[…] Για τους δυνάστες, ωστόσο, πάντα εκείνοι που φταίνε είναι οι καταπιεζόμενοι (που, φυσικά, δεν τους ονομάζουν ποτέ «καταπιεζόμενους», αλλά – ανάλογα με το αν είναι συμπατριώτες τους ή όχι – «αυτοί εκεί» ή «οι τυφλές και φθονερές μάζες» ή «οι άγριοι» ή «οι ιθαγενείς» ή «οι ανατροπείς») γιατί είναι «βίαιοι», «βάρβαροι», «κακοί» ή «θηριώδεις» όταν αντιδρούν στη βία των καταπιεστών.

Κι όμως – όσο κι αυτό φαίνεται παράδοξο – ακριβώς μέσα στην απάντηση του καταπιεζόμενου προς τη βία του δυνάστη του μπορεί να βρει κανείς μιαν εκδήλωση αγάπης. Συνειδητά ή υποσυνείδητα η πράξη ανταρσίας του καταπιεζόμενου (μια πράξη που είναι πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε τόσο βίαιη όσο και η αρχική βία του καταπιεστή) μπορεί να εγκαινιάσει την αγάπη. Γιατί ενώ η βία του δυνάστη εμποδίζει τον καταπιεζόμενο να αρτιωθεί σαν άνθρωπος, η απάντηση του καταπιεζόμενου σ’ αυτή τη βία θεμελιώνεται πάνω στην επιδίωξη του δικαιώματός του να είναι άνθρωπος. Καθώς οι δυνάστες απανθρωπίζουν άλλους και παραβιάζουν τα δικαιώματά τους, γίνονται και οι ίδιοι απάνθρωποι. Ο καταπιεζόμενος που αγωνίζεται να γίνει άνθρωπος, αφαιρεί από το δυνάστη τη δύναμη να κυριαρχεί και να καταπιέζει, και έτσι αποκαθιστά στους δυνάστες την ανθρωπιά που είχαν χάσει κατά την άσκηση της κυριαρχίας.

Μόνον οι καταπιεζόμενοι είναι εκείνοι που λυτρώνοντας τον εαυτό τους μπορούν να ελευθερώσουν και τους δυνάστες τους. Οι τελευταίοι, όντας μια καταπιεστική τάξη, δεν μπορούν να ελευθερώσουν ούτε τους άλλους ούτε τον εαυτό τους. Γι’ αυτό μπαίνει σαν ουσιαστικό καθήκον στους καταπιεζόμενους να αναλάβουν τον αγώνα για να άρουν την αντίφαση μέσα στην οποία είναι μπλεγμένοι. Και η αντίφαση αυτή θα λυθεί με την εμφάνιση του καινούργιου ανθρώπου, που δεν θα είναι ούτε καταπιεστής, ούτε καταπιεζόμενος – ένας άνθρωπος που βρίσκεται στο δρόμο της απελευθέρωσης. Αν ο σκοπός των καταπιεζομένων είναι να γίνουν άρτιοι άνθρωποι, αυτό δεν θα το πετύχουν αντιστρέφοντας απλώς τους όρους της αντίφασης, αλλάζοντας απλώς τη θέση των πόλων της.

[…] Για τους δυνάστες υπάρχει μόνο ένα δικαίωμα: το δικαίωμά τους να ζουν ήσυχα, και απλώς παραχωρούσαν – δίχως να το αναγνωρίζουν πάντοτε – στους καταπιεζόμενους το δικαίωμα της επιβίωσης, μόνο και μόνο επειδή η ύπαρξη των καταπιεζομένων ήταν αναγκαία για τη δική τους ύπαρξη.

Μια τέτοια συμπεριφορά και μια τέτοια αντίληψη για τον κόσμο και τους ανθρώπους (που αναγκαστικά οδηγεί τους δυνάστες ν’ αντιστέκονται στην εγκαθίδρυση ενός καινούργιου καθεστώτος) εξηγείται από τα βιώματά τους ως κυρίαρχης τάξης. Με την εδραίωση μιας κατάστασης βίας και καταπίεσης, γεννιέται ολόκληρος ένας τρόπος ζωής και συμπεριφοράς γι’ αυτούς που πιάστηκαν στα γρανάζια της – δυνάστες και καταπιεζόμενους. Όλοι βυθίζονται μέσα σ’ αυτή την κατάσταση και όλοι έχουν τα σημάδια της καταπίεσης. Μια ανάλυση της υπαρξιακής κατάστασης καταπίεσης αποκαλύπτει ότι η αρχή της βρίσκεται σε μια πράξη βίας – που την άρχισαν οι κατέχοντες τη δύναμη. Αυτή η βία, σαν διαδικασία, διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά των καταπιεστών, που γίνονται οι κληρονόμοι της και πλάθονται μέσα στο κλίμα της. Το κλίμα αυτό δημιουργεί στο δυνάστη μιαν ισχυρή συνείδηση κτήτορα – κτήτορα του κόσμου και των ανθρώπων. Πέρα από τη συγκεκριμένη, άμεση, υλική κατοχή του κόσμου και των ανθρώπων, η συνείδηση του δυνάστη δεν μπορεί να νοηθεί – ούτε καν να υπάρξει. Ο Fromm αναλύοντας αυτού του είδους τη συνείδηση προσθέτει ότι χωρίς μια τέτοια κατοχή ο δυνάστης «χάνει την επαφή του με τον κόσμο». Η συνείδηση του δυνάστη τείνει να μετασχηματίζει το καθετί γύρω του σε αντικείμενο της κυριαρχίας του. Η γη, η ιδιοκτησία, η παραγωγή, τα δημιουργήματα του ανθρώπου, οι άνθρωποι οι ίδιοι, ο χρόνος – όλα καταντούν στην κατάσταση αντικειμένων που βρίσκονται στη διάθεσή του.

Τόσο ασυγκράτητη είναι η μανία του δυνάστη να κατέχει, ώστε του γίνεται πεποίθηση ότι είναι δυνατό να μετατρέπει το καθετί σε αντικείμενο της αγοραστικής του δύναμης. Από εδώ πηγάζει και η στενά υλιστική αντίληψή τους για την ύπαρξη. Το χρήμα γίνεται το μέτρο όλων των πραγμάτων και το κέρδος ο πρώτιστος σκοπός. Για τους δυνάστες ό,τι αξίζει είναι να έχεις όσο γίνεται περισσότερα, έστω και με τίμημα την ολοένα μεγαλύτερη φτώχεια του καταπιεζόμενου. Γι’ αυτούς είσαι σημαίνει έχεις, σημαίνει είσαι μέλος της τάξης των «εχόντων».

Σαν καρπωτές της κατάστασης καταπίεσης, οι δυνάστες δεν αντιλαμβάνονται ότι αν το έχειν είναι όρος του υπάρχειν, σημαίνει πως πρόκειται για έναν αναγκαίο όρο για όλους τους ανθρώπους. Να γιατί η γενναιοψυχία τους είναι ψεύτικη. Η ανθρωπιά γι’ αυτούς είναι ένα «πράγμα» και το κατέχουν σαν αποκλειστικό δικαίωμα, σαν μια κληρονομιά. Για τη συνείδηση του δυνάστη, η εξανθρώπιση των «άλλων», του λαού στο σύνολό του, εμφανίζεται όχι σαν επιδίωξη για πλήρη ανθρωπιά, αλλά σαν ανατρεπτική ενέργεια.

Οι δυνάστες δεν θεωρούν το μονοπώλιό τους να έχουν περισσότερα, ως προνόμιο που τείνει να απανθρωπίσει τους άλλους και τον εαυτό τους τον ίδιο. Δεν μπορούν να δουν ότι στην εγωιστική τους επιδίωξη κατοχής των πάντων, σαν κατέχουσα τάξη, ασφυκτιούν μέσα στα υπάρχοντά τους και δεν υπάρχουν πια ως «είναι» αλλά απλώς ως «έχειν». Γι’ αυτούς το να έχουν περισσότερα είναι ένα αναφαίρετο δικαίωμα, ένα δικαίωμα που το κατάκτησαν με τη δική τους «προσπάθεια», με «το θάρρος τους να διακινδυνεύουν». Αν οι άλλοι δεν έχουν περισσότερα, είναι γιατί φάνηκαν ανίκανοι, τεμπέληδες, και το χειρότερο απ’ όλα είναι η αδικαιολόγητη αγνωμοσύνη τους προς τις «γενναίες χειρονομίες» της κυρίαρχης τάξης. Κι ακριβώς επειδή είναι «αγνώμονες» και «φθονεροί», οι δυναστευόμενοι θεωρούνται ως πιθανοί εχθροί τους που πρέπει να βρίσκονται «υπό επιτήρησιν».

Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Αν η εξανθρώπιση των καταπιεζομένων σημαίνει ανατροπή, το ίδιο κάνει και η ελευθερία τους. Να γιατί χρειάζεται διαρκής έλεγχος. Και όσο περισσότερο οι δυνάστες ελέγχουν τους καταπιεζόμενους τόσο καλύτερα τους μετατρέπουν σε άψυχα «πράγματα». Αυτή η τάση του δυνάστη να μετατρέπει το καθετί και τον καθένα σε «άψυχο» στο ζήλο του να κατέχει, αντιστοιχεί δίχως άλλο με μια τάση προς το σαδισμό. Να τι γράφει ο Fromm:

«Η ευχαρίστηση που νιώθει ένα άτομο όταν κυριαρχεί πάνω σ’ ένα άλλο άτομο (ή σε ένα άλλο έμψυχο ον) είναι η ίδια η ουσία της σαδιστικής παρόρμησης. Για να δώσουμε αυτή τη σκέψη διαφορετικά, μπορούμε να πούμε ότι σκοπός του σαδισμού είναι να μετατρέπει έναν άνθρωπο σε πράγμα, ένα έμψυχο σε κάτι άψυχο, μια που με τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο, το έμψυχο χάνει μια βασική ιδιότητα της ζωής: την ελευθερία.» [Eric Fromm, The Heart of Man, (Η Καρδιά του Ανθρώπου) (New York, 1966, p.3a)]

Ο σαδιστικός έρωτας είναι ένας διαστραμμένος έρωτας, ένας έρωτας θανάτου και όχι ζωής. Έτσι, ένα από τα χαρακτηριστικά της συνείδησης του δυνάστη και της νεκροφιλικής του κοσμοθεωρίας είναι ο σαδισμός. Η τάση του δυνάστη για κυριαρχία, καθώς παραλύει την ακούραστη ορμή για έρευνα και τη δημιουργική δύναμη που είναι χαρακτηριστική της ζωής, σκοτώνει την ίδια τη ζωή.

Τώρα όλοι και πιο πολύ οι δυνάστες χρησιμοποιούν την επιστήμη και την τεχνολογία ως αναντίρρητα ισχυρά όργανα για το σκοπό τους: τη διατήρηση της καταπιεστικής τάξης πραγμάτων με τον επηρεασμό και την καταστολή. [Σχετικά με τις «επικρατούσες μορφές κοινωνικού ελέγχου» βλ. Herbert Marcuse, Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος και Έρως & Πολιτισμός.] Οι καταπιεζόμενοι, ως αντικείμενα, ως «πράγματα», δεν έχουν σκοπούς, παρά μόνον εκείνους που τους έχουν ορίσει οι δυνάστες τους.

[…] Η μοιραλατρία με τη μορφή της υποταγής είναι καρπός μιας ιστορικής και κοινωνικής κατάστασης και όχι βασικό χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς ενός λαού. Είναι σχεδόν πάντα συνυφασμένη με τη δύναμη ενός πεπρωμένου, της μοίρας ή της τύχης – δυνάμεις αναπόδραστες – ή και με μια διαστρεβλωμένη ιδέα περί Θεού. Κάτω από την επιρροή της μαγείας και το μύθου, οι καταπιεζόμενοι και ειδικά οι χωρικοί, που είναι σχεδόν βουλιαγμένοι μέσα στη φύση [βλ. Candido Mendes, Memento de Vivos a Esqueda Catolica no Brasil, Rio de Janeiro, 1966], θεωρούν τα βάσανά τους, που είναι αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης, ως θέληση του Θεού, σάμπως νάτανε ο Θεός ο δημιουργός αυτής της «οργανωμένης αταξίας».

Βουλιαγμένοι μέσα στην πραγματικότητα, οι καταπιεζόμενοι δεν έχουν τη δύναμη να ξεχωρίσουν καθαρά το «σύστημα» που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των δυναστών, τα πρότυπα των οποίων έχουν εσωτερικεύσει. Εξοργισμένοι από τους περιορισμούς αυτής της τάξης πραγμάτων συχνά εκδηλώνουν έναν τύπο οριζόντιας βίας, δηλαδή τα βάζουν με τους ίδιους του συντρόφους τους για ασήμαντες διαφορές. Ο Frantz Fanon γράφει:

«Ο δυναστευόμενος στην αρχή εκδηλώνει την επιθετικότητα αυτή, που έχει αποθηκευτεί μέσα του, ενάντια στον ίδιο το λαό του. Είναι η περίοδος που οι νέγροι χτυπιόνται μεταξύ τους, και το δικαστήριο και η αστυνομία δεν ξέρουν τι να κάνουν για να αντιμετωπίσουν το καταπληκτικό κύμα του εγκλήματος στη Βόρεια Αφρική… Ενώ ο άποικος ή ο αστυνομικός έχουν το δικαίωμα να χτυπούν σ’ όλη τη ζωή τους τον ιθαγενή, να τον βρίζουν και να τον κάνουν να σέρνεται μπροστά τους, αντίθετα, θα δείτε τον ιθαγενή να τραβά το μαχαίρι στην παραμικρή εχθρική ή επιθετική ματιά που του ρίχνει ένας άλλος ιθαγενής, γιατί η τελευταία καταφυγή του ιθαγενούς είναι η υπεράσπιση της προσωπικότητάς του απέναντι στο αδέρφι του.» [Frantz Fanon, The Wretched of the Earth, New York, 1968]

Μπορεί σε μια τέτοια συμπεριφορά να εκδηλώνουν για μια ακόμη φορά τη δυαδικότητά τους. Γιατί μέσα στους καταπιεζόμενους συντρόφους τους φωλιάζει ο δυνάστης. Και όταν χτυπούν τους συντρόφους τους είναι σα να χτυπούν και το δυνάστη.

Από την άλλη μεριά, σε ορισμένο σημείο της υπαρξιακής τους εμπειρίας, οι καταπιεζόμενοι αισθάνονται μιαν ακατανίκητη έλξη προς το δυνάστη και τον τρόπο ζωής του. Το να συμμετάσχουν σ’ αυτόν τον τρόπο της ζωής, γίνεται ένας πανίσχυρος πόθος. Μέσα στην αλλοτρίωσή τους οι καταπιεζόμενοι θέλουν με κάθε θυσία να μοιάσουν με το δυνάστη, να τον μιμηθούν, να τον ακολουθήσουν. Αυτό παρατηρείται περισσότερο στον καταπιεζόμενο μικροαστό, που λαχταρά να γίνει ίσος με τους «εξέχοντες» άντρες της ανώτερης τάξης. Ο Albert Memmi, στην εξαιρετική ανάλυσή του για την «αποικιοκρατούμενη νοοτροπία», αναφέρεται στην περιφρόνηση που ένιωσε για τον αποικιοκράτη, ανακατωμένη με μια «παράφορη» έλξη προς αυτόν.

«Πώς θα μπορούσε ο αποικιοκράτη να φροντίσει τους εργάτες του όταν από καιρού σε καιρό θα πρέπει να δαμάζει με τα όπλα ένα πλήθος ιθαγενών; Πώς θα μπορούσε ο αποικιοκρατούμενος ν’ απαρνιέται τον εαυτό του τόσο σκληρά και όμως να προβάλλει τόσο υπερβολικές αξιώσεις; Πώς θα μπορούσε να μισεί τους αποικιοκράτες και να τους θαυμάζει συγχρόνως; (Και εγώ ένιωσα αυτόν το θαυμασμό χωρίς να το θέλω.)» [The Colonizer and the Colonized, Boston 1967]

Η αυτοϋποτίμηση είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό του καταπιεζόμενου. Κι αυτή προέρχεται από την εσωτερίκευση εκ μέρους του καταπιεζομένου της γνώμης που οι δυνάστες έχουν γι’ αυτόν. Τόσο συχνά ακούν ότι δεν είναι ικανοί για τίποτε, δεν γνωρίζουν τίποτε, ότι είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως, ότι είναι άρρωστοι, τεμπέληδες και μη παραγωγικοί, που στο τέλος πείθονται για την ανικανότητά τους. «Ο χωρικός αισθάνεται μειονεκτικότητα απέναντι στο αφεντικό του γιατί το αφεντικό φαίνεται να είναι το μόνο πρόσωπο που ξέρει τα πράγματα και είναι ικανό να τα διευθύνει.» [Λόγια ενός αγρότη στη διάρκεια μιας συνέντευξης με τον συγγραφέα.’

Αποκαλούν τους εαυτούς τους στουρνάρια και παραδέχονται πως μόνο ο «δάσκαλος» γνωρίζει και πρέπει να τον ακούν. Τα κριτήρια της γνώσης που έχουν επιβληθεί σ’ αυτούς είναι τα γνωστά, τα συνηθισμένα. «Γιατί δεν μας εξηγείς πρώτα τι λένε οι πίνακες;» ρωτάει ένας χωρικός που συμμετέχει σε ένα μορφωτικό κύκλο. [Βλ. κεφάλαιο γ’] «Έτσι θα μας χρειαστεί λιγότερη ώρα και δεν θα μας πονοκεφαλιάζεις.»

Σχεδόν ποτέ δεν αντιλαμβάνονται ότι κι αυτοί «κάτι ξέρουν» απ’ αυτά που έμαθαν στην επαφή τους με τον κόσμο και με τους άλλους ανθρώπους. Έχοντας υπόψη τις περιστάσεις που δημιούργησαν τη δυαδικότητά τους, θα πρέπει να τους δικαιολογήσουμε που δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους.

Όχι σπάνια, χωρικοί που συμμετέχουν σε «εκπαιδευτικό πρόγραμμα» αρχίζουν να συζητούν ζωηρά ένα ενδιαφέρον θέμα και ξαφνικά σταματούν και λένε στον παιδαγωγό: «Μας συγχωρείτε, έπρεπε να σωπάσουμε και να σας αφήσουμε να μιλήσετε. Είστε ο  μόνος που τα ξέρει, ενώ εμείς δεν ξέρουμε τίποτε.» Συχνά επιμένουν πως δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα ζώα  και σ’ αυτούς. Όταν παραδέχονται μια διαφορά, αυτή είναι υπέρ των ζώων. «Τα ζώα είναι πιο ελεύθερα από μας.»

Είναι καταπληκτικό, ωστόσο, να παρατηρείς πόσο η αυτοϋποτίμηση αυτή αλλάζει με τις πρώτες κιόλας αλλαγές στην κατάσταση της καταπίεσής τους. Άκουσα έναν προεστό χωρικών να λέει σε μια συνέλευση ενός asentamiento [το Asentamiento είναι μια μονάδα παραγωγής στο χιλιανό πείραμα αγροτικής μεταρρύθμισης (σημ. μετ.)]: «Συνήθιζαν να λένε πως δεν ήμασταν παραγωγικοί, γιατί ήμασταν τάχα τεμπέληδες και μέθυσοι. Ψέμματα! Τώρα που είμαστε σεβαστοί σαν άνθρωποι, θα δείξουμε στον καθένα πως δεν είμαστε ποτέ μέθυσοι ή τεμπέληδες. Ήμασταν εκμεταλλευόμενοι!»

Πηγή του αποσπάσματος: Paulo Freire (1977:55-56, 58-61, 63-65) Η ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΠΙΕΖΟΜΕΝΟΥ, Σειρά Προβλήματα του Καιρού Μας, Εκδόσεις Ράππα

Advertisements