Gorbachev-composition-with-_006_001

έργο του Yuri Gorbachev

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και είχε τρεις γιούς. Οι δυό ήταν έξυπνοι κι ο τρίτος, ο Ιβάνουσκα, ήτανε κουτούλης. Μέρα-νύχτα ο κουτούλης καθότανε ξαπλωμένος πλάι στη σόμπα.

Ο γέρος είχε σπείρει στάρι και ύστερα από λίγον καιρό το στάρι μεγάλωσε και έγινε φουντωτό-φουντωτό. Κάποιος όμως πήγαινε τη νύχτα και το τσάκιζε και το τσαλαπατούσε. Λέει ο γέρος στα παιδιά του:

— Αγαπημένα μου παιδιά, να φυλάξετε τη νύχτα το στάρι, ο καθένας με τη σειρά του, και να μου πιάσετε τον κλέφτη.

Έρχεται η πρώτη νύχτα. Πάει ο πρώτος γιός να φυλάξει το στάρι, νύσταζε όμως και ήθελε να κοιμηθεί. Βολεύτηκε στον αχυρώνα και χόρτασε ύπνο ως το πρωί. Όταν ξημέρωσε γυρίζει στο σπίτι και λέει: Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα, ξεπάγιασα, κλέφτη όμως δεν είδα.

Τη δεύτερη νύχτα πάει ο δεύτερος γιός, και κοιμάται κι αυτός όλη νύχτα μέσα στον αχυρώνα.

Την τρίτη νύχτα ήρθε η σειρά του κουτούλη. Παίρνει αυτός ένα λάσο και πάει. Φτάνει στο χωράφι, κάθεται σε μια πέτρα, δεν κοιμάται και περιμένει τον κλέφτη.

Μεσάνυχτα ακριβώς έρχεται τρέχοντας στο στάρι ένα άλογο παρδαλό: η μια τρίχα ήτανε χρυσή κι άλλη ασημένια. Έτρεχε κι έτρεμε η γη, από τ’ αυτιά του έβγαινε σύννεφα-σύννεφα ο καπνός, από τα ρουθούνια πετιόνταν φλόγες. Άρχισε να τρώει το στάρι και το κακό δεν ήτανε τόσο ότι το ‘τρωγε όσο ότι το τσαλαπατούσε.

Περπατώντας ο κουτούλης με τα τέσσερα, ζυγώνει κρυφά-κρυφά το άλογο και ξαφνικά του πετάει στο λαιμό το λάσο. Το άλογο τραβήχτηκε μ’ όλη του τη δύναμη, δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει. Ο κουτούλης δεν το άφηνε και το λάσο του ‘σφιγγε ολοένα και περισσότερο το λαιμό του. Άρχισε τότε το άλογο να παρακαλάει τον κουτούλη:

— Άφησέ με Ιβάνουσκα κι εγώ θα σου κάμω μεγάλο καλό.

— Καλά, να σ’ αφήσω, λέει ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης, ύστερα όμως πώς θα σε βρω;

— Θα βγεις έξω στο φράχτη, λέει το άλογο, θα σφυρίξεις τρεις φορές και θα πεις: «Άσπρο αλογάκι, θαυμαστό μου αλογατάκι, παρουσιάσου μπρος μου εκεί σαν το φύλλο στο κλαδί!», κι εγώ θα έρθω αμέσως.

Ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης, αφού ζήτησε από το άλογο να του δώσει το λόγο του ότι ούτε θα ξαναφάει ούτε θα ξαναπατήσει το στάρι, το άφησε να φύγει.

Γυρίζει ο Ιβάνουσκα στο σπίτι.

— Λοιπόν, τί είδες κουτέ; – τον ρωτάνε τ’ αδέρφια του.

— Έπιασα, τους λέει ο Ιβάνουσκα, ένα παρδαλό άλογο. Μου υποσχέθηκε πως άλλη φορά δεν θα ξαναπάει στο στάρι κι εγώ το άφησα.

Σκάσανε στα γέλια τ’ αδέρφια του μ’ αυτά που ‘λεγε ο κουτούλης, από κείνη όμως τη νύχτα κανένας δεν ξαναπείραξε το στάρι.

κατασκευή της Ursula Kirchner με ψαλίδι & χαρτί (1931-)

Ύστερα από λίγον καιρό αρχίσανε να γυρίζουνε τις πολιτείες και τα χωριά τελάληδες σταλμένοι από το βασιλιά και να προσκαλούνε τον κόσμο: «Ετοιμαστείτε όλοι, πρίγκιπες κι άρχοντες, έμποροι και τεχνίτες και οι απλοί χωριάτες για να ‘ρθείτε στη γιορτή που θα κάμει ο βασιλιάς και θα κρατήσει τρεις μέρες. Να πάρετε μαζί σας τα καλύτερά σας άλογα. Κι όποιος πηδήσει με το άλογό του ψηλά και φτάσει ως το γυναικωνίτη της βασιλοπούλας και πάρει από το χέρι της ένα δαχτυλίδι, αυτόν ο βασιλιάς θα τον παντρέψει με τη βασιλοπούλα».

Αρχίσανε τ’ αδέρφια του Ιβάνουσκα να ετοιμάζονται για να πάνε στη γιορτή. Όχι για να πηδήσουνε εκείνοι, αλλά για να δούνε τους άλλους. Παρακαλάει ο Ιβάνουσκα να πάει μαζί τους.

— Που θα ‘ρθεις τώρα εσύ κουτέ! του λέγανε τ’ αδέρφια του. Θέλεις να σε δει ο κόσμος και να τρομάξει; Δεν κάθεσαι καλύτερα πλάι στη σόμπα να πασπαλίζεσαι με τις στάχτες;

Φύγανε τ’ αδέρφια του. Ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης πήρε από τις νύφες του ένα πανέρι και βγήκε να μαζέψει μανιτάρια. Φτάνει στο χωράφι, πετάει το πανέρι, σφυρίζει τρεις φορές και φωνάζει:

— Άλογο αλογάκι, θαυμαστό μου αλογατάκι, παρουσιάσου μπρος μου εκεί σαν το φύλλο στο κλαδί!

Έρχεται τρέχοντας το άλογο, η γη έτρεμε, από τ’ αυτιά έβγαινε σύννεφα-σύννεφα ο καπνός, από τα ρουθούνια πετιόνταν φλόγες. Τρέχει και στέκει μπροστά στον Ιβάνουσκα σα μαρμαρωμένο.

— Ιβάνουσκα, του λέει, μπες απ’ το δεξί μου αυτί και βγες από το αριστερό!

Μπαίνει ο Ιβάνουσκα από το δεξί αυτί του αλόγου, βγαίνει από το αριστερό, και γίνεται ένα παληκάρι που ούτε να το φανταστείς μπορείς ούτε στα παραμύθια να το βρεις.

εικονογράφηση του John Bauer για το «Δαχτυλίδι»

Κάθεται τότε ο Ιβάνουσκα στο άλογο και ξεκινάει για τη γιορτή του βασιλιά. Φτάνει καλπάζοντας στην πλατεία μπροστά στο παλάτι και βλέπει πλήθος κόσμο. Και στον ψηλό γυναικωνίτη καθότανε σ’ ένα παράθυρο η βασιλοπούλα και φορούσε στο χέρι της ένα δαχτυλίδι. Και ήτανε πάρα πολύ όμορφη, από τις λίγες τις όμορφες. Από κανενός όμως το μυαλό δεν περνούσε να πηδήσει, κανένας δεν είχε όρεξη να πάει στα σίγουρα να τσακίσει τα κόκκαλά του.

Χτυπάει ο Ιβάνουσκα το άλογό του στα καπούλια, θυμώνει το άλογο, πηδάει, και μόνο τρεις πιθαμές του μένανε για να φτάσει ως το παράθυρο της βασιλοπούλας.

Τα ‘χασε ο κόσμος κι ο Ιβάνουσκα γυρίζει το άλογο και φεύγει καλπάζοντας. Τ’ αδέρφια του δεν προφτάσανε να παραμερίσουνε και τα χτύπησε με το μεταξωτό του καμτσίκι. Φώναζε ο κόσμος: «Σταματήστε τον! Σταματήστε τον!», ο Ιβάνουσκα όμως είχε γίνει άφαντος.

Βγαίνει ο Ιβάνουσκα από την πόλη, κατεβαίνει από το άλογο, μπαίνει από το αριστερό του αυτί, βγαίνει από το δεξί του και γίνεται πάλι ο Ιβάνουσκα ο κουτούλης που ήτανε και πριν. Αφήνει ο Ιβάνουσκα το άλογο, γεμίζει το πανέρι κόκκινα φαρμακερά μανιτάρια και γυρίζει στο σπίτι.

— Ορίστε, νοικοκυρούλες μου μανιτάρια, λέει.

Θυμώσανε οι νύφες με τον Ιβάν.

— Τι μανιτάρια είν’ αυτά που ‘φερες κουτέ; Του λόγου σου μόνο θα τα φας;

Χαμογέλασε ο Ιβάνουσκα και ξάπλωσε πάλι πλάι στη σόμπα.

Γυρίσανε και τ’ αδέρφια του στο σπίτι και διηγηθήκανε στον πατέρα τους πως είχανε περάσει στην πολιτεία και τι είχανε δει. Κι ο Ιβάνουσκα καθότανε πάλι στη σόμπα και κρυφογελούσε.

Την άλλη μέρα τα μεγαλύτερα αδέρφια πήγανε πάλι στη γιορτή κι ο Ιβάνουσκα πήρε το πανέρι και πήγε για μανιτάρια. Βγαίνει στο χωράφι, σφυρίζει και φωνάζει:

— Άλογο αλογάκι, θαυμαστό μου αλογατάκι, παρουσιάσου μπρος εκεί σαν το φύλλο στο κλαδί!

Έρχεται τρέχοντας το άλογο και στέκεται μπροστά στον Ιβάνουσκα σα μαρμαρωμένο.

Ντύθηκε πάλι με άλλα ρούχα ο Ιβάνουσκα και πήγε καλπάζοντας στην πολιτεία. Κοιτάζει – ο κόσμος στην πλατεία ήτανε ακόμα πιο πολύς. Όλοι καμαρώνανε τη βασιλοπούλα, κανένας όμως ούτε το σκεφτότανε να πηδήσει. Ποιός είχε όρεξη να τσακίσει τα κόκκαλά του; Χτυπάει τότε ο Ιβάνουσκα το άλογό του στα καπούλια, θυμώνει το άλογο, πηδάει, και μόνο δυό πιθαμές του μένανε για να φτάσει ως το παράθυρο της βασιλοπούλας. Γυρίζει ο Ιβάνουσκα το άλογο, δίνει μια καμτσικιά στ’ αδέρφια του για να παραμερίσουνε και φεύγει καλπάζοντας.

Έρχονται τ’ αδέρφια του στο σπίτι, ο Ιβάνουσκα ήτανε κιόλας ξαπλωμένος πλάι στη σόμπα, άκουγε τ’ αδέρφια του που λέγανε τι είχανε δει κι αυτός κρυφογελούσε.

Την τρίτη μέρα πήγανε πάλι τ’ αδέρφια του στη γιορτή, πήγε καλπάζοντας κι ο Ιβάνουσκα. Χτυπάει το άλογό του με το καμτσίκι. Θυμώνει το άλογο χειρότερα από τις άλλες φορές: πηδάει και φτάνει στο παράθυρο. Φιλάει ο Ιβάνουσκα τη βασιλοπούλα στο ζαχαρένιο της στόμα, τραβάει από το δάχτυλό της το δαχτυλίδι και φεύγει καλπάζοντας χωρίς να ξεχάσει να δώσει και μια με το καμτσίκι στ’ αδέρφια του. Αυτή τη φορά αρχίζει να φωνάζει κι ο βασιλιάς κι η βασιλοπούλα: «Σταματήστε τον! Σταματήστε τον!», ο Ιβάνουσκα όμως είχε γίνει άφαντος.

Πάει ο Ιβάνουσκα στο σπίτι και είχε το ένα του χέρι τυλιγμένο μ’ ένα κουρέλι.

— Τί έπαθες; τον ρωτάνε οι νύφες του.

— Να, λέει, εκεί που έψαχνα για μανιτάρια γδάρθηκα σ’ ένα κλαδί.

Και ξάπλωσε πάλι ο Ιβάνουσκα πλάι στη σόμπα.

Ήρθανε τ’ αδέρφια του κι αρχίσανε να λένε τι έγινε και πως έγινε. Κι ο Ιβάνουσκα πλάι στη σόμπα θέλησε να ρίξει μια ματιά στο δαχτυλιδάκι: μόλις σήκωσε το κουρέλι, όλη η καλύβα έφεξε.

— Σταμάτα, κουτέ, να κάνεις αστεία με τη φωτιά! του φωνάξανε τ’ αδέρφια του. Θα κάψεις την καλύβα. Ήρθε η ώρα σου, χαζέ, να σε διώξουμε εντελώς απ’ το σπίτι.

Σε δυό-τρεις μέρες έρχονται τελάληδες από το βασιλιά και λένε όλος ο κόσμος, όλοι όσοι ζούσανε στο βασίλειό του, να ετοιμαστούνε να πάνε σε μια μεγάλη γιορτή που θα έκανε και κανένας να μη τολμήσει να μείνει στο σπίτι του, κι ότι όποιος περιφρονούσε τη γιορτή του βασιλιά θα του κόβανε το κεφάλι.

Γινότανε κι αλλιώς; Κι ο ίδιος ο γέρος μαζί με όλη του την οικογένεια πήγανε στη γιορτή.

Φτάσανε και καθίσανε στα δρύινα τραπέζια. Αρχίσανε να τρώνε και να πίνουνε και να βγάζουνε λόγους.

Στο τέλος της γιορτής άρχισε η βασιλοπούλα να προσφέρει με τα ίδια της τα χέρια μέλι στους καλεσμένους. Πήγε σε όλους και στο τέλος πάει και στον Ιβάνουσκα. Κι ο κουτός ήτανε ντυμένος με παλιόρουχα, γεμάτος καπνιές, τα μαλλιά του λερωμένα κι αυτά από τους καπνούς, το ένα του χέρι τυλιγμένο μ’ ένα βρώμικο κουρέλι… ήτανε να τον βλέπεις και να τον φοβάσαι.

— Γιατί έχεις δεμένο το χέρι σου παληκάρι μου; ρωτάει η βασιλοπούλα. Για λύσ’ το.

Λύνει ο Ιβάνουσκα το χέρι του και στο δάχτυλό του φορούσε το δαχτυλίδι της βασιλοπούλας – έλαμψε ο τόπος.

Παίρνει τότε η βασιλοπούλα τον κουτούλη από το χέρι, τον πάει στον πατέρα της και λέει:

— Πατερούλη αυτός είναι ο αρραβωνιαστικός μου.

Πλύνανε τότε οι υπηρέτες τον Ιβάνουσκα, τον χτενίσανε, του φορέσανε ρούχα βασιλικά κι έγινε ένα παλικάρι που ο πατέρας του και τ’ αδέρφια του τον κοιτάζανε και δεν πιστεύανε στα μάτια τους.

Έγινε κι ο γάμος της βασιλοπούλας με τον Ιβάνουσκα και κάμανε κι ένα γλέντι τρικούβερτο. Ήμουνα κι εγώ εκεί: έπινα μέλι και μπύρα, τρέχανε στα μουστάκια μου χωρίς στο στόμα μου να μπαίνει ούτε γουλιά.

Πηγή: Δέσποινα Δετζώρτζη (επιμ.) (1979:31-36) ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα.

Advertisements