Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας τυφλός που ζούσε με την αδελφή του σε μια καλύβα εκεί που τελείωνε το δάσος.O τυφλός ήταν πολύ έξυπνος. Συνήθιζε να κάθεται έξω από την καλύβα του και να κουβεντιάζει με τους περαστικούς. Αφού τους άκουγε προσεχτικά, τους έδινε συμβουλές.
-Τυφλέ , πώς γίνεται να είσαι τόσο σοφός;
-Γιατί βλέπω με τα αυτιά μου, απαντούσε εκείνος χαμογελώντας.
Μετά από λίγο καιρό η αδελφή του παντρεύτηκε ένα κυνηγό. Εκείνος περιγελούσε τον τυφλό λέγοντας:
-Τι αξία έχει ένας άνθρωπος που δεν βλέπει; Τι μπορεί να ξέρει ένας τυφλός που ζει στο σκοτάδι;
Ο κυνηγός δεν αφιέρωνε ούτε ένα λεπτό στον τυφλό, παρόλο που ο δεύτερος τον παρακαλούσε κάθε μέρα να τον πάρει μαζί του στο κυνήγι. Ένα βράδυ ο κυνηγός επέστρεψε με καλό κυνήγι στα χέρια του και αποφάσισε την επόμενη μέρα να πάρει και τον τυφλό μαζί του. Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν, οδηγώντας τον τυφλό από το χέρι ανάμεσα από τα δέντρα. Κάποια στιγμή ο τυφλός τραβάει το χέρι του από το χέρι του κυνηγού και του λέει:
-Σςςςςς… ένα λιοντάρι. Βέβαια έχει φάει πολύ και κοιμάται βαθιά.
Λίγο παρακάτω συνάντησαν ένα λιοντάρι που κοιμόταν.Ο κυνηγός έμεινε άναυδος, αλλά δεν είπε κουβέντα. Συνέχισαν το δρόμο τους. Μετά από λίγο:
-Σςςςςς…. ένας ελέφαντας. Κάνει το μπάνιο του στη λίμνη.
Λίγο παρακάτω συνάντησαν τον ελέφαντα. Στράφηκε ο κυνηγός στον τυφλό και τον ρώτησε «μα, πώς μπορούσες να το γνωρίζεις αυτό, αφού δε βλέπεις;». Κι ο τυφλός του απάντησε «είναι επειδή βλέπω με τ’ αυτιά μου» και συνέχισαν το δρόμο τους. Τέλος, έφτασαν εκεί που έπρεπε και ο κυνηγός έστησε μια παγίδα και έδειξε στον τυφλό πώς να στήσει μία δεύτερη. Και πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Την επόμενη μέρα, ο τυφλός οδήγησε τον κυνηγό πίσω στις παγίδες. Άναυδος – ξανά – ο κυνηγός αναφώνησε «πώς γίνεται να γνωρίζεις το δρόμο;». Κι ο τυφλός του απάντησε «είναι επειδή βλέπω με τ’ αυτιά μου». Έφτασαν και μέχρι τις παγίδες. Εκεί υπήρχαν δύο πουλιά, ένα μικρό γκρι στην παγίδα του κυνηγού και ένα πανέμορφο μεγαλύτερο πουλί, με φτερά πράσινα, βαθυκόκκινα και χρυσαφιά. Ο κυνηγός μόλις τα είδε αποφάσισε να δώσει το μικρό γκρι στον τυφλό και να κρατήσει το άλλο. Έτσι και έκανε και στο δρόμο μιλούσε στον εαυτό του «ένας που δε βλέπει δε θα καταλάβει τη διαφορά». Όμως ο νους δεν ξεκολούσε από την πράξη του και ρωτάει τον τυφλό:
-Αν είσαι τόσο έξυπνος και βλέπεις με τα αυτιά σου, απάντησε μου σε αυτό: γιατί υπάρχει τόσο θυμός και μίσος στον κόσμο;  
-Γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους σαν κι εσένα, που παίρνουν ότι δεν τους ανήκει.
Ο κυνηγός ένιωσε μεγάλη ντροπή και έδωσε το σωστό πουλί στον τυφλό. Και είπε:
-Συγγνώμη… όμως, πες μου, αν είσαι τόσο έξυπνος και βλέπεις με τα αυτιά σου, γιατί υπάρχει τόση αγάπη κι ευγένεια στον κόσμο;
-Γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους σαν κι εσένα, που μαθαίνουν από τα λάθη τους.
Όταν μετά από καιρό ρωτούσαν τον κυνηγό για τον τυφλό «πώς γίνεται να γνωρίζει τόσα;», του απαντούσε:
-Είναι επειδή αυτός ο άνθρωπος βλέπει με τα αυτιά του κι ακούει με την καρδιά του.

Πηγή: http://www.lathra.gr/id

Το παραμύθι προέρχεται από την Αφρική

Advertisements