη περίπτωση, αλλά και επικίνδυνους. Το Bede Detached Youth Work Project φρόντισε να μην αναπαράγει τις αντιρατσιστικές ρητορικές που οι νέοι άκουγαν ούτως ή άλλως στα σχολεία και είχαν συνηθίσει να «προσπερνούν». Χτίζοντας μια καλή σχέση μαζί τους, ως στόχος τέθηκε η κάλυψη των αναγκών τους. Παράλληλα, οι συντονιστές του πρότζεκτ στάθηκαν στα αίτια της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως η ανία, η επίδραση του οικογενειακού και λοιπού φιλικού περιβάλλοντος, η αίσθηση ότι κανείς περισσεύει, η αίσθηση της αδικίας και της μη πρόσβασης σε πολιτικές ίσων ευκαιριών, του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν ως απόρροια της κοινωνικής τους τάξης, οι διακρίσεις που βιώνουν λόγω των επιλογών τους αλλά και της έμφασης σε μία αντιρατσιστική ατζέντα που δε φαίνεται ν’ αντιλαμβάνεται πως μεταθέτει ζητήματα ρατσισμού προβάλλοντάς τα δεξιά κι αριστερά δίχως τελικά να λύνει κάτι σε βαθύτερο επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, δόθηκε έμφαση στην ουσιαστική υποστήριξη των νέων, ενώ παράλληλα ουδέποτε αποσιωπήθηκε ο στόχος των συντονιστών ως προς την κατάργηση των φαινομένων ρατσισμού, τα οποία αντιμετωπίστηκαν κατά πρόσωπο και ανοιχτά κάθε φορά που δινόταν η ευκαιρία.

«Ποτέ δε θεωρήσαμε στο πρόγραμμά μας», λέει η Stella Dadzie, «ότι κάτι πάει στραβά με τους νέους αυτούς. Η προσέγγισή μας βασίστηκε στην αντίληψη ότι μεγαλώνουν εντός ενός κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου το οποίο ευθύνεται για τις συμπεριφορές αυτές.

«Αυτό που κάναμε ήταν να αναδείξουμε την αφροσύνη που χαρακτηρίζει το ρατσισμό, η οποία δεν μπορεί ν’ αποτελεί τρόπο αντιμετώπισης της εσωτερικής ανασφάλειας και των αισθημάτων αποξένωσης».

Σύμφωνα με την ίδια, οι νέοι είναι πιο ανοιχτοί στην επεξεργασία παρομοίων θεμάτων όταν βρίσκονται εκτός σχολείου, καθώς κάποια στοιχεία του προγράμματος προσαρμόζονται με μεγαλύτερη ευελιξία στο κοινωνικό τους περιβάλλον. Οι ίδιοι, έχουν τη θέληση για προσωπικές αλλαγές, ακόμα κι όταν εξωτερικά παρουσιάζονται αποκομμένοι κι απόμακροι. Παρόλα αυτά, ο ρόλος του σχολείου παραμένει ιδιαίτερα σημαντικός και χρειάζεται να σταθεί κανείς με προσοχή στις απαραίτητες δράσεις εμπλοκής των σχολείων και των εκπαιδευτικών που εργάζονται σε αυτά, είτε αφορούν την ευαισθητοποίηση των τελευταίων και των μαθητών τους, είτε την ανάπτυξη κι εφαρμογή πρακτικών συμφιλίωσης (βλ. ζητήματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης).

Επιμύθιο: Έχοντας εκπαιδευτεί ν’ αντιλαμβανόμαστε τις κοινωνικές – και άλλες – πραγματικότητες υπό το πρίσμα μιας δυαδικής προσέγγισης της ζωής, δυσκολευόμαστε ν’ αντιληφθούμε πως ο ένας εμπεριέχει τον άλλο και άρα πως ο Άλλος είμαστε εν τέλει εμείς. Έχει έρθει η στιγμή να επεξεργαστούμε έμπρακτα τα απαραίτητα  βήματα προς την κατάργηση παρόμοιων διαχωρισμών – εφόσον φυσικά αυτό που επιδιώκουμε τρέφει την ίδια τη ζωή και όχι μια σειρά καθησυχαστικών αντιλήψεων για τον εαυτό μας.

Πηγές:

Advertisements