«Μετανάστευση» της Corinne Randall

Όχι μακριά από τους λόφους Ματόπος ζούσε μια οικογένεια που τα παιδιά της ήταν κέρινα. Η μητέρα και ο πατέρας σε αυτή την οικογένεια ήταν όπως όλοι μας, αλλά για κάποιο λόγο τα παιδιά τους είχαν γίνει κέρινα. Στην αρχή αυτό τους προκάλεσε μεγάλη θλίψη και αναρωτιόνταν ποιος τους καταράστηκε, αλλά αργότερα συνήθισαν σε αυτήν την κατάσταση και αγάπησαν τα παιδιά τους πολύ.

Δεν ήταν δύσκολο για τους γονείς να αγαπούν τα κέρινα παιδιά. Ενώ τα άλλα παιδιά τσακώνονταν μεταξύ τους και δεν έκαναν τις δουλειές τους, τα κέρινα παιδιά ήταν υπεύθυνα και δεν τσακώνονταν ποτέ μεταξύ τους. ΄Ηταν επίσης πολύ εργατικά μια και ένα κέρινο παιδί μπορούσε να κάνει τη δουλειά δυο κανονικών παιδιών.

Το μόνο πραγματικό πρόβλημα με τα κέρινα παιδιά ήταν ότι οι άνθρωποι έπρεπε να αποφεύγουν να ανάβουν φωτιές κοντά τους, και βέβαια έπρεπε να δουλεύουν μόνο τη νύχτα. Αν δούλευαν τη μέρα και ο ήλιος ήταν ζεστός, τα κέρινα παιδιά θα έλιωναν.

Για να τα κρατήσει μακριά από τον ήλιο, ο πατέρας τους έφτιαξε στα κέρινα παιδιά μια σκοτεινή καλύβα που δεν είχε καθόλου παράθυρα. Μέσα στη μέρα οι ακτίνες του ήλιου δεν μπορούσαν να μπουν στη σκοτεινιά αυτής της καλύβας και έτσι τα κέρινα παιδιά ήταν αρκετά ασφαλή. Μετά, όταν έφευγε ο ήλιος, τα παιδιά έβγαιναν από την σκοτεινή καλύβα τους και άρχιζαν τη δουλειά τους. Φρόντιζαν τα βλαστάρια και πρόσεχαν τα γελάδια, όπως έκαναν τα συνηθισμένα παιδιά τη μέρα.

Υπήρχε ένα παιδί, ο Νγκουάμπι, που συνήθιζε να μιλάει για το πώς ήταν η μέρα.
«Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι ο κόσμος», είπε στα αδέλφια του και τις αδελφές του, «Όταν βγαίνουμε από την καλύβα είναι τόσο σκοτεινά και βλέπουμε τόσο λίγο»

Τα αδέλφια και οι αδελφές του Νγκουάμπι ήξεραν ότι αυτό που έλεγε ήταν σωστό, αλλά αποδέχονταν ότι δεν θα μάθαιναν ποτέ πώς ήταν ο κόσμος. Υπήρχαν άλλα πράγματα που είχαν και που δεν είχαν τα άλλα παιδιά, και ήταν ικανοποιημένα με αυτά. ΄Ηξεραν για παράδειγμα ότι τα άλλα παιδιά ένιωθαν πόνο: τα κέρινα παιδιά δεν ένιωθαν ποτέ πόνο, και γι’ αυτό ένιωθαν ευγνωμοσύνη,

Αλλά ο καημένος ο Νγκουάμπι λαχταρούσε να δει τον κόσμο. Στα όνειρά του έβλεπε τους λόφους μακριά και έβλεπε τα σύννεφα που έφερναν βροχή. Έβλεπε μονοπάτια που πήγαιναν από τη μια και από την άλλη μεριά και λαχταρούσε να τα ακολουθήσει. Αλλά αυτό ήταν κάτι που ένα κέρινο παιδί δεν μπορούσε να το κάνει ποτέ, γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο να ακολουθείς τέτοια μονοπάτια τη νύχτα.

Όπως μεγάλωνε, η επιθυμία του Νγκουάμπι να δει πώς ήταν ο κόσμος όταν ο ήλιος ήταν στον ουρανό δυνάμωνε και δυνάμωνε. Στο τέλος ήταν αδύνατο να την αντέξει πια και έτρεξε έξω από την καλύβα μια μέρα που ο ήλιος έτρεχε ανεβαίνοντας στον ουρανό και γύρω ήταν φως και περισσότερο φως. Τα άλλα παιδιά έβγαλαν μια κραυγή, κάποια προσπάθησαν να τον αρπάξουν όπως έβγαινε από την καλύβα και αλλά δεν τα κατάφεραν να σταματήσουν τον αδελφό τους και αυτός έφυγε.
Βέβαια, δεν μπορούσε να κρατήσει πολύ σε τέτοια ζέστη. Ο ήλιος κατάκαψε τον Νγκουάμπι και πριν να μπορέσει να κάνει μερικά βήματα ένιωσε τη δύναμη να φεύγει από τα πόδια του. Φωνάζοντας τα αδέλφια του και τις αδελφές του, έπεσε στη γη και σε λίγο δεν έμεινε από αυτόν παρά μια λίμνη από κερί μέσα στη σκόνη. Μέσα στην καλύβα, με το φόβο να μην αφήσουν τη σκοτεινιά της, τα άλλα κέρινα παιδιά έκλαιγαν για το λιωμένο τους αδελφό.

Όταν ήρθε η νύχτα, τα παιδιά άφησαν την καλύβα τους και πήγαν στο σημείο που είχε πέσει ο Νγκουάμπι. Μάζεψαν το κερί, πήγαν σε ένα ειδικό μέρος που ήξεραν και η μεγαλύτερη αδελφή του Νγκουάμπι έκανε με το κερί ένα πουλί. ΄Ηταν ένα πουλί με μεγάλα φτερά και για πούπουλα έβαλαν μια στρώση από φύλλα από τα δέντρα που μεγάλωναν εκεί. Αυτά τα φύλλα θα προστάτευαν το πουλί από τον ήλιο και έτσι δεν θα έλιωνε όταν ξημέρωνε.

Μετά που τέλειωσαν τη δουλειά τους, είπαν στους γονείς τους τι είχε συμβεί., Ο άντρας και η γυναίκα έκλαψαν, και ο καθένας τους φίλησε το κέρινο ομοίωμα του πουλιού. Τότε το έστησαν σε ένα βράχο που ήταν στη μέση της καλύβας των παιδιών.

Τα κέρινα παιδιά δεν δούλεψαν εκείνη τη νύχτα. Την αυγή ήταν όλα στην καλύβα τους, κρυφοκοιτώντας από μια μικρή χαραμάδα στον τοίχο. Όπως το φως ερχόταν πάνω από τους λόφους, έκανε το κέρινο πουλί να φανεί ρόδινο σαν τη φωτιά. Μετά όταν ο ήλιος ανέβηκε πάνω από τα λιβάδια, το μεγάλο πουλί που έφτιαξαν ξαφνικά άνοιξε τα φτερά του και όρμησε στον αέρα. Σύντομα ήταν ψηλά πάνω από τη γη, κάνοντας κύκλους πάνω από την καλύβα των παιδιών. Λίγα λεπτά αργότερα είχε φύγει, και τα παιδιά ήξεραν ότι ο αδελφός τους ήταν επί τέλους ευτυχισμένος.

Πηγή: http://asante.gr/ta-kerina-paidia/

φωτογραφία του Shinya Ichikawa

Advertisements