Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τμήμα εκπαιδευτικού εγχειριδίου για κοινωνικούς επιστήμονες, στο πλαίσιο δημιουργίας κοινωνικών συνεταιρισμών από τους Ρομά (και για τους Ρομά) στη Ρουμανία.

[…] Οι Ρομά συχνά κατηγορούνται για την αδιαφορία τους προς την εκπαίδευση και κατά προέκταση τη μόρφωση. Οφείλει όμως να θέσει κανείς ένα ερώτημα εδώ: ποιά εκπαίδευση; Και βέβαια ένα δεύτερο: υπάρχει μόνο μια μορφή εκπαίδευσης; Επιδίωξη του παρόντος κεφαλαίου δεν είναι να διαγράψει κανείς την ανάγκη για εκπαίδευση, έτσι όπως τη θέτει το θεσμικό σύστημα, διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αποκλεισμό των Ρομά από βασικές διεργασίες κοινωνικής συμμετοχής και ενδυνάμωσης. Είναι όμως παράλληλα λανθασμένο να περιγράφει κανείς έναν τρόπο προσέγγισης στην εκπαίδευση ως το μοναδικό δόκιμο και είναι τελείως διαφορετικό να δηλώνει κανείς ότι “οι Ρομά δίνουν έμφαση σε εναλλακτικές διαδικασίες εκπαίδευσης”, από το να δηλώνει ότι “δεν ενδιαφέρονται για μάθηση γενικά”. Η πρώτη δήλωση προϋποθέτει αναγνώριση των δεξιοτήτων του Άλλου, ενώ η δεύτερη σε αντίθεση του αρνείται κάθε δεξιότητα ή και προθυμία για μάθηση.

Μαθαίνει κανείς παρατηρώντας, παίζοντας ως παιδί, συμμετέχοντας σε κοινές δραστηριότητες με άλλους. Μαθαίνει επίσης μέσω της προφορικής γλώσσας. Η προφορικότητα επιτρέπει σε ιστορίες να ειπωθούν και να μεταφερθούν από γενιά σε γενιά, συναισθήματα να εκφραστούν, ταυτότητες να εμπεδωθούν και γλωσσικές δεξιότητες και συμβολικές έννοιες να αναπτυχθούν. Οι προφορικές παραδόσεις ισοδυναμούν σε αξία με τις ιστορικές καταγραφές των γεγονότων, καθώς εκφράζουν αντιλήψεις και αξίες μέσα από την υποκειμενικότητά τους.

Η έμφαση στο γραπτό λόγο και την ικανότητα γραφής ως τη μοναδική μορφή αξιόλογης, ‘σοβαρής’ ιστορικής καταγραφής αποτελεί χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Παρόλο που πλέον τις τελευταίες δεκαετίες δίνεται έμφαση στις προφορικές ιστορίες και τον πλούτο που εμπεριέχουν (κυρίως από τους σύγχρονους ιστορικούς, ανθρωπολόγους και λαογράφους), η (κατα)γραφή τείνει να παραγκωνίζει σημαντικά άλλες συμπληρωματικές παραδόσεις. Η εξιστόρηση γεγονότων, παραμυθιών και μύθων όμως, όπως και το τραγούδι, είναι εξίσου σημαντικά, καθώς καταγράφουν διαστάσεις της πνευματικότητας ενός λαού, την κοινωνική του ζωή και τους κανόνες ή τα ήθη που τη διέπουν. Κάθε φορά ρέουν, αναπτύσσονται δυναμικά, καθώς η παράδοση δεν αποτελεί στατική απεικόνιση σε μουσείο, αλλά τρόπους συνδιαλλαγής του παρόντος με το παρελθόν.

Η προφορικότητα, εισάγει το βίωμα της εμπειρίας ως σημαντικό παρανομαστή της καθημερινότητας. Επίσης, η προφορικότητα προϋποθέτει τη συμμετοχή των πολλών, σε αντίθεση με τον εγγράματο π.χ. το μυθιστοριογράφο, που απομονώνεται κατά μία έννοια προκειμένου να δημιουργήσει, διεκδικώντας την ιδιοκτησία του παραγόμενου πολιτισμικού προϊόντος. Παρατηρείστε τους όρους που χρησιμοποιούνται εδώ: παραγόμενο πολιτισμικό προϊόν. Έξαφνα, η ιστόρηση και η τέχνη, μετατρέπονται σε αντικείμενα συνδιαλλαγής, σε εμπόρευμα. Στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης αντικειμενικότητας, χάνεται η εναπόθεση πολλαπλών αφηγήσεων της πραγματικότητας και η συλλογική συνδημιουργία.

Η έμφαση στην καταγραφή της εμπειρίας ως μονόδρομο προς την εγκυρότητα αποτελεί γνώρισμα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Ακόμα και η ψυχαγωγία ή τα ταξίδια, στερούνται εγκυρότητας και άρα του δικαιώματος να έχουν υπάρξει, εάν δεν έχουν καταγραφεί φωτογραφικά ή αλλιώς. Η γραπτή ή οπτικοακουστική μαρτυρία ταυτίζεται με τη μοναδική έγκυρη καταγραφή της ύπαρξης. Αντίθετα, “η εμπειρία έχει ξεπέσει σε αξία και συνεχίζει να πέφτει στο απύθμενο” (Benjamin, 1996:39).

Η σύγχρονη εκπαίδευση, αποτελεί ένα θεσμικό πρότζεκτ παραγωγής υποκειμένων με συγκεκριμένες δεξιότητες και αντιληπτικές ικανότητες, κάτι που την καθιστά χρήσιμη σε ορισμένα πλαίσια, αλλά όχι σε όλα. Ως μοντέλο συχνά αποτελεί μέσο άσκησης πολιτικής – εντός των κρατών, αλλά και ως εξαγόμενο προϊόν. Ο Sefa Dei (2002:3) περιγράφει το σχολείο και κατά προέκταση τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα, ως πλαίσια αναπαραγωγής μιας ευρωκεντρικής γνώσης, που δεν επιτρέπει τη συμβίωση με άλλες ταυτότητες και με κύριο χαρακτηριστικό τους την αποξένωση του εαυτού από την κοινότητα, αποτέλεσμα της εισαγωγής αποικιοκρατικών και ιμπεριαλιστικών αντιλήψεων στην εκπαίδευση. Τονίζει δε την ανάγκη για ένταξη διαφορετικών μορφών γνώσης και τρόπων μάθησης.

Αν προσπαθούσε κανείς να καταγράψει τι είδους δεξιότητες αναπτύσσουν λοιπόν ομάδες που δίνουν έμφαση στην προφορική/βιωματική μάθηση, θα κατέληγε στα εξής:

  • η δεξιότητα της παρατήρησης, αλλά και της ένταξης του παρατηρούμενου γεγονότος ή φαινομένου στην καθημερινή πρακτική,

  • η δεξιότητα αξιοποίησης πολλαπλών καναλιών πρόσληψης ερεθισμάτων, πέραν της ακοής και της όρασης – για παράδειγμα της αφής, της όσφρησης, της γεύσης, της κίνησης, της ιδιοδεκτικότητας κ.ο.κ.,

  • η δεξιότητα μιας διαλεκτικής, συλλογικής παραγωγής γνώσης,

  • η δεξιότητα επικέντρωσης στο βίωμα, στην εμπειρία και η αντίστοιχη αξιοποίησή τους, και άρα κατά προέκταση εφόσον το βίωμα εμπεριέχει και προσωπικά συναισθήματα,

  • η δεξιότητα της κατανόησης και ένταξης των συναισθημάτων στη διαδικασία της μάθησης. […]

fxczxc

Benjamin W. (1996) O ΙΣΤΟΡΗΤΗΣ στο ΑΚΟΥ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ, επιμ. Ντορίνας Παπαλιού, Εκδόσεις Ακρίτα, Αθήνα.

Sefa Dei G.J. (2002) SPIRITUAL KNOWING AND TRANSFORMATIVE LEARNING, Working Paper 59, NALL – Research Network for New Approaches to Lifelong Learning, www.nall.ca, Τορόντο.

Advertisements