«Άνθρωπος σε φορτωμένο γάιδαρο» του Wallace Hulley

Μια μέρα ο Ναστραδίν Χότζας γυρνούσε από το παζάρι. Είχε αγοράσει ένα γάιδαρο και τον τραβούσε με το καπίστρι.

Τον είδα δυο κλέφτες και σκαρφίστηκαν να του τον πάρουν. Πλησιάζει σιγά σιγά ο ένας και, χωρίς να καταλάβει τίποτα ο Χότζας, βγάζει το καπίστρι, το περνάει στο λαιμό του και κάνει εκείνος το γάιδαρο. Ο άλλος αρπάζει το ζωντανό και γίνεται άφαντος.

Ο κλέφτης, σαν είδε πως απομακρύνθηκε ο σύντροφός του, αρχίζει τάχατες να πεισμώνει και να μην προχωρεί. Τραβάει, ξανατραβάει ο Χότζας, τίποτα – οπότε γυρίζει πίσω και βλέπει πως έσερνε άνθρωπο!

«Ποιός είσαι συ;», ρωτάει ξαφνιασμένος.

«Μην τα ρωτάς Χότζα μου», αποκρίνεται εκείνος, «μονάχα σπλαχνίσου με! Χθες ήμουνα κι εγώ άνθρωπος, μέθυσα και βάρεσα τη μάνα μου. Εκείνη με καταράστηκε κι αμέσως έγινα ζώο. Σήμερα μ’ έφεραν και με πούλησαν στην αγορά. Ευτυχώς που μ’ αγόρασες εσύ – ένας άγιος άνθρωπος – κι ο Αλλάχ με ξανάκανε άνθρωπο!»

«Πήγαινε, παιδί μου, στο σπίτι σου» αποκρίνεται ο Χότζας και πρόσεχε μην ξαναστενοχωρήσεις τη μάνα σου!»

Σε λίγες μέρες ο Χότζας ξαναπηγαίνει στο παζάρι γι’ άλλο γαϊδούρι. Κατάπληκτος βλέπει τον ντελάλη να διαλαλεί τον ίδιο το γάιδαρό του. Πλησιάζει και του λέει στ’ αυτί

«Ου να χαθείς παλιογομάρι, πάλι μέθυσες και βάρεσες τη μάνα σου. Έλα δω, γιατί εσύ δε γίνεσαι με τίποτα άνθρωπος!»

Πηγή: Σοφοκλής Δημητρακόπουλος (επιμ.) (1988:66-67) Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΝΑΣΤΡΑΔΙΝ ΧΟΤΖΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

Advertisements