Ποταμός Λιμπόπο, Μοζαμβίκη

Στο άρθρο αυτό, ο βραβευμένος με το βραβείο Pulitzer ποιητής Robert Hass εφιστά την προσοχή μας στη δυνητική ανθεκτικότητα που παρουσιάζουν οι ποταμοί μέσα από τις ιστορίες και πέρα από κουλτούρες, τόπους και χρόνο.

Ένα βιβλίο με ιστορίες ποταμών, μας προσκαλεί, φυσικά, να αναλογιστούμε τη σχέση ανάμεσα στους ποταμούς και τις ιστορίες. Αποτελεί επίσης μια ευκαιρία να αναλογιστούμε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ποτάμια σ’ ολόκληρο τον κόσμο, γεγονός που αποτελεί επείγουσα αναγκαιότητα σ’ αυτό το σημείο της ιστορίας των σχέσεων του ανθρώπου με τη Γη.

Κι ένας τρόπος να ξεκινήσει κανείς θα ήταν με το προφανές, με το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής στη γη εξαρτάται από το γλυκό νερό. Καθώς η ορυκτή γη ονειρεύεται, γεννά τα σχήματα των οροσειρών και τις κοιλάδες, την έρημο και το δάσος, την τάιγκα και το λιβάδι και τα υψίπεδα και τα οροπέδια, σφυρηλατημένα από τη θέρμη του πυρήνα της. Λαμβάνουν την τελική τους μορφή μέσα από την προέλαση και την υποχώρηση των παγετώνων, καταλήγοντας σε ακτογραμμές και παραλίες από άμμο ή βότσαλα – σε κάθε της μορφή η γη διατρέχεται με ένα πολύπλοκο δίκτυο ροής νερού. Η εξιστόρηση της σχέσης μας με το νερό, ξεκινά υποθετώ, με την εκσκαφή τμημάτων από οστά κατά μήκος του ποταμού Awash στην Αιθιοπία και το υπόλειμμα μιας γνάθου δίπλα σε μια αρχαία λίμνη της Κένυας. Πρόκειται για τους Ardipithecus ramidus και Australopithecus anamemnsis: η ηλικία και των δυο υπολογίζεται περίπου στα 4,4 εκατομμύρια χρόνια. Κάποια στιγμή, 8 εκατομμύρια χρόνια πριν, ένα συνονθύλευμα ανθρωποειδών αναζητούσε την τροφή της στο χείλος της ίδιας λίμνης. Και το πιο πιθανό είναι, πως κάπου ανάμεσά τους, βρίσκονταν οι πρόγονοί μας. Η ανθρώπινη ζωή αναπτύχθηκε μάλλον ανάμεσα σε λίμνες και ποτάμια. Και το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα για τον ανθρώπινο πολιτισμό εν γένει – αναπτύχθηκε στον Τίγρη και τον Ευφράτη, στο Γάγγη, στο Γιανγτσέ και στο Νείλο.

Οι άνθρωποι πρέπει αρχικά να αξιοποιήσαν τους ποταμούς για πιουν, να πλυθούν και να βρουν φαγητό, ψαρεύοντας στα ρηχά και κυνηγώντας όσα ψάρια και θηλαστικά πλησίαζαν κι αυτά τις όχθες για να ξεδιξάσουν. Πιθανά, το ψάρεμα και το κυνήγι με την αξιοποίηση κορμών που επέπλεαν στο νερό, τους οδήγησε στην κατασκευή των πρώτων πλεούμενων, κάτι που με τη σειρά του επέτρεψε την κινητικότητα του είδους μας. Η γεωργία αναπτύχθηκε επί των πλούσιων ιζημάτων που δημιουργούνταν από τις πλημμύρες στα πεδινά. Και σύντομα, παύοντας να μεταναστεύουν για να μπορέσουν να καλλιεργήσουν τη γη, έφτιαξαν τα εργαλεία που θα τους επέτρεπε να τιθασεύσουν τη δύναμη του νερού με την κατασκευή νερόμυλων και φραγμάτων. Η τεχνολογία της άρδευσης υπολογίζεται περίπου στα 3 εκατομμύρια χρόνια. Και για να έχετε μια ένδειξη της πίεσης που έχουν ασκήσει τα ανθρώπινα όντα στα ποτάμια συστήματα κατά τις τελευταίες εκατονταετίες της ιστορίας τους, αρκεί να σας πω ότι ήδη το 1900, αρδεύονταν κατά μήκος και πλάτος του πλανήτη 40 εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργήσιμης γης. 40 εκατομμύρια εκτάρια μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια. Το 1993, αρδεύονταν πλέον 248 εκατομμύρια εκτάρια.

Οι καταποντισμένες αρχαιότητες στο Νείλο (μετά το Φράγμα του Ασουάν) χρειάστηκε να μεταφερθούν αλλού για να διασωθούν.

Ένα χαρακτηριστικό του 20ου αιώνα είναι επίσης το γεγονός ότι σε ό,τι αφορά τους τρόπους μετακίνησης, είτε για για εργασιακούς λόγους είτε για ψυχαγωγία, οι ποταμοί έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρόμους και εναέριες συγκοινωνίες. Πριν από 150 χρόνια, οι επικές εξιστορήσεις της εφαρμοσμένης μηχανικής αφορούσαν τη δημιουργία καναλιών, όπου ένα ποτάμιο ή θαλάσσιο σύστημα συνδεόταν με ένα άλλο: του Παναμά και του Σουέζ. Οι δεξαμενές ανυψώσεως από το ένα κανάλι στο άλλο – για παράδειγμα το κανάλι Erie και το εκτεταμμένο σύστημα καναλιών των ποταμών στην Αγγλία – ανήκουν πλέον στην κατηγορία ενός γραφικού τουρισμού περιορισμένου ενδιαφέροντος. Οι ιστορίες του 20ου αιώνα είχαν να κάνουν με τεράστια φράγματα, εθνικισμό και οικονομική ανάπτυξη, αλλά πάνω απ’ όλα με το κύρος που προσδίδει η κατασκευή τους.

Οι ποταμοί πλέον μας προμηθεύουν με το 20% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ισχύος, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας παράγεται μέσω μεγάλων εκτεταμμένων, οικολογικά – και συχνά και πολιτισμικά – καταστροφικών φραγμάτων. Το προς αποπεράτωση Φράγμα των Τριών Φαραγγιών στον Ποταμό Γιανγτσέ, δεν αποτελεί παρά το πιο πρόσφατο επεισόδειο μιας τεχνολογικής κουλτούρας φαουστιανής υφής, η οποία πλήττει τους ποταμούς της Γης.

Παρόλα αυτά, τα ονόματά τους εξακολουθούν να μας μαγεύουν — Αμαζόνιος, Κόνγκο, Μισσισιπής, Νίγηρας, Ντε λα Πλάτα, Βόλγας, Τίβερης, Σηκουάνας, Γάγγης, Μεκόνγκ, Ρήνος, Κολοράντο, Μαρν, Ορινόκο, Ρίο Γκράντε — κι ας έχουν εξαφανιστεί οι ίδιοι οι ποταμοί από τις συνειδήσεις του σύγχρονου κόσμου. Όσο όμως υφίστανται αποκλειστικά στις συνειδήσεις μας, η ύπαρξή τους θα παραμένει μια υπόθεση νοσταλγίας. Στο πάρκο της Ντίσνεϋλαντ, η ανάμνηση του Ποταμού Μισσισιπή έχει μετατραπεί σε θεματικό έκθεμα για τον Mark Twain. Οι σιδηροδρομικές μας τροχιές ακολούθησαν το περίγραμμα των ποταμών και στη συνέχεια οι αυτοκινητόδρομοί μας με τη σειρά τους ακολούθησαν το περίγραμμα των σιδηροδρομικών τροχιών. Καθώς ταξιδεύουμε, κινούμαστε – αν και σε κάποια απόσταση – όπως κινείται ένα ποτάμι. Τα παιδιά μας όμως δε γνωρίζουν από που παράγεται ο ηλεκτρισμός, από που προέρχεται το νερό που πίνουν. Την ίδια στιγμή, σε πολλά μέρη της γης, εκεί που υπάρχουν φράγματα, οι παλιές επιδημίες που γεννούν τα στάσιμα θολά νερά πλήττουν τα παιδιά: δυσεντερία, σχιστοσωμίαση, ογχοκερκίαση. Τα ποτάμια και οι ποτάμιοι θεοί που όρισαν τους πολιτισμούς μας, έχουν μετατραπεί σε εξαχνωμένα σύμβολα όλων όσων έχουμε κάνει σ’ αυτόν τον πλανήτη κατά τη διάρκεια των τελευταίων 200 ετών. Και οι ίδιοι οι ποταμοί κατέληξαν να λειτουργούν ως παροχείς μνήμης όσων έχουμε καταστείλει στο όνομα της τεχνολογικής μας υπεροχής. Αποτελούν το οικολογικό μας υποσυνείδητο.

Κοίτη ποταμού στην Ισλανδία

Είναι φυσικό λοιπόν να εμφανίζονται και στην ποίηση. «Πολλά για τους θεούς δε γνωρίζω», έγραψε ο T. S. Eliot, που μεγάλωσε στις όχθες του Μισσισιπή στο Σεν Λούις, «αλλά νομίζω πως ο ποταμός δεν είναι παρά ένας δυνατός μελανόχρωμος θεός». «Ποταμοί, μόνο εσάς εγκωμίαζα με τα τόσα ονόματα. Είστε γάλα και μέλι κι αγάπη και θάνατος και χορός», έγραψε ο Czeslaw Milosz, ο οποίος μεγάλωσε στη Λιθουανία δίπλα στον Ποταμό Νέμουνα. Θεωρώ ότι αυτή είναι η απαρχή μιας αναγνώρισης όσων έχουμε απωλέσει και χρειάζεται να αποκαταστήσουμε, παρά τα φράγματα και τη ρύπανση που παράγει ο πολιτισμός μας. Όσο ο ανθρώπινος πολιτισμός παρέμενε αρκετά μικρός, η καθαρτική ροή των ποταμών και οι σφοδρές πλημμύρες τους δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση πως οι πράξεις μας δεν έχουν συνέπειες, ότι όλα τα «παίρνει το ποτάμι». Γνωρίζουμε πλέον πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει και είμαστε υποχρεωμένοι να αναθεωρήσουμε το έργο των χεριών μας. Και φυσικά, είναι τέτοια η φύση της εξάρτησής μας από τη γεωγραφική μας προέλευση, που καθιστά αδύνατη την ολοκληρωτική απώλεια της σύνδεσής μας με αυτή.

Καθώς ταξιδεύουμε στον κόσμο, ακόμα και σήμερα, ερχόμαστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντιμέτωποι με την ανθρώπινη ιστορία των ποταμών. Τα τελευταία χρόνια, έφτασα πολλές φορές σε μία ξένη πόλη, πήγα να κοιμηθώ στο δωμάτιό μου και σαν ξύπνησα το πρωί στάθηκα μπροστά στο παράθυρό μου για να αντικρύσω έναν ποταμό. Η πρώτη φορά ήταν στη Βουδαπέστη. Ο ποταμός ήταν ο Δούναβης. Ξύπνησα λίγο πριν την αυγή, βγήκα στο μπαλκόνι και στον κρύο αέρα του πρώτου φωτός κοίταξα προς τους λόφους της Πέστης και παρατήρησα την πρωινή αναλαμπή στο φαρδύ, λασπόχρωμο νερό. Η μυρωδιά του γέμιζε τον αέρα. Συνειδητοποίησα ότι γνώριζα πολύ λίγα για τη γεωγραφία του. Ήξερα ότι γεννιέται κάπου στις Άλπεις και κυλά αρχικά προς την ανατολή διασχίζοντας τη νότια Γερμανία – το Έπος των Νιμπελούνγκεν αποτελείται από παραμύθια σχετικά με τον Ποταμό Δούναβη – και στη συνέχεια προς το νότο μέσω Βιέννης και στη συνέχεια της Ουγγαρίας προς τα νοτιοανατολικά στη Σερβία για να εκβάλλει τελικά στη Μαύρη Θάλασσα, κάπου νότια της Οδησσού. Αόριστα μπορούσα ν’ ανακαλέσω τον ποιητή Οβίδιο, ο οποίος έχοντας προσβάλλει τον Καίσαρα Αύγουστο, εξορίστηκε σε μια πόλη-οχυρό σε ημιπολιτισμένη κατάσταση, στις εκβολές του Δούναβη. Και γνώριζα πως λίγα χρόνια πριν, μια ιδιαιτέρως ανόητη απόπειρα δημιουργίας φραγμάτων στο τμήμα του ποταμού που διέσχιζε την κεντρική Ουγγαρία, είχε προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις, ώστε η κυβέρνηση να θέσει εκτός νόμου κάθε δημόσια διαβούλευση του έργου που επιχείρησαν οι επιστήμονες.

Τα φώτα στις γέφυρες σταδιακά έσβηναν, μπορούσα να διακρίνω τα απατηλά σχήματα των φορτηγίδων στο ποτάμι και ο αέρας έφερε προς το μέρος μου το άκουσμα μιας φωνής. Τα τελευταία 5000 χρόνια πρέπει να γεννήθηκαν και να πέθαναν τόσες λέξεις σε τόσες γλώσσες – η αργκώ των ποταμών θα γέμιζε ολόκληρα λεξικά – μαγυάρικα, διάφορες γερμανικές και σλάβικες διάλεκτοι, οτιδήποτε παραπέμπει σε μια υβριδική ρομάνικη. Κάποτε θα πρέπει να υπήρξε ένα είδος ρομανοσέρβικης ή ρομανογερμανικής ντοπιολαλιάς, την οποία θα μιλούσαν αποκλειστικά οι έμποροι και οι βαρκάρηδες κατά μήκος του συνόλου του ποταμού. Και ίσως, ήταν κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους που έλαβε το όνομα που φέρει μέχρι σήμερα, καθώς οι τελευταίοι φημίζονταν για τους χάρτες τους, κι ας πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρουν οι λεγεώνες τους να βαδίσουν στις όχθες του. Ο Δούναβης υπήρξε ένας τοπικός θεός για πολλές κουλτούρες με πολλά διαφορετικά ονόματα. Γνώριζα το ποίημα ενός ποιητή από το Βελιγράδι, του Vasko Popa, το οποίο απευθυνόταν στον Πατέρα Δούναβη ως να επρόκειτο για ένα είδος σύγχρονης προσευχής των Σέρβων. Βελιγράδι —belo grad— σημαίνει “λευκή πόλη” στα σέρβικα:

Ω Πάτερ Ημών Δούναβη
Της πόλης της λευκής το αίμα
Κυλά στις φλέβες σου

Και αν την αγαπάς έστω και λίγο
Σήκω α
π’ την κλίνη της αγάπης

Καβάλα σε κυπρίνο μέγιστο
Τρύπα τα μολυβένια σύννεφα
Κι έλα ξανά να βρεις την ουράνια γενέτειρά σου

Δώρα να φέρεις στη λευκή την πόλη
Τα φρούτα, τα πουλιά, τ’ άνθη του παραδείσου

Θα υποκλιθούν καμπαναριά και πύργοι
Κ οι δρόμοι θα ξεδιπλωθούν μπροστά σου
Ω Πάτερ Ημών Δούναβη

Εγώ δεν υποκλίθηκα. Αντ’ αυτού βρέθηκα να βουλιάζω σε μια παρωδία αυτού που ονομάζουμε ‘ταξίδι καταναλωτικής μανίας’. Με του που ξύπνησα, κάλεσα την υπηρεσία δωματίου και παρήγγειλα καφέ. Κατέφτασε σερβιρισμένος σε  ασημένια καράφα, συνοδευμένος από ένα πορσελάνινο φλυτζάνι χρώματος κρεμ και το αντίστοιχο πιατάκι που κοσμούσε μια περιμετρική ρίγα. Σερβίρισα τον καφέ μου κι έπειτα σκέφτηκα να ελέγξω το λογαριασμό. Απ’ ότι μπόρεσα να υπολογίσω, επρόκειτο να μου κοστίσει 30 δολάρια περίπου και η προοπτική αυτή με πλημμύρισε πανικό. Το προσωπικό μιλούσε αγγλικά, κι έτσι σκέφτηκα να τους τηλεφωνήσω και να τους ενημερώσω για το λάθος. Εξάλλου δεν είχα παραγγείλει τα ποτά του καταλόγου για πρωινό. Αποδείχτηκε ότι το πρόβλημα ήταν αριθμητικής φύσης. Ο καφές κόστιζε 3 δολάρια — μόλις επέστρεψα όμως στο μπαλκόνι και ρούφηξα την πρώτη γουλιά καφέ, που μύριζε σαν κρασί κι άγουρα μούρα και υγρή σκούρα γη, παρακολουθώντας το Δούναβη να χρωματίζεται ασημένιος από την αυγή, συνειδητοποίησα πως ίσως έπινα μια καράφα καφέ που κόστιζε 30 δολάρια. Ήταν όμως κατά μία έννοια η προσωπική μου προσφορά στον ποταμό-θεό.

Ρυπασμένοι ποταμοί του κόσμου: ό,τι (ΔΕΝ) καταναλώνεται…

 

Τη δεύτερη φορά που βρέθηκα να κοιτώ έναν ποταμό μέσα από ένα τέτοιο παράθυρο, είδα τον Χουανγκπού. Στη Σαγκάη είχα καταφτάσει νύχτα επίσης. Αυτή τη φορά ξύπνησα περιτυλιγμένος από ένα γκρίζο, μαργαριταρόχρωμο πρωινό, θολωμένο από την ποταμίσια ομίχλη. Ο ίδιος ο ποταμός έσφυζε από κίνηση — μαούνες, καμμιά φορά δύο ή τρεις να κινούνται παράλληλα, ενωμένες με χοντρά καλώδια, κουβαλώντας ξυλεία, σάκκους τσιμέντο, μεταλλικά δοκάρια, πλακάκια οικοδομών, αλλά και τάνκερ με κουπαστές που άγγιζαν σχεδόν το νερό, να το οργώνουν καθώς προχωρούσαν ενάντια στο ρεύμα, ρυμουλκά, φέρυ κατάμεστα με κόσμο, λίγα ιστιοφόρα κι ένα σωρό άλλα αρχαία σκαριά που αδυνατούσα να περιγράψω. Μέσα σε πέντε λεπτά μέτρησα 80 σκάφη να φεύγουν και ‘ρχονται. Το νερό ήταν γκριζοκαφέ, αφρίζοντας κατά μήκος των αναχωμάτων, στις αποβάθρες, τις αποθήκες και τις προβλήτες. Ακριβώς κάτω από μένα, βρισκόταν ένα πλήθος ανθρώπων και ποδηλάτων που στεκόταν στη σειρά για επιβίβαση σε ένα από τα φέρρυ. Πέρα από τον ποταμό μπορούσα να διακρίνω τη συνοικία Μπουντ, τον παλιό εμπορικό δρόμο της πόλης, στη μορφή που είχε πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τράπεζες στους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς της Ευρώπης και ασφαλιστικές εταιρείες και ξενοδοχεία που θύμιζαν αρχαίους ελληνικούς και ρωμαϊκούς ναούς με μαρμάρινες στήλες και τρούλους, σκούρους από τον καπνό. Αργότερα, έμαθα πως η Σαγκάη είναι μια σχετικά σύγχρονη πόλη. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, η Μπουντ υπήρξε ένα ψαροχώρι και πέρασμα κατά μήκος της διαδρομής ρυμούλκησης των φορτηγίδων ανάμεσα στους καλαμιώνες που σχηματίζονταν στους υγροτόπους. Στα τέλη του 19ου αιώνα, θα μπορούσε να την μπερδέψει κανείς με την ακροποταμιά οποιασδήποτε εμπορικής πόλης στη Ευρώπη — στη Λυών, τη Γλασκώβη ή το Άμστερνταμ.

Ήδη εκείνη την ώρα ο δρόμος έσφυζε από τη ροή των ανθρώπων που μετακινούνταν και κατά ένα τρόπο φαινόταν να αντιγράφει την κίνηση στον κατάμεστο ποταμό. Ήταν σα να μην αντίκρυζα μπροστά μου μια άλλη ήπειρο, αλλά μια άλλη εποχή. Πηγμένος στην κίνηση, ο ποταμός συνέχιζε να παραπέμπει στο 19ο αιώνα, μια εικόνα, η οποία στον υπόλοιπο κόσμο αφορούσε τρένα, αεροπορικά φορτία και 16τροχα φορτηγά. Η συνοικία Μπουντ — όπου τα περισσότερα κτίρια χρονολογούνται ανάμεσα στο 1880 και το 1920 — αποτελούσε μια ζωντανή ανάμνηση των διαφορετικών μορφών που είχε λάβει η ευρωπαϊκή πειρατεία, μέχρι τελικά να ονομαστεί «Αυτοκρατορική Εποχή». Σχεδόν περίμενα να δω τον Joseph Conrad με την εδουαρδιανή γενειάδα του να ξεπετάγεται μέσα από κάποιο κτίριο, έχοντας μαζί του την ανάθεσή του σε κυβερνήτη ενός ατμόπλοιου που θ’ ανεβαίνει [σε μια άλλη ήπειρο] τον Ποταμό Κόνγκο. Παράλληλα όμως, η σκηνή θύμιζε ζωγραφιά κινέζικου παπύρου, σαν η μακρυνή οδοντωτή σειρά των πολυκατοικιών της μαοιστικής εποχής να αποτελούσε μία ακόμα οροσειρά και οι ατμοί του ποταμού να ήταν οι μισοξεχασμένοι ντόπιοι δυνάστες-θεοί, ενώ ο ίδιος ο ποταμός παρέπεμπε στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης ζωής: μέσα από την αλληγορία της παροχής και της διάθεσης, τον αγώνα να προχωρήσει κανείς ενάντια στο ρεύμα, αλλά και παράλληλα με αυτό, με τα ανθρώπινα πλήθη να προχωρούν εντός μιας θολής, ονειρικής αχλής.

Πετρελαιοειδή σε ποταμό της Λουιζιάνα, ΗΠΑ

Υπήρχε όμως και κάτι ανησυχητικό στη σκηνή αυτή, το οποίο αντιλήφθηκα πολύ αργότερα κατά τη διάρκεια της μέρας, καθώς περιπλανιόμουν στην πόλη, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς ήταν αυτό που είχα δει. Ή μάλλον δεν είχα δει: ξαφνικά στράφηκα προς τα εκεί από όπου είχα έρθει και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που είχα ακολουθήσει και πριν κατά μήκος του ποταμού, στάθηκα στην άκρη της όχθης και παρατήρησα τον τόπο για πολύ ώρα. Δεν υπήρχαν πουλιά. Ούτε ένας γλάρος, ούτε καν πάπιες, ούτε ερωδιοί ή άλλα ψαροφάγα πουλιά. Δεν υπήρχαν κορμοράνοι ή βουτηχτάρια. Στα ισχνά κλαριά των δέντρων στο πάρκο της όχθης, δεν μπορούσα να διακρίνω το παραμικρό σπουργίτι ή άλλο ωδικό πουλί. Και δεν υπήρχε ούτε ένας ψαράς στον ορίζοντα. Ο ποταμός, παρά την αυξημένη ανθρώπινη παρουσία, ήταν νεκρός.

Ο τρίτος ποταμός ήταν ο Νείλος. Από το δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο Σεμίραμις στο κέντρο του Καΐρου, μπορούσα να διακρίνω τη μυθική του ροή με σαφήνεια, ακόμα και τη νύχτα. Στο παράθυρό μου έφταναν γέλια, κάποιες φορές ξεκαρδιστικά, άλλες απλώς καλοπροαίρετα. Τα έντονα φώτα κατά μήκος της όχθης φαίνονταν να τονίζουν τις γέφυρες, την προκυμαία και τα υπαίθρια καφενεία. Και μετά ήταν και η μυρωδιά του ποταμού, παρά την υγρασία και τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, που κουβαλούσε την αίσθηση της βλάστησης και της φρεσκάδας. Και το πρωί η αίσθηση αυτή εξακολουθούσε να υπάρχει, παρά το πανδαιμόνιο της κίνησης στην πόλη — έχει κανείς την εντύπωση ότι στο Κάιρο το να μην πατάς ανά πάσα στιγμή την κόρνα σου, αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα — κι ο ποταμός έμοιαζε παρόλ’ αυτά γαλήνιος: πρασινωπά νερά, ένα δυνατό μα πράο ρεύμα, καλάμια, φοινικιές, ινδικές συκιές με φαρδυά αστραφτερά φύλλα και (ως να ξεπηδούσαν από τα τέλη του 18ου αιώνα) τα ανοιγμένα κόκκινα τριγωνικά πανιά στις φελούκες που διέτρεχαν τα νερά αντίθετα στο ρεύμα, αξιοποιώντας την ποταμίσια αύρα.

Ο Νείλος, κατά πιθανότητα δεν είναι ο γηραιότερος μεταξύ των ποταμών-θεών, παρόλα αυτά στην ανθρώπινη φαντασία παραμένει ο αρχαιότερος, κάτι που μου έγινε σαφές την επόμενη μέρα, όταν εντελώς αναπάντεχα, συνάντησα μια παλιά φίλη στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου. Μια αμερικανίδα που ζούσε στο Λονδίνο και βρισκόταν στο Κάιρο για μια μέρα μόνο. Ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί σε ένα ταξί για να επισκεφθεί τη Συναγωγή Ben Ezra, που είναι και η παλαιότερη της πόλης. Την ακολούθησα από παρόρμηση. Ο ταξιτζής χτυπούσε την κόρνα του μ’ επιμονή κι έτσι, προκειμένου ν’ ανταλλάξουμε δυο λόγια, αναγκαζόμαστε να ουρλιάζουμε αναμεταξύ μας, καθώς κινούμασταν αργά στους δρόμους. Η προηγούμενη μέρα ήταν γιορτή για τους μουσουλμάνους, μια ολοήμερη νηστεία που ολοκληρωνόταν με τη σφαγή ενός ζώου κατά τη δύση – ενός προβάτου ή μιας κατσίκας – κι ένα καλό γεύμα, προς τιμή της θυσίας του Αβράαμ, όταν ο Θεός χάρισε τη ζωή στο γιό του Ισαάκ κι αφού ο πρώτος είχε δεχθεί να θυσιάσει το δεύτερο σε Αυτόν. Κάτι που σήμαινε ότι σε κάθε γωνία στους δρόμους του Καΐρου, στοιβάζονταν τα δέρματα των γδαρμένων ζώων που εξακολουθούσαν να στάζουν αίμα, και στα οποία οι μύγες είχαν στήσει το δικό τους γλέντι. Βρεθήκαμε στο Παλιό Κάιρο, μια περιοχή ξεχωριστή από το υπόλοιπο παλιό Κάιρο, η οποία αποτελεί και το ισλαμικό, μεσαιωνικό τμήμα της πόλης, όπου τα πλακοστρωμένα καλντερίμια, βαμμένα στο χρώμα του αίματος ή του τσαγιού, γλιστρούσαν πολύ. Τα διασχίζαμε προσεχτικά, περιπλανιόμασταν στα σοκάκια σαν άλλοι ήρωες των μυθιστορημάτων του Mahfouz, μυρίζοντας τη μέντα και τον καπνό από τα κούτσουρα μηλιάς στα μικρά καφενεία, αλλά όταν φτάσαμε μπρος στην αυλή της συναγωγής, τη βρήκαμε κλειστή.

Η φίλη μου αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με μια περιγραφή του εξωτερικού του κτιρίου. Από ένα από τα τραπέζια του καφενείου στην πλατεία απέναντί μας, σηκώθηκε ένας άντρας και μας πλησίασε, γνέφοντας μας με σοβαρότητα να τον ακολουθήσουμε, κι εμείς συμμορφωθήκαμε σα να ‘μασταν κατά ένα τρόπο υπνωτισμένοι. Μας πήγε στην άλλη πλευρά του κτιρίου, όπου σε έναν κήπο ανάμεσα σε φοίνικες και κάτι αρχαίες θα έλεγες φούξιες, βρισκόταν ένα πηγάδι καλυμμένο με καπάκι χυτοσίδηρου, στολισμένο περίτεχνα. «Στο σημείο αυτό, μέσα στα βούρλα», μας είπε, «βρέθηκε ο Μωϋσής». Τον κοίταξαμε και οι δυο μ’ αμφιβολία. «Εδώ;» «Μα, ναι» επέμεινε — μέσα στις επόμενες μέρες αντιλήφθηκα πως η πόλη έβριθε με λόγιους σαν τον άντρα αυτό, που διέδιδαν τους τοπικούς θρύλους — «αυτό ήταν το παλιό κανάλι του ποταμού. Έρεε κατευθείαν μέσα από δω.» Την περίοδο των Φαραώ το Κάιρο δεν υπήρχε, όμως η Μέμφιδα βρισκόταν παραδίπλα, μόλις 30 μίλια πιο πάνω κι ο ποταμός πράγματι κάποτε έρεε προς αυτή την κατεύθυνση, οπότε ποιός θα τολμούσε να διαφωνήσει μαζί του; Όχι πολύ μακρύτερα απ’ τη συναγωγή, βρισκόταν η Βαβυλώνα, τα ερείπια ενός ρωμαϊκού φρουρίου – ένα τείχος πλέον από τούβλα και χαλάσματα – πάνω στα οποία χτίστηκε και το σημερινό Κάιρο. Κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, μία ομάδα αποστατών του περσικού στρατού είχε κατασκευάσει στο ίδιο σημείο έναν οικισμό και το φρούριό του κατά την περίοδο του Τραϊανού αξιοποιήθηκε από τους Ρωμαίους. Οι πυραμίδες της Μέμφιδας και της Σακκάρα βρίσκονταν μόλις 12 μίλια νοτιότερα. Κι αν πράγματι το βρέφος αυτού του Εβραίου σκλάβου είχε τοποθετηθεί σε ένα καλάθι από βούρλα, μπορούσε κάλλιστα να έχει φτάσει επιπλέοντας μέχρι αυτό το σημείο. Εν τέλει, μια τέτοια εκδοχή ήταν τόσο πιθανή, που ενδέχεται να είχε οδηγήσει στη γέννηση του θρύλου αυτού, ενώ ήταν εξίσου πιθανό ότι κάποιοι από τους απογόνους του Εβραίου σκλάβου βρίσκονταν ανάμεσα στους ιδρυτές αυτού του ιερού τόπου, τον οποίο περίκλειαν τα τείχη του εγκατελειμένου ρωμαϊκού οχυρού και δύο χιλιάδες χρόνια πριν είχε υπάρξει θύλακας ζωής για τους Εβραίους και τους Κόπτες Χριστιανούς της περιοχής.

Το Φράγμα του Ασουάν, το οποίο χτίστηκε τη δεκαετία του 1960 από το καθεστώς Νάσερ, ως άλλο ένα μνημείο εθνικής ανεξαρτησίας, είχε ως ακούσια συνέπεια τη διάβρωση αυτών των παλαιών κτιρίων. Το φράγμα εμπόδισε τη ροή της πλούσιας σε θρεπτικά συστατικά ιλύος, η οποία γέννησε τον ίδιο τον αιγυπτιακό πολιτισμό και άρα απέτρεψε την απόθεσή της στο κάτω μέρος του ποταμού. Το γεγονός αυτό οδήγησε τους αγρότες στην εξάρτηση από τα χημικά λιπάσματα. Τα λιμνάζοντα νερά πίσω απ’ το φράγμα, διέδωσαν τη σχιστοσωμίαση ανάμεσα στα μέλη των κοινοτήτων του Άνω Νείλου και επέτρεψαν στα νερά της Μεσογείου, καθώς εισέρχονταν στην ενδοχώρα με μεγαλύτερη ορμή από το αποδυναμωμένο ποταμίσιο ρεύμα, να εξαφανίσει το Δέλτα του Νείλου και μαζί του την επικερδή αλιεία. Παράλληλα, η εκτροπή των νερών σε οριακά καλλιεργήσιμες γαίες, υποχρέωσε την πόλη του Καΐρου να εξαντλήσει τα αποθέματα του υδροφόρου της ορίζοντα. Σαν αποτέλεσμα, τα άλατα των υπογείων υδάτων ανεβαίνουν πλέον μέχρι την επιφάνεια, διαβρώνοντας τα θεμέλια των αρχαίων τζαμιών κι εκκλησιών της πόλης, αλλά και τις ίδιες τις πυραμίδες.

Ψαράς στον ποταμό Κουανγκξί, Κίνα

Δύσκολο ν’ αντιληφθεί κανείς πως γίνεται να έχει κανείς την πλήρη καταστροφή, όμως μέχρι αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, ο Νείλος εξακολουθεί να είναι ζωντανός. Την επόμενη μέρα πήγα στη Σακκάρα. Οι τύμβοι των Τι και Πταχοτέπ έσφυζαν από ζωή — ψαράδες με τα δίχτυα τους και βάρκες κατασκευασμένες από κλαριά αχιλείας. Το κάθε τι είχε αποδοθεί με εκπληκτική ακρίβεια, όπως οι σκηνές παγίδευσης πουλιών στους βάλτους, όπου ήταν εύκολο να καταλάβεις με την πρώτη ματιά το είδος στο οποίο ανήκαν. Ένα από αυτά μου τράβηξε την προσοχή, αλλά μου φαινόταν αρκετά ασυνήθιστο. Έμοιαζε με καμπούρικη καρακάξα. Καθώς επέστρεφα στην πόλη, οδηγώντας κατά μήκος του ποταμού, νόμισα πως διέκρινα την ίδια σιλουέτα ανάμεσα στο πυκνό πράσινο των καλαμιώνων. Σταματήσαμε τ’ αμάξι. «Ξέρεις τί πουλί είναι αυτό;», ρώτησα τη ντόπια φίλη που οδηγούσε. «Νομίζω πως το λένε κουρούνα», μου είπε. «Τις βρίσκεις παντού και είναι εξαιρετικά θορυβώδεις.» Κοίταξα ξανά αυτές τις καμπουριαστές μαύρες φιγούρες με φόντο το πράσινο του ποταμού, που έμοιαζαν ακριβώς όπως τις είχε αποδώσει το χέρι του καλλιτέχνη και μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο ένιωσα σα να ‘χα μόλις επιστρέψει 45 χιλιάδες χρόνια πριν.

Οι περισσότεροι ποταμοί μας παραμένουν ζωντανοί και εξακολουθούν να αντέχουν υπέρμετρα. Η απόσβεση της ζημιάς που έχουν προκαλέσει κατά τον τελευταίο αιώνα οι ανθρώπινοι πολιτισμοί φαίνεται πλέον εφικτή. Σε μια συμβολική κίνηση ίσως, ο Υπουργός Εσωτερικών Bruce Babbit, προχώρησε σε οριστική παύση της λειτουργίας κάποιων φραγμάτων στις ΗΠΑ. Η τεχνολογία και κατανόηση των δυναμικών μιας πλημμύρας, αλλά και η ανάγκη για διατήρηση των υδάτινων πόρων κατά τον 21ο αιώνα, καθιστά δυνατή πλέον την αποκατάσταση των ποταμών. Ένα σημείο κίνησης προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν να φανταστούμε ξανά τη Γη ως μία πρεσβύτερη. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που χρειαζόμαστε ιστορίες για ποταμούς, γεγονός που εξηγεί τη διαδεδομένη απήχηση έργων όπως το Δώρο των Ποταμών (The Gift of Rivers).

Η πάλη του Αχελώου με τον Ηρακλή – απεικόνιση σε αρχαίο αγγείο

Τα ποτάμια, φυσικά, μοιάζουν με τις ιστορίες, κι ως τέτοιες ακολουθούν την αυστηρά κλασσική δομή μιας ιστορίας. Έχουν μια αρχή, μια μέση κι ένα τέλος. Ενδιαμέσως ρέουν. Ή θα έρεαν – αν τους το επιτρέπαμε. Θα είχε ενδιαφέρον αν αναλογιζόμασταν πως επέδρασε η λειτουργία της εμπορικής τηλεόρασης στις ιστορίες και πως στα ποτάμια συνέβη ότι και στις ιστορίες. Ένα φράγμα αποτελεί την εμπορική διακοπή της ροής του ποταμού. Ένα διαφημιστικό αποτελεί το φράγμα που παρεμποδίζει τη ροή μιας ιστορίας: εξαναγκάζει την ανθρώπινη φαντασία να κατευθυνθεί στην τουρμπίνα των διαφημιστικών, προκειμένου να ενδυναμώσει την καταναλωτική επιθυμία. Ίσως θα ήταν χρήσιμο λοιπόν να θυμάται κανείς, καθώς θα διαβάζει το παρόν [το βιβλίο] και θ’ αναλογίζεται τους ποταμούς αυτής της γης, αλλά και το χρέος που έχουμε επιφορτιστεί για την επανάκτησή τους, ότι αυτό που διαβάζει δεν είναι παρά αφηγήσεις δίχως διαφημιστικά διαλείμματα — γεγονός που ωφελεί τόσο την υγεία των ποταμών, όσο και της αφηγηματικής τέχνης.
—————————————

Σημείωση: μία περιγραφή της εκστρατείας ενάντια στο φράγμα Nagymoros της Ουγγαρίας και της κατασκευής του φράγματος High Aswan, καθώς και τις συνέπειές τους θα βρείτε στο έργο του Patrick McCully “Silenced Rivers: The Ecology and Politics of Large Dams” (London, Zed Books, 1996).

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε το 2000 στο “The Gift of Rivers: True Stories of Life on the Water”από την Pamela Michael και στοWhat Light Can Do: Essays on Art, Imagination, and the Natural World”από τον Robert Hass.

Πηγή: www.globalonenessproject.org

Ποταμός Δούναβης – ερωδιοί

Advertisements