Μ’ ένα τίποτα έζησα        Μονάχα οι λέξεις δε μου αρ-

κούσανε       Σ’ ενός περάσματος αέρα       ξεγνέθοντας α-

πόκοσμη φωνή τ’ αυτιά μου       φχιά φχιού φχιού

εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα       Τι γυαλόπετρες φού-

χτες       τι καλάθια φρέσκες μέλισσες και σταμνιά

φουσκωτά όπου άκουγες ββββ να σου βροντάει ο

αιχμάλωτος αέρας

δφσ

Κάτι κάτι       Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν

σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου        Παραλαλούσα

κι έτρεχα       Έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην

ακοή απ’ τη γλώσσα

φσ

– Ε, καβάκια μαύρα       φώναζα       κι εσείς γαλάζια

δέντρα τί ξέρετε από μένα; — Θόη  θόη θμος — Ε;

τί; — Αρίηω ηθύμως       θμος — Δεν άκουσα    τί πρά-

γμα; — Θμος θμος άδυσος

σφ

Ώσπου τέλος ένιωσα       κι ας πα να μ’ έλεγαν τρελό

πως από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

ψωνψν

Πηγή: Οδυσσέα Ελύτη (2006:19) ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα.

Advertisements