Περίληψη

Το παρακάτω κείμενο εξετάζει τα πλεονεκτήματα της αφήγησης ιστοριών στη θεραπεία, ειδικότερα εάν πρόκειται για θεραπεία που αξιοποιεί τη δημιουργικόητα και την τέχνη. Διερευνεί τον τρόπο με τον οποίο η δημιουργικότητα και η δημιουργική διαδικασία αποτελούν βασικά στοιχεία της αφήγησης και πως – όσο περισσότερο εμπεριέχει κανείς τη δημιουργικότητα – αυξάνεται η δυναμική του πελάτη για μάθηση κι ανάπτυξη. Παρέχονται τρία διαφορετικά παραδείγματα για περιγραφή και σύγκριση, κατά τα οποία διαγράφονται οι διαφορετικοί τρόποι ένταξης της αφήγησης. Τα δύο από αυτά αξιοποιούν την Αφηγηματική Τεχνική Αξιοποίησης των Ζώων (Animal Attribution Story Telling Technique – AASTT) και τη Μέθοδο Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο (Tree Theme Method – TTM). Το άρθρο δεν επιχειρεί να καλύψει όλες τις διαστάσεις και δυνατότητες που παρέχει η αφήγηση, αλλά επιχειρεί να επικεντρώσει στους τρόπους με τους οποίους εμπλέκεται η δημιουργικότητα στην αφηγηματική διαδικασία κατά τις θεραπευτικές συνεδρίες, παρέχοντας μία ευρύτερη εστίαση στην έννοια της αφήγησης.

Λέξεις-κλειδιά: δημιουργικότητα, δημιουργική διεργασία, αφήγηση, αφήγημα, Αφηγηματική Τεχνική Αξιοποίησης των Ζώων, Μέθοδος Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο.

έργο του Kurt Schwitters

Εισαγωγή

Συχνά, αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργικότητα ως ένα ταλέντο με το οποίο γεννιούνται οι λίγοι εκλεκτοί. Πρόκειται για ένα παράξενο και μοναδικό δώρο, στο οποίο κανείς άλλος δε διαθέτει πρόσβαση. Τη δημιουργικότητα, την αντιμετωπίζουμε επίσης συχνά ως εμπορεύσιμο αγαθό, μια επιπλέον μορφή ψυχαγωγίας προκειμένου να προκαλέσει κανείς τις αντιδράσεις ενός κοινού. Η δημιουργικότητα μπορεί να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη ζωή ενός ανθρώπου, καθώς καθίσταται θεμελιώδης στο πως ορίζει ένας άνθρωπος την έννοια του εαυτού του. Και αντιθέτως, μπορεί ν’ αποτελεί κάτι που ένας άλλος άνθρωπος φοβάται. Διότι γι’ αυτόν εκπροσωπεί τον κίνδυνο και την αποτυχία. Ο άλλος αυτός άνθρωπος, ενδέχεται να μην διαθέτει την παραμικρή συναίσθηση των τρόπων με τους οποίους αξιοποιεί τη δημιουργικότητα στη ζωή του ή πως την αντιλαμβάνεται ή την επικοινωνεί.

Η αφήγηση αποτελεί μια πρακτική, η οποία είναι διαχρονική σε όλες τις κουλτούρες και στο χρόνο. Για την ακρίβεια, ορίζει την κουλτούρα και το χρόνο, διότι αποτελεί το μέσο δια του οποίου μαθαίνουμε για την κουλτούρα μας και το παρελθόν. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγούμαστε ιστορίες χαρίζει ενορατικότητα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, αλλά και τα γεγονότα που έχουμε βιώσει. Αφηγούμαστε τις ιστορίες με μία γλώσσα, η οποία δεν αποτελείται μόνο από λέξεις, αλλά και συγκεκριμένα σύμβολα ή έννοιες αναγνωρίσιμες σε αυτούς που ακούν μια ιστορία (van Nijnatten, 2007). Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο εντός του πλαισίου που παρέχει μία συγκεκριμένη χώρα, πόλη, εποχή, γεγονός ή η σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους με κοινό τρόπο κατανόησης. Ενδέχεται μάλιστα, η γλώσσα με την οποία αφηγούμαστε μια ιστορία να διαφοροποιείται πολύ ή λίγο, από τον έναν άνθρωπο στον άλλο, ακόμα και αν διαφορετικοί άνθρωποι μοιράζονται κοινές αντιλήψεις.

Επίσης, οι ιστορίες οργανώνονται ή δομούνται με διαφορετικούς τρόπους. Η δυτική κουλτούρα συχνά δομεί τις ιστορίες βάσει μιας ξεκάθαρης γραμμικής εξέλιξης του χρόνου, ενώ άλλες κουλτούρες ενδέχεται να μην ακολουθούν χρονολογική σειρά για τις ιστορίες τους. Η δυτική κουλτούρα επίσης, αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ένα σύνολο, εντός του οποίου ένας χαρακτήρας παραμένει ίδιος κατά τη διάρκειά της, ενώ διατρέχει διαφορετικούς τόπους και γεγονότα (van Nijnatten, 2007). Επειδή τα παιδιά διδάσκονται να περιμένουν από τις ιστορίες ν’ ακολουθούν αυτές τις συγκεκριμένες δομές, μαθαίνουν επίσης να ακολουθούν τις ίδιες δομές και οι ζωές και οι ιστορίες τους. Καθώς αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν, συνεχίζουν να διδάσκονται ότι υπάρχει η προσδοκία οι ιστορίες αυτές οργανώνονται με συγκεκριμένο τρόπο κι έτσι θα επιχειρήσουν να οργανώσουν τις ζωές τους, τα βιώματά τους και την ταυτότητά τους με παρόμοιο τρόπο. Αν δεν το καταφέρουν, τότε ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως διαφορετικούς ή να πιστεύουν ότι κάνουν κάποιο λάθος, ανησυχώντας ότι οι άλλοι γύρω τους δεν θα τους καταλάβουν (van Nijnatten, 2007).

Άλλα τυπικά χαρακτηριστικά της αφήγησης στη δυτική κουλτούρα συμπεριλαμβάνουν μια αρχή, μια μέση κι ένα τέλος, καθώς και την ανάγκη για ένα είδος νοήματος ή διδάγματος πίσω από την ιστορία. Αυτό συνομιλεί με την εγγενή τάση μας να δίνουμε ένα νόημα στη ζωή μας ή σχηματοποιεί τόσο αυτή την τάση, όσο και όσα συμβαίνουν εντός της. Οι ιστορίες μπορεί να εστιάζουν σε μια συγκεκριμένη θεματολογία ή ένα συγκεκριμένο συναίσθημα και μπορεί να ειπωθούν με αισιόδοξο ή απαισιόδοξο τρόπο. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι ν’ αφηγηθεί κανείς μια και μόνο ιστορία. Κατανοώντας τα αυτά, αποκτάμε ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο μπορεί να αξιοποιθεί για να καταλάβουμε τους άλλους ανθρώπους ή τις άλλες κουλτούρες και ν’ αλληλεπιδράσουμε μαζί τους. Η κατανόηση αυτή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μας βοηθήσει να επανεπεξεργαστούμε τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την ιστορία της ζωής μας.

Τώρα, σίγουρα η δημιουργικότητα παίζει ένα ρόλο στις φανταστικές ιστορίες ή στις ιστορίες που εμπεριέχουν μεταφορές, αλλά αν λάβει κανείς ότι μία και μόνο ιστορία μπορούμε να την αφηγηθούμε με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η αφήγηση μιας ιστορίας συνεπάγεται ένα βαθμό δημιουργικότητας. Όταν εναγκαλίζεται κανείς τη δημιουργικότητα, τότε η αφήγηση μπορεί να μετατραπεί σε θεραπευτικό εργαλείο. Η δημιουργική διεργασία της σχηματοποίησης των χαρακτήρων, των τόπων και των γεγονότων επιτρέπει στον αφηγητή να επιλέξει τι θα αποκαλύψει για τους χαρακτήρες, τους τόπους και τα γεγονότα. Του δίνει τη δυνατότητα να αποστασιοποιηθεί από την ιστορία του, εφόσον αφορά μια προσωπική εμπειρία. Η επιλογή να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία σε τρίτο αντί για πρώτο πρόσωπο μπορεί να ενισχύει εξίσου αυτή τη διαδικασία αποστασιοποίησης.

Μπορούμε να δούμε τη δημιουργικότητα σαν ένα τρόπο για να κατεβάζει κανείς ιδέες ή σαν ένα τρόπο να παράγει κανείς λύσεις ως προς τις ιδέες αυτές. Η δημιουργική διάσταση της αφήγησης επιτρέπει της επιτρέπει να παραμένει ανοιχτή σε διαφορετικές πιθανότητες, δημιουργώντας ενεργά λύσεις σε προκλήσεις ή προσφέροντας εξηγήσεις για συγκεκριμένες πράξεις. Υπάρχουν πολλοί τρόποι προσέγγισης της αφήγησης εντός ενός θεραπευτικού πλαισίου. Ο θεραπευτής ενδέχεται να επιλέξει να εστιάσει περισσότερο στην αφήγηση των βιωμάτων ενός πελάτη ή σε φανταστικές ιστορίες ή ιστορίες με συμβολική γλώσσα. Όπως και να ‘χει, ο πελάτης θα δώσει ενδείξεις των τρόπων με τους αντιλαμβάνεται τα διαφορετικά ζητήματα και σκέφτεται, οι οποίες ενδέχεται να του προκαλέσουν συγκεκριμένα συναισθήματα. Η ίδια η αφήγηση καθαυτή, προσφέρει μια βάση κατανοητή και δομημένη για τους πελάτες εκείνους που ενδεχομένως αποθαρρύνονται από λιγότερο δομημένες μορφές έκφρασης. Ο θεραπευτής οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη γνώση και να εργαστεί με αφηγηματικές δομές και θεματικές που είναι πολύ οικείες στον πελάτη ή είναι σε θέση να δημιουργήσουν τρόπους που θα διδάξουν τον πελάτη πως θα απομακρυνθεί από το συνηθισμένο τρόπο με τον οποίο αναστοχάζεται ιδέες και βιώματα.

Θα παρουσιάσω τρία παραδείγματα με περιστατικά όπου αξιοποιείται η αφήγηση με θεραπευτικό τρόπο. Τα τρία αυτά παραδείγματα προσφέρουν μόνο μια φευγαλέα αίσθηση των πολλών τρόπων ένταξης της αφήγησης στη θεραπευτική διεργασία. Σε κάθε ένα από τα παραδείγματα αυτά, η αφήγηση αποτελεί την κύρια πρακτική της συνεδρίας, υπάρχουν όμως πολλοί άλλοι τρόποι επίσης όπου η αφήγηση ενδέχεται να ενταχθεί σε μικρότερο βαθμό, συνδυαζόμενη με άλλες τεχνικές οι οποίες αποτελούν ίσως το κύριο πλαίσιο των συνεδριών. Το πρώτο παράδειγμα αφορά την Αφηγηματική Τεχνική Αξιοποίησης των Ζώων ενταγμένη σε ένα πλαίσιο οικογενειακής θεραπείας. Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τη Μέθοδο Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο, όπως αξιοποιείται στο πλαίσιο συνεδριών εργοθεραπείας. Το τρίτο αποτελεί τους δικούς μου αναστοχασμούς καθώς πειραματίζομαι με τις διατροπικές μεταβιβάσεις γύρω από την αφήγηση.

Αφηγηματική Τεχνική της Αξιοποίησης Ζώων

Η Arad (2004) περιγράφει την Αφηγηματική Τεχνική της Αξιοποίησης Ζώων ως ένα τύπο οικογενειακής παιγνιοθεραπείας. Η οικογενειακή παιγνιοθεραπεία ενδέχεται να συμπεριλαμβάνει τεχνικές όπως οι συνεντεύξεις με μαριονέτες, η αφήγηση και η χρήση παιδικών ζωγραφιών. Η Αφηγηματική Τεχνική Αξιοποίησης Ζώων, στην περίπτωση αυτή, επιτρέπει μεγαλύτερα περιθώρια για φαντασία και δημιουργικότητα, καθώς αποτελεί μια ανοιχτή διαδικασία και δεν αξιοποιεί αντικείμενα, οπότε οι ιδέες προέρχονται αποκλειστικά από τη φαντασία των μελών της οικογένειας.

Η Arad (2004) περιγράφει μια τετραμελή οικογένεια: μία μητέρα, έναν πατέρα, έναν εννιάχρονο γιο και μια τετράχρονη κόρη. Ο λόγος που είχε γίνει παραπομπή της οικογένειας σε θεραπευτή αφορούσε το γιο, λόγω μιας διάγνωσης για διαταραχές που αφορούσαν επιθετική συμπεριφορά (oppositional defiance disorder). Αυτό σημαίνει, ότι συχνά συνεργαζόταν με απροθυμία ή δύσκολα ακολουθούσε κανόνες στο σχολείο ή το σπίτι, καθώς η οικογένεια δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να αντιμετωπίσει τα ξεσπάσματά του. Πρόκειται για μια περίπτωση όπου ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εμπλέξει κανείς το παιδί που αποτελούσε σημείο εστίασης των συνεδριών να συμμετέχει σε οποιοδήποτε είδος συζήτησης ή δραστηριοτήτων, οι οποίες θεωρούνταν απαραίτητες προκειμένου να πετύχει κανείς οποιαδήποτε μορφή αλλαγής.

Η Arad (2004) εξηγεί πως ο θεραπευτής πληροφόρησε τον Roy, το γιο, ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμετέχει σε οτιδήποτε δεν αν το επιθυμούσε και πως εξαρτιόταν από τον ίδιο εάν θα πάρει μέρος στις δραστηριότητες. Αυτό έδωσε στο Roy την αίσθηση ότι είχε λίγη ελευθερία παραπάνω κι έτσι όταν ο θεραπευτής εξήγησε τι παιχνίδι θα έπαιζαν, αποφάσισε ότι ήθελε να συμμετέχει.

Ο θεραπευτής είχε περιγράψει τη διαδικασία της Αφηγηματικής Τεχνικής Αξιοποίησης Ζώων, εξηγώντας σε κάθε μέλος της οικογένειας ότι θα είχε την ευκαιρία να επιλέξει ένα ζώο για κάθε μέλος της οικογένειας, του εαυτού του/της συμπεριλαμβανομένου/ης, και στη συνέχεια θα αφηγούνταν μια ιστορία χρησιμποιώντας αυτούς του χαρακτήρες-ζώα. Η ιδέα αυτή τράβηξε την προσοχή του Roy, που ανυπομονούσε να ξεκινήσει. Ο θεραπευτής του εξήγησε ότι ο μοναδικός κανόνας που όφειλαν ν’ ακολουθήσουν τα μέλη της οικογένειας αφορούσε τη σειρά βάσει ηλικίας, από το νεώτερο στο μεγαλύτερο, έτσι ώστε να αποφύγει την επιρροή των μεγαλύτερων μελών της οικογένειας στα νεώτερα. Καθώς ο Roy ανυπομονούσε τόσο να συμμετάσχει, συμφώνησε με αυτό το συμβιβασμό.

Ο ίδιος ο συμβιβασμός καθαυτός αποτελούσε τεράστιο βήμα, αποδεικνύοντας το άμεσο όφελος παραχώρησης ελευθερίας σε ένα παιδί, αλλά και του ελέγχου που θα μπορούσε ν’ ασκήσει στην ιστορία που θα δημιουργούσε. Το να δίνει κανείς σε ένα άτομο την άδεια να δημιουργήσει κάτι από στοιχεία που επιλέγει αποκλειστικά το ίδιο, του δίνει μια αίσθηση ελέγχου και δύναμης, την οποία ενδέχεται συνήθως να νιώθει ότι δεν διαθέτει.

Κάθε μέλος της οικογένειας αφηγήθηκε με τη σειρά του μια ιστορία. Όλοι τους ενθαρρύνθηκαν να αναφερθούν αποκλειστικά στα ζώα που είχαν επιλέξει ν’ αντιστοιχούν για κάθε μέλος της οικογένειας και όχι στα ίδια τα μέλη της οικογένειας. Τους ζητήθηκε επίσης να προσπαθήσουν να μην αφηγηθούν μια ιστορία που είχαν ακούσει παλιότερα ή κάποια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Αυτό χάρισε σε κάθε μέλος επαρκή απόσταση ώστε να μιλήσει για τους χαρακτήρες των ζώων, δίχως αναγκαστικά να νιώθει ότι αναφέρεται στα ίδια τα μέλη της οικογένειας. Αφού κάθε ένας/μία αφηγήθηκε την ιστορία του/της, ο θεραπευτής του/της ζήτησε να δώσει ένα τίτλο στην ιστορία και να τη συνδέσει με ένα ηθικό δίδαγμα. Αυτό θα επέτρεπε στα μέλη της οικογένειας να ανατρέξουν στην κάθε ιστορία και να συζητήσουν όσα συνέβησαν σε αυτές, καθώς και πως κάθε χαρακτήρας διαδραμάτισε το ρόλο του και επηρεάστηκε από τα γεγονότα της εκάστοτε ιστορίας.

Η δυνατότητα κάθε μέλους της οικογένειας να αφηγηθεί τη δική του ή δική της ιστορία με το δική του/της ομάδα ηρώων, χάρισε στον κάθε ένα/μια ένα είδος προσωπικής διαλέκτου επικοινωνίας, γύρω από την οποία θα περιστρέφονταν οι συζητήσεις της υπόλοιπης οικογένειας. Η δημιουργικότητα δεν αξιοποιήθηκε μόνο για τη δημιουργία των ιστοριών, αλλά και για την εξεύρεση λύσεων ή εναλλακτικών στις συγκρούσεις που αναδύονταν σε ορισμένες ιστορίες. Ο θεραπευτής επίσης, εξασφάλισε ότι τα μέλη της οικογένειας θα περιγράψουν αρχικά το χαρακτήρα κάθε ζώου ξεχωριστά και μετά καθοδήγησε τα μέλη της οικογένειας, ώστε να εντοπίσουν θετικά στοιχεία ή σημεία άξια συγχωρέσεως των χαρακτήρων εκείνων που είχαν απεικονιστεί με αρνητικό τρόπο.

Οι ιστορίες που ειπώθηκαν, θα μπορούσαν με πολλούς τρόπους, να αφορούν ζητήματα ή περιστατικά που είχαν συμβεί ανάμεσα στα πραγματικά μέλη της οικογένειας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, τα θέματα που αναδύθηκαν έδωσαν απλώς στην οικογένεια μια ευκαιρία να σκεφτεί δημιουργικά και να αντιμετωπίσει την πρόκληση συλλογκά. Η Arad (2004) περιγράφει ότι η δημιουργική πράξη της δημιουργίας μιας ιστορίας, ήταν κάτι το οποίο φυσικά τα παιδιά απολαμβάνουν, καθώς επίσης και κάτι που έχει τη δυνατότητα να τραβήξει την πλήρη προσοχή τους. Περίγραψε επίσης, ότι τους παρείχε έναν τρόπο να επικοινωνήσουν ιδέες και συναισθήματα, τα οποία ακόμα δεν είχαν τρόπο να διαμεσολαβήσουν ή να καταλάβουν σε τόσο νεαρή ηλικία.

Από την άλλη πλευρά, η Arad (2004) περίγραψε πως η δημιουργική τέχνη της αφήγησης αποτέλεσε μια πρόκληση για τους γονείς, αναγκάζοντάς τους να στραφούν σε έναν ειλικρινέστερο και πιο παιχνιδιάρικο τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, τον οποίο κατά πάσα πιθανότητα είχαν απωλέσει μετά την παιδική τους ηλικία. Γεγονός που ίσως τους επέτρεπε να αγγίξουν ζητήματα και συναισθήματα, για τα οποία πιθανά κατηγορούσαν κάποιον άλλο ή κάτι άλλο ή ενδεχόμενα δικαιολογούσαν εκλογικεύοντάς τα, παραβλέποντας τις φυσικές συναισθηματικές τους αντιδράσεις. Η πρόκληση που έθεσε η συγκεκριμένη επιλογή αφηγηματικής δραστηριότητας, τους προσέφερε επίσης μια διεργασία σκέψης και ένα μέσο επικοινωνίας, έτσι ώστε [οι γονείς] να τραβήξουν την προσοχή των δύο παιδιών, αλλά και να σχετιστούν ως προς αυτά που είχαν να πουν τα παιδιά. Αυτό το ανοιχτό πεδίο δημιουργικότητας, το οποίο τέθηκε στην υπηρεσία των μελών της οικογένειας, τους επέτρεψε ν’ ανακαλύψουν τις διαφορετικές πλευρές του καθενός, όχι μόνο υπό τη προσέγγιση του ‘καλού’ και του ‘κακού’, επιτρέποντάς τους επίσης να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν, αντί να τις φορτώνουν αποκλειστικά στον Roy, τον οποίο αντιμετώπιζαν ως το «κακό αγόρι».

Το συγκεκριμένο περιστατικό που επικεντρώνει στην Αφηγηματική Τεχνική Αξιοποίησης Ζώων δε λειτουργεί ως προς όλες τις μορφές τέχνης, παρόλο που η Arad (2004) αναφέρει εν συντομία ότι τα μέλη της οικογένειας ήταν σε θέση να ζωγραφίσουν τους χαρακτήρες τους. Οι συνεδρίες κατά κύριο λόγο εστίαζαν στη δημιουργία μιας ιστορίας με λέξεις. Το παράδειγμα που ακολουθεί συμπεριλαμβάνει περισσότερο τη δημιουργία ενός έργου τέχνης, καθώς η τελευταία – παράλληλα με τις λεκτικές συνδιαλλαγές – συνιστά τη βασική δομή των συνεδριών.

Μέθοδος Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο

Οι Gunnarsson, Jansson, and Eklund (2006) αναφέρονται στη μελέτη μιας περίπτωσης, όπου χρησιμοποιείται η Μέθοδος Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο. Η αρχή της εφαρμογής της προϋποθέτει ότι ο πελάτης δημιουργεί δέντρα, τα οποία συμβολίζουν συγκεκριμένες περιόδους της ζωής του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή, η πελάτισσα ζωγράφισε δέντρα, ένα για κάθε μία από τις πέντε συνεδρίες και στη συνέχεια η θεραπεύτρια αξιοποίησε τα δέντρα έτσι ώστε να βοηθήσει τον πελάτη ν’ αφηγηθεί την ιστορία του. Η πελάτισσα ξεκίνησε θεραπεία λόγω της κατάθλιψης και του άγχους που ένιωθε. Ένιωθε ψυχικά καταβεβλημένη και έντονο άγχος μετά το θάνατο κάποιου πολύ κοντινού της προσώπου.

Οι Gunnarsson κ.ά. (2006) συνέλεξαν πληροφορίες μέσω των θεραπευτικών συνεδριών, αλλά και μέσω της ανατροφοδότησης που παρείχε η ίδια η πελάτισσα, ενώ επίσης ενημερώθηκαν μέσω μίας επαναληπτικής συνεδρίας που πραγματοποιήθηκε μετά από τρία χρόνια. Η θεραπεύτρια άνοιξε την πρώτη συνεδρία, ζητώντας από την πελάτισσά της να ζωγραφίσει ένα δέντρο το οποίο θ’ αντιπροσώπευε την τρέχουσα φάση της ζωής της. Το δέντρο παρουσίαζε κουτσουρεμένα κλαριά, με λίγα μαραμένα φύλλα πάνω τους και ρίζες που εξείχαν από το έδαφος. Η πελάτισσα είπε ότι επρόκειτο για σημύδα και οι ρίζες της εξείχαν για να δείξουν πόσο ασταθής και αδύναμη ένιωθε. Η θεραπεύτρια της έθετε ερωτήματα σχετικά με τη ζωγραφιά και την καθοδηγούσε έτσι ώστε να παρατηρήσει με κριτική ματιά τι είχε φτιάξει, αναζητώντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ήταν η ίδια η πελάτισσα που εξέφραζε απόψεις για τη ζωγραφιά της και όχι η θεραπεύτρια. Κι αυτό επειδή η ιδέα πίσω από τη συγκεκριμένη μέθοδο είναι να αξιοποιηθεί ως ένα εργαλείο έκφρασης σκέψεων, συναισθημάτων κι αισθημάτων εκ μέρους του πελάτη. Η δημιουργία του δέντρου επέτρεψε την ανάδυση χειροπιαστών αναπαραστάσεων ως συγκεκριμένες περιόδους της ζωής της πελάτισσας, κάτι που τη βοήθησε να πλαισιώσει ορισμένες πτυχές της ιστορίας της ζωής της, καθώς της αφηγούνταν.

Οι Gunnarsson κ.ά. (2006) περιγράφουν μεταγενέστερες συνεδρίες, όπου ζητείται από την πελάτισσα να δημιουργήσει τα δέντρα που αντιστοιχούν στην παιδική της ηλικία, την εφηβεία της, την ενήλικη ζωή της και τελικώς το μέλλον της. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στην ιστορία της ζωής της να αποκτήσει δομή. Αντί να της ζητηθεί απλώς να αφηγηθεί μονομιάς την ιστορία της ζωής της, όπου θα έπρεπε να επιλέξει συγκεκριμένα γεγονότα ή λεπτομέρειες, της επιτρέπεται αρχικά να σκεφτεί να δημιουργικά, έχοντας την ελευθερία να επεξεργαστεί με φυσικότητα τον τρόπο με τον οποίο οραματίζεται και αναπαριστά κάποιες περιόδους της ζωής της.

Οι Gunnarsson κ.ά. (2006) εξηγούν με ποιό τρόπο η πελάτισσα εξερεύνησε τις πολλές διαφοροποιήσεις και αλλαγές ανάμεσα στις διαφορετικές περιόδους του παρελθόντος και του παρόντος της. Προσεγγίζοντας το μέλλον, ήταν σε θέση να καταστήσει ορατές τις αλλαγές που επιδίωκε στη ζωή της. Ζωγράφισε, όπως εξήγησε, μια πολύ γερή οξιά και στο δέντρο αυτό ενσωμάτωσε στοιχεία από τα υπόλοιπα δέντρα της ζωής της, τη μονιμότητα των οποίων δεν είχε συνειδητοποιήσει προηγουμένως. Σ’ αυτή τη γερή οξιά συμπεριέλαβε νεκρά φύλλα κι αδύναμα κλαδιά, διότι είχε αρχίσει να αποδέχεται ότι θα συνέχιζαν να υπάρχουν δύσκολες ή θλιμμένες περίοδοι στη ζωή της. Κι αυτές όμως αποτελούσαν κομμάτι της ζωής.

Οι Gunnarsson κ.ά. (2006) ζήτησαν ανατροφοδότηση από τη συγκεκριμένη πελάτισσα τρία χρόνια μετά, ρωτώντας την ποια ένιωθε να είναι τα οφέλη αυτής της μεθόδου και αν βέβαια πίστευε ότι είχε επωφεληθεί η ίδια. Υποστήριξε ότι την είχαν οφελήσει ιδιαίτερα, καθώς οι ζωγραφιές της παρείχαν έμπρακτες απεικονίσεις των σημείων καμπής σε διαφορετικές στιγμές της ζωής της, όπως επίσης και των θετικών ή αρνητικών σημείων της κάθε αντίστοιχης περιόδου. Είπε, ότι επειδή η συγκεκριμένη διεργασία προσανατολιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε αναθέσεις σχετικές με την καθημερινή της ζωή, τη βοήθησε να επανεπεξεργαστεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη ζωή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο φαντάζεται το μέλλον της.

Οι Gunnarsson κ.ά. (2006) εξηγούν πως όταν κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής – μετά από τρία χρόνια – της ζητήθηκε να ζωγραφίσει ένα μελλοντικό δέντρο, δημιούργησε ένα δέντρο πολύ πιο γερό, που ισορροπούσε καλά ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, τα δυνατά και τα αδύνατά της σημεία. Είχε φτιάξει μια οξιά και στα κλαριά του κρεμόταν μια άδεια κούνια, η οποία απεικόνιζε την πιθανότητα κάποια μέρα να έχει δικά της εγγόνια. Της παρουσιάστηκε το μελλοντικό δέντρο της προηγούμενης περιόδου, αλλά και όλα τ’ άλλα δέντρα και μίλησε για το πως η ανάμνησή τους μεταλλασόταν στο χρόνο, καθώς κάποια χαρακτηριστικά τους είχαν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στο νου της. Η διαδικασία αυτή της προσέφερε μια άλλου είδους ενόραση ως προς τον τρόπο που παρατηρεί την ιστορία της από διαφορετικό σημείο κάθε φορά και πως αυτός μεταβάλλεται στην πορεία της ζωής της.

Προσωπική Εμπειρία

Επέλεξα να εξερευνήσω την ιδέα της ενσωμάτωσης της αφήγησης σε μια δική μου δημιουργική διεργασία. Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα παραδείγματα, αξιοποίησα την ιστορία κυρίως σε μία φάση της προσωπικής μου διεργασίας, ενώ παράλληλα ενέταξα και δύο άλλες μορφές τέχνης. Η προσωπική μου διεργασία είχε ως αφετηρία ένα κολάζ. Το ξεφύλλισμα των περιοδικών προσέφερε την ευκαιρία μιας παθητικότερης προσέγγισης του λεγόμενου καταιγισμού ιδεών. Όντας ιδιαίτερα εξοικειωμένη με ρόλους, σύμβολα, αλλά και το τι σημαίνει να μπορείς να εκφράζεις τον εαυτό σου, ένιωθα ότι η επιλογή μιας παθητικής διερευνητικής προσέγγισης θα μου ήταν πιο χρήσιμη, όπως αντίστοιχα κάποιοι πελάτες επωφελούνται περισσότερο όταν δημιουργούν μόνοι τους τα μέσα που θα δώσουν έναυσμα στη φαντασία τους, αντί να επηρεαστούν από κάτι που τους προσφέρεται έτοιμο.

Έκοψα τις εικόνες που θα μου χρησίμευαν ως πιθανά μέσα, αντικείμενα, τμήματα ενός σκηνικού, χαρακτήρες και τις τοποθέτησα με τον τρόπο που επιθυμούσα. Προσπάθησα να με σκέφτομαι ιδιαίτερα κάποια συγκεκριμένη ιστορία προς αφήγηση και επέτρεψα στον εαυτό μου να συλλέγει απλώς τις εικόνες που τον έλκυαν ή με τις οποίες μπορούσε κατά έναν τρόπο να σχετιστεί. Πειραματίστηκα ως προς την τοποθέτηση των εικόνων κι αποφάσισα να μην ακολουθήσω κάποια χρονολογική σειρά. Συνειδητοποίησα ότι η ικανότητα του να επιτρέπει κανείς σε όλες τις ιδέες να συνυπάρχουν δίχως το στοιχείο του χρόνου, δίχως την ύπαρξη ενός πριν και μετά, με ανακούφιζε. Μερικές εικόνες ομαδοποιήθηκαν, ενώ άλλες τοποθετήθηκαν παραέξω, καθώς μου φαίνονταν πιο απόμακρες.

Τη στιγμή που ένιωσα ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, άρχισα να αφηγούμαι μια ιστορία για κάθε μία από τις εικόνες αυτές. Αποδείχθηκε πως όλες οι ιστορίες περιστρέφονταν γύρω από ένα κορίτσι, το οποίο συνειδητοποίησα πως ήταν ο εαυτός μου, και το οποίο προσέγγιζε και αλληλεπιδρούσε με κάθε άλλη εικόνα. Δεν υπήρχε μία γραμμική πορεία στο χρόνο και το κορίτσι δεν συσχέτιζε τη μία εικόνα με την άλλη, αλλά μπορούσε να περάσει από τη μια στην άλλη ή να επιστρέψει στη μία ή την άλλη εικόνα, μιλώντας για το πως ένιωθε για κάθε απεικόνιση. Ένιωσα ανακούφιση που δε χρειαζόταν να αποδώσω κάποιο επιπλέον ιδιαίτερο νόημα ή δομή πέρα απ’ αυτό που έκανα. Επιθυμούσα να μην προσπαθώ να ανακαλύπτω συνδέσεις ή διδάγματα μέσω των ιστοριών αυτών, απλώς να βιώνω πράγματα για σύντομο χρονικό διάστημα. Το «κορίτσι» ποτέ δεν περιγράφηκε με περισσότερες λέξεις πέραν του βασικού του χαρακτηρισμού κι αυτό μου φάνηκε εξίσου ανακουφιστικό. Καθώς πολύ συχνά κατά το τελευταίο διάστημα προσπαθούσα να ορίσω το ποιά είμαι και να συνδεθώ με το παρελθόν μου, ήταν απελευθερωτικό το να επιτρέπω απλώς στον εαυτό μου να παραμένει μια αόριστη φιγούρα εντός αυτών των μικρών ιστοριών. Σκεφτόμουν να πάρω μια κόλλα χαρτί για να καταγράψω τις ιστορίες αυτές, όταν συνειδητοποίησα ότι η ιδέα και μόνο του να δώσει κανείς σ’ αυτές τις ιστορίες σαφήνεια μου προκαλούσε αποστροφή, κι έτσι επέτρεψα στον εαυτό μου να μην κάνει τίποτα.

Το επόμενο πράγμα που έκανα ήταν να αναστοχαστώ ως προς τους χαρακτήρες που είχα δημιουργήσει ή/και συναισθήματά μου προς τα «κορίτσια» μου, κι αποφάσισα να εργαστώ αξιοποιώντας το σώμα μου και την κίνηση. Στάθηκα σε διαφορετικές στάσεις που ένιωθα ότι έδιναν σάρκα και οστά σε κάποιους από τους χαρακτήρες και εξέφρασα το πως ένιωθα για αυτούς. Σε μία από τις απεικονίσεις μου προσέθεσα και ήχο πέραν της κίνησης, με χτυπήματα των χεριών που αναλογούσαν στα γεγονότα και το κλίμα που επικρατούσε στη συγκεκριμένη ιστορία. Κατά τη διάρκεια μίας άλλης απεικόνισης, στάθηκα απλώς περήφανα στην αντίστοιχη στάση κι επέτρεψα στον εαυτό μου να νιώσει για λίγο το τι σημαίνει να στέκεσαι με αυτό τον τρόπο.

Το βίωμά μου αφορούσε περισσότερο μια τεχνική αφήγησης, η οποία αποδόμησε τους τρόπους με τους οποίους ορίζω συνήθως μια ιστορία, δίνοντάς μου στην πραγματικότητα την ελευθερία να είμαι περισσότερο δημιουργική κι εκφραστική. Η απόφασή μου να αφηγηθώ την ιστορία ενός «κοριτσιού» που προσέγγιζε διαφορετικές απεικονίσεις αλληλεπιδρώντας μαζί τους – όπως και με τα χαρακτηριστικά που περιείχε κάθε απεικόνιση – με αποστασιοποίησε από την υποχρέωση της ευθύνης για όσα σκέφτομαι ή νιώθω, όπως και της ευθύνης της επεξήγησής τους. Οι ιστορίες αυτές αφορούσαν περισσότερο τα διαφορετικά περιβάλλοντα και τους άλλους χαρακτήρες, παρά το χαρακτήρα του ίδιου του «κοριτσιού». Το «κορίτσι» είχε την ελευθερία να νιώθει και να είναι ότι του ερχόταν, να μετακινείται από το ένα μέρος στο άλλο, δίχως να το δεσμεύει τίποτα. Αυτός είναι και ένας τρόπος, ο οποίος επιθυμώ να χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο τη ζωή μου, καθώς νιώθω ότι κάτι τέτοιο θα αφαιρούσε τμήμα των άχρηστων πιέσεων που δέχομαι στη ζωή μου. Νομίζω ότι θα μπορούσα να επαναλάβω την εμπειρία αυτή, προκειμένου να εξασκηθώ στο να σκέφτομαι με παρόμοιο τρόπο. Επιτρέποντας στον εαυτό μου να παραμείνει ανοιχτός και δημιουργικός, του επέτρεψα να βιώσει το παρόν με μεγαλύτερη πληρότητα και πιστεύω ότι αν συνεχίσω να εξασκούμαι έτσι, ίσως να είμαι κάποτε σε θέση να επαναπλαισιώσω τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και αφηγούμαι την ιστορία μου.

Συμπεράσματα

Οι παραπάνω περιπτώσεις μελέτης λειτούργησαν διευκρινιστικά ως προς τα οφέλη της αξιοποίησης τεχνικών της αφήγησης ως μία πρακτική που θα μπορούσε να αφορά την εργασία με ανθρώπους. Η δημιουργία διεργασία της μυθοπλασίας ή της αφήγησης μια ιστορίας δίνει πολλαπλές ευκαιρίες στον πελάτη, ώστε να εξασκηθεί σε δεξιότητες που αφορούν τη δημιουργική αντιμετώπιση, ανάλυση κι επίλυση των γεγονότων που αφορούν την καθημερινότητα της ζωής του. Όπως δηλώνουν οι Gunnarsson κ.ά. (2006) «κατά τη διάρκεια των δημιουργικών δραστηριοτήτων, οι έννοιες του πράττω, είμαι και γίνομαι αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο μιας δημιουργικής αφηγηματικής διεργασίας, ο πελάτης είναι σε θέση να δημιουργήσει κάτι – είτε πρόκειται για μια καλλιτεχνική αναπαράσταση, είτε για μια προφορική ιστορία – το οποίο αφορά το πράττειν. Στη συνέχεια, ο πελάτης είναι σε θέση να αναστοχαστεί την ιστορία και ό,τι αυτή σημαίνει ή αναπαριστά για τον εαυτό του/της και αυτό συνιστά το να είναι. Τέλος, η συζήτηση σε ό,τι αφορά τη σχέση της ιστορίας με τις αντιλήψεις του/της για το μέλλον και το μελλοντικό του/της εαυτό συνιστούν το σημείο του γίνομαι.

Στην περίπτωση της Αφηγηματικής Τεχνικής Αξιοποίησης Ζώων, κάθε μέλος της οικογένειας ήταν σε θέση να δημιουργήσει μια ιστορία και να την αφηγηθεί, στη συνέχεια αναστοχάστηκαν όλοι μαζί την ιστορία τους δίνοντας ένα τίτλο και αναζητώντας το ανάλογο δίδαγμα, κάτι που τους οδήγησε σε μια κοινή συζήτηση ως προς τους χαρακτήρες και τα γεγονότα ή τις συγκρούσεις, αλλά και – σε μεταγενέστερο χρόνο – ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα ζητήματα και τα θέματα αυτά σχετίζονται με τις αλληλεπιδράσεις στην οικογένεια στην καθημερινότητά της. Η διεργασία αυτή τους έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για να ανοιχθούν και να αποκτήσουν νέες σημαντικές δεξιότητες προς αξιοποίηση κατά τις μελλοντικές τους αλληλεπιδράσεις.

Στην περίπτωση της Μεθόδου Απεικόνισης του Εαυτού ως Δέντρο, η πελάτισσα μέσω της δημιουργικής διεργασίας, ήταν σε θέση να εξερευνήσει τα συναισθήματά της και τις αντιλήψεις της για τον εαυτό της κατά τις περιόδους-κλειδιά της ζωής της, ζωγραφίζοντας δέντρα με αφορμή τα οποία αναστοχαζόταν κι αφηγούνταν τμήματα της προσωπικής της ιστορίας, καταφέρνοντας τελικά να κουβεντιάσει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να αξιοποιήσει συγκεκριμένες ποιότητες ή να αλλάξει ορισμένους τρόπους αντίληψης ως προς την καθημερινότητά της και το μέλλον της.

Κατά την προσωπική μου διεργασία εξερεύνησης, μπόρεσα να είμαι δημιουργική και διερευνητική μέσω μιας τεχνικής κολάζ, αφηγούμενη στη συνέχεια ιστορίες για κάθε απεικόνιση. Το γεγονός αυτό μου επέτρεψε να αναστοχαστώ τι με προσέλκυε σε κάθε εικόνα και τι σήμαινε η εικόνα αυτή για μένα. Καθώς κινούμουν, ενσωμάτωνα ή «δοκίμαζα» συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που με τραβούσαν και τα οποία πιθανά λαχταρούσα. Σε ό,τι αφορά την προσωπική μου διεργασία, η ίδια η καταγραφή της σε αυτό το άρθρο αποτέλεσε ένα επιπλέον βήμα, το οποίο με έφερε πιο κοντά στη διεργασία ενός γίνομαι, αν και θα χρειαστώ περισσότερη εξάσκηση στο να προχωρώ βάσει όσων μου διδάσκουν οι διαφορετικές τεχνικές αφήγησης.

Όπως είχα αναφέρει και στην αρχή αυτού του άρθρου, υπάρχουν πολύ, πολύ περισσότερες δυνατότητες εργασίας με επίκεντρο την αφήγηση και μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ίδια η αφήγηση ενδεχόμενα εμπεριέχεται με τη μία ή την άλλη μορφή σε κάθε διεργασία ή παρέμβαση που προτείνει ένας θεραπευτής στους πελάτες του. Έχοντας πει κάτι τέτοιο, είναι σημαντικό να τονίσω ότι η ιδιαίτερη σημασία της εξερεύνησης και κατανόησης του οφέλους και των δυνατοτήτων που προσφέρει η αφήγηση πραγματικά δεν έχει τέλος, ενώ την ίδια στιγμή η ίδια η διαδικασία της αφήγησης είναι προσβάσιμη σε οποιοδήποτε πληθυσμό. Το να γνωρίζει κανείς πως η οποιαδήποτε διεργασία μπορεί να μεταφραστεί σε μια ιστορία, χαρίζει στο θεραπευτή μια επιπλέον δεξιότητα προσέγγισης των πελατών του. Μια ιστορία μεταφέρεται εύκολα από το θεραπευτικό πλαίσιο στον προσωπικό κόσμο του πελάτη, διότι όλοι μας είμαστε περικυκλωμένοι από ιστορίες και βιώνουμε την ίδια την ατομική μας ιστορία σε καθημερινή βάση. Έτσι, κάθε τρόπος που μας επιτρέπει το πέρασμα από τη θεραπεία στην «πραγματική ζωή», αποτελεί μια τεχνική την οποία αξίζει κανείς να διδαχθεί.

Βιβλιογραφία

  • Arad, D. (2004). If Your Mother Were an Animal, What Animal Would She Be? Creating Play-Stories in Family Therapy: The Animal Attribution Story-Telling Technique (AASTT). Family Process, 43(2), p249-263. doi: 10.1111/j.1545-5300.2004.04302009.x.
  • Gunnarsson, A., Jansson, J., & Eklund, M. (2006). The Tree Theme Method in Psychosocial Occupational Therapy: A Case Study. Scandinavian Journal of Occupational Therapy, 13(4), 229-240. doi: 10.1080/11038120600772908.
  • van Nijnatten, C., & van Doorn, F. (2007). Creation Communication. Self-Examination as a Therapeutic Method for Children. Journal of Social Work Practice, 21(3), 337-346. doi: 10.1080/02650530701553641.

Πηγή: Purple Stairways

Advertisements