dark forest painting

«Dark Forest Painting» BeyondTheImagination

Κάποτε, την πιο βαθιά και σκοτεινή νύχτα, μια νύχτα σαν αυτές όπου η γη φαντάζει μαύρη κατάμαυρη και τα δέντρα μοιάζουν με χέρια ροζιασμένα που ορθώνονται προς το μπλε ουρανό, ε λοιπόν μια τέτοια ακριβώς τη νύχτα ένας μοναχικός γέρος προχωρούσε παραπατώντας στο δάσος. Και παρόλο που τα κλαριά έγδερναν το πρόσωπό του, τυφλώνοντας σχεδόν τα μάτια του, εκείνος επέμενε να κρατά εμπρός του ένα μικροσκοπικό φαναράκι. Και το κερί στο φαναράκι όλο και μίκραινε.

Ήταν πράγματι παράξενος ο γέρος αυτός με τα μακρυά κιτρινισμένα μαλλιά του, τα κίτρινα δόντια του και τα κυρτά κεχριμπαρένια νύχια του. Η πλάτη του στρογγύλευε όπως ένα σακί με αλεύρι και ήταν στ’ αλήθεια τόσο γερασμένος που το δέρμα του στο σαγόνι, τα μπράτσα και τους γοφούς του ζάρωνε όπως οι φραμπαλάδες στα γυναικεία φορέματα.

Ο γέροντας προχωρούσε στο δάσος αρπάζοντας με το χέρι ένα δεντράκι, ωθώντας στη συνέχεια τον εαυτό του προς αυτό, αρπάζοντας μετά το επόμενο, για να ωθήσει άλλη μια φορά τον εαυτό του προς τα μπρος και με τον τρόπο αυτό, σα να τραβούσε κουπί σε βάρκα και με τη λίγη αναπνοή που του είχε απομείνει, διέσχιζε το δάσος.

Όλα τα κόκκαλα στα πόδια του τον πονούσαν σα να ‘χαν αρπάξει φωτιά. Οι κουκουβάγιες στα δέντρα στριγκλίζαν παρέα με τις αρθρώσεις του καθώς ωθούσε τον εαυτό του μπροστά μέσα στο σκοτάδι. Σε μακρυνή απόσταση, έβλεπε ένα απειροελάχιστο, τρεμουλιαστό φωτάκι, άρα ένα αγρόκτημα, μια φωτιά, μια εστία, ένας τόπος ξεκούρασης και πάλευε να το φτάσει. Κι όταν κατάφερε να βρεθεί μπροστά στην πόρτα, ήταν πια τόσο κουρασμένος, τόσο εξαντλημένος – το φως στο φαναράκι του είχε μόλις σβήσει – που ο γέροντας έγειρε προς το άνοιγμα της πόρτας και κατέρρευσε.

Μέσα στο σπίτι βρισκόταν μια γριά και καθόταν μπροστά στη φωτιά που τριζοβολούσε. Έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του, τον σήκωσε στα χέρια της και τον κουβάλησε μέχρι το τζάκι. Τον κρατούσε στα χέρια της, όπως κρατά η μητέρα το παιδί της. Καθόταν στην κουνιστήρα της και τον κουνούσε ρυθμικά: ένας ταλαιπωρημένος, εύθραυστος γέρος – ένας σάκος κόκκαλα σχεδόν – και μια γριά δυνατή να τον νανουρίζει κουνώντας τον μπρος-πίσω, καθησυχάζοντάς τον «έτσι, έτσι, έτσι – έτσι, έτσι, έτσι».

Κι έτσι κύλησε η νύχτα κι εκείνη τον νανούριζε και λίγο πριν φέξει, είχε γίνει νεότερος, ήταν τώρα ένας όμορφος νέος άντρας με χρυσά μαλλιά και μακρυά, γερά μέλη. Κι εκείνη συνέχισε να τον νανουρίζει, μουρμουρίζοντας «έτσι, έτσι, έτσι – έτσι, έτσι, έτσι».

Κι όταν πλησίασε πια η αυγή, ο άντρας ήταν πλέον ένα πολύ μικρό, όμορφο αγόρι με μαλλιά χρυσά, πλεγμένα σε κοτσίδες που θύμιζαν κεφαλές από στάχυα.

Και μόλις έφτασε η ώρα της ανατολής, η γριά τράβηξε με γρήγορες κινήσεις τρεις τρίχες χρυσές απ’ το λαμπρό κεφάλι του παιδιού και τις πέταξε στο δάπεδο. Τις άκουσε να τραγουδούν: τιιιιιιινγκ, τιιιιιιιιιιινγκ, τιιιιιιιιιιιινγκ!

Και το μικρό αγόρι που κρατούσε στα χέρια της, μπουσούλησε μακρυά από την αγκαλιά της κι έτρεξε σχεδόν προς την πόρτα. Για μια στιγμή στράφηκε το βλέμμα του στη γριά, της χαμογέλασε ζεστά κι έπειτα πέταξε στον ουρανό, διότι αυτός ήταν ο ήλιος ο λαμπρός.

Πηγή: Clarissa Pinkola Estes (1998:328-329) WOMEN WHO RUN WITH THE WOLVES- CONTACTING THE POWER OF THE WILD WOMAN, Rider, London UK.

Advertisements