Εικονογράφηση του Lev Tolmakov (ΕΣΣΔ, 1973)

Ότι τα ζώα παλιά μιλούσαν όπως οι άνθρωποι, το ξέρουν και τα μικρά παιδιά ακόμα. Κι αν έπαψαν να μιλάνε, αυτό έγινε τότε που ο Μεγάλος Θεός, Ίντρα, τα μάζεψε να συζητήσει μαζί τους και να βάλει κάποια τάξη στη γη. Μα ο μεγάλος Ίντρα, μ’ όλη τη θεϊκή του υπομονή, ακούγοντας τις χήνες να λένε όλο βλακείες, τα πουλιά να φλυαρούν αδιάκοπα χωρίς να λένε τίποτα με σημασία, τον τίγρη, την ύαινα και τ’ άλλα αγρίμια να βγάζουν λόγους πολιτικούς, την αλεπού όλο ψευτιές και πονηριές και τα ερπετά όλο γαλιφιές και κολακείες, έχασε την υπομονή του και στο θυμό απάνω, είπε:

— Φτάνει πια! Το θεϊκό χάρισμα του λόγου σας το παίρνω.

Και του θεού τα λόγια δεν είναι σαν τα δικά μας, λόγια του αέρα. Το ‘πε κι έγινε. Κι από τότε τα ζώα δεν μπορούν πια να σκαρώσουν, όσο κι αν προσπαθούν, μια φράση της προκοπής.

Παλιά όμως, τότε που μίλαγαν, και συζητήσεις έκαναν και φιλοσοφίες ανέπτυσσαν και διδασκαλίες παρακολουθούσαν και με δυο λόγια ό,τι κάνουν ακόμα οι άνθρωποι που εξακολουθούν να ‘χουν λαλιά, έκαναν και τα ζώα που μιλούσαν.

Σε μια λοιπόν συνάθροισή τους, είπαν: «Γιατί να υστερούμε εμείς τα ζώα από τους ανθρώπους και να μην έχουμε νόμους; Σε όλα είμαστε ανώτερα. Τρέχει όσο τ’ αγρίμια ο άνθρωπος; Πετάει όπως τα πουλιά ή κολυμπάει σαν τα ψάρια; Κι ακόμα έχει ζεστή προβιά ή πολύχρωμα φτερά ή έστω αστραφτερά λέπια; Είναι ντροπή το πιο άχαρο ζώο, ο άνθρωπος, να ‘χει νόμους κι εμείς με τόσα χαρίσματα να μην έχουμε!»

Συμφώνησαν όλα τα ζώα ότι κάτι τέτοιο είναι ντροπή. Και σκέφτηκαν ότι δεν έπρεπε να χάνουν ούτε στιγμή κι αν είναι δυνατόν αμέσως να φτιάξουν νόμους κι αυτά. Κι ανέθεσαν στη σοφή την Κουκουβάγια να φτιάξει νόμους καλούς και δίκαιους, για να μπει μια τάξη στη ζούγκλα κι όχι να κάνει του κεφαλιού του ο καθένας.

Σαράντα νύχτες η Κουκουβάγια δεν κοιμήθηκε – κι από τότε της έμεινε η συνήθεια – κι έφτιαξε πραγματικά θαυμάσιους νόμους, τόσο που τα ζώα μόλις τους άκουσαν ενθουσιάστηκαν και όλα φώναξαν:

— Μπράβο!

— Είσαι μεγάλος νομοθέτης!

— Ζήτωωω!

Μα ο βαρύς Ελέφας, που πάντα αγαπούσε τη σιγουριά – είναι δα και βραδύνους – μπήκε στη μέση και είπε:

— Καλοί είναι οι νόμοι, αλλά αν δεν είναι γραμμένοι καθαρά, να τους βλέπουν όλοι, είναι άχρηστοι. Καθένας άμα τους παραβαίνει θα λέει: «ο νόμος ήταν έτσι κι όχι όπως τον λες. Εγώ αυτό άκουσα.»

Όλοι συμφώνησαν ότι ο Ελέφας έχει δίκιο. Μα που να βρουν χαρτί τα ζώα στη ζούγκλα να τους γράψουν; Όμως η Αράχνη έσωσε την κατάσταση.

— Θα πλέξω έναν μεγάλο ιστό και κει γράψτε εσείς τους νόμους.

Κι άρχισε ακούραστα σαράντα μέρες να πλέκει έναν θαυμάσιο πυκνό ιστό – μάλιστα από τότε της έμεινε κι όλο πλέκει – όπου μόλις τελείωσε, αμέσως η Κουκουβάγια έγραψε τους νόμους.

Ευτυχισμένα τα ζώα χαίρονταν που απέκτησαν νόμους όπως οι άνθρωποι.

Ο Τίγρης τίναξε χαρούμενα την ουρά του, μα απρόσεχτος όπως ήταν πάντα, έσκισε τον ιστό σε μια του άκρη. Αγανάκτησαν τα ζώα κι έμπηξαν τις φωνές. Μα σαν θύμωσε και μούγκρισε άγρια ο Τίγρης, όλα βιάστηκαν να σωπάσουν. Τότε ξεθάρρεψε και η Ύαινα και κάνοντας τάχα την απρόσεχτη κι αυτή, έσκισε με το πόδι της λίγο απ’ τον αράχνινο ιστό. Μια Μύγα αγαναχτισμένη της φώναξε:

— Πρόσεξε κυρά μου, πατάς το νόμο!

Τινάχτηκε αγριεμένη η Ύαινα κι η Μύγα φοβισμένη η φουκαριάρα έκανε πίσω και μπλέχτηκε στο δίχτυ της Αράχνης. Όσο πάσχιζε να βγει, τόσο και μπλεκόταν. Και η Ύαινα γυρνώντας στ’ άλλα ζώα, με στόμφο και μεγαλοπρέπεια φώναξε:

— Βλέπετε για να ‘χουμε νόμους, πώς τιμωρούνται οι άδικοι;

Σώπασαν όλα τα ζώα κι άκεφα και σκεπτικά σκορπίστηκαν στο δάσος.

Μόνο η Χελώνα, που ποτέ της δε βιάζεται, μένοντας τελευταία ψιθύρισε:

— Καλοί είναι οι νόμοι, μα έτσι που γράφτηκαν, μόνο τους μικρούς θα πιάνουν!

Πηγή: Άλκης Παπάς (επιμ.) (2010:185-187) ΟΙ ΛΑΟΙ ΜΙΛΑΝΕ, Εκδόσεις Αστάρτη, Αθήνα.

Εικονογράφηση του Lev Tolmakov (ΕΣΣΔ, 1973)

Advertisements