Όπου η Αλιμπέχ γίνεται ερημίτισσα και διδάσκεται από το Ρούστικο – έναν καλόγερο – πως να στέλνει το διάβολο στην κόλαση, για να παντρευτεί στη συνέχεια τον Νήηρμπεϊλ. Αφηγείται ο Ντιόνεο:

Ερωτική εικονογράφηση για το «Δεκαήμερο» του 14ου αιώνα, Αγγλία

«Γοητευτικές μου κυρίες, ίσως να μην έχετε ακούσει άλλη φορά, πως μπορεί να στείλει κανείς το διάβολο στην κόλαση. Κι έτσι, δίχως να απομακρυνθώ από το πνεύμα όσων έχουν ήδη κουβεντιαστεί σήμερα, θα σας αφηγηθώ τον τρόπο. Έχοντας μάθει το πως, ίσως κατανοήσετε το νόημα της ιστορίας αυτής, όπου η Αγάπη αν και παραμένει στα παλάτια της ευθυμίας και σε αίθουσες πολυτελείας με μεγαλύτερη προθυμία, απ’ ότι στην καλύβα ενός φτωχού, η δύναμή της γίνεται παρόλα αυτά αισθητή και στη μέση των πυκνών δασών, στα τραχιά βουνά και στα σπήλαια της ερήμου. Καταλαβαίνει τότε κανείς ότι δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην υποκύπτει στην εξουσία της.

Για να προχωρήσουμε λοιπόν στα γεγονότα, θα αναφέρω ότι παλιότερα στην πόλη της Κάπσα, στην Ακτή των Βερβέρων, ζούσε κάποτε ένας πλούσιος άντρας, κι ανάμεσα στα πολλά παιδιά του υπήρχε και μια όμορφη, ελκυστική νεαρή κόρη με το όνομα Αλιμπέχ. Καθώς η Αλιμπέχ δεν ήταν χριστιανή κι έχοντας ακούσει πολλούς από τους χριστιανούς που κατοικούσαν στην πόλη, να εκθειάζουν τη χριστιανική πίστη και πόσο σημαντικό είναι να υπηρετεί κανείς το Θεό, αποφάσισε μια μέρα να ρωτήσει έναν εξ αυτών, ποιός είναι ο ευκολότερος τρόπος να Τον υπηρετείς. Κι ο άλλος της απάντησε, ότι όποιος απέχει από τα εγκόσμια, όπως εκείνοι που επιλέγουν τη μοναξιά της ερήμου στις Θήβες, υπηρετεί το Θεό με τον καλύτερο τρόπο. Το κορίτσι, που ήταν-δεν ήταν 14 ετών και το χαρακτήριζε η απλότητα, παρακινημένο όχι τόσο από μια βαθύτερη επιθυμία, αλλά την παιδική του φαντασία κυρίως, αναχώρησε το επόμενο πρωί μυστικά για να βρει ολομόναχο την έρημο των Θηβών, δίχως να αποκαλύψει τι είχε κατά νου. Μετά από μερικές μέρες, κι ενώ η επιθυμία της να υπηρετήσει το Θεό παρέμενε έντονη, έφτασε – δίχως να κοπιάσει και λίγο – μέχρι την έρημο και βλέποντας μακρυά στον ορίζοντα μια καλύβα, προχώρησε προς τα εκεί και μπροστά στην πόρτα της συνάντησε έναν άγιο άνθρωπο. Ο άντρας έμεινε έκπληκτος σαν την είδε μπροστά του και τη ρώτησε τι ψάχνει. Του αποκρίθηκε, πως την είχε εμπνεύσει η ιδέα του Θεού κι αναζητούσε έναν τρόπο να Τον υπηρετήσει και άρα έπρεπε να βρει κάποιον που θα τη δίδασκε πως.

Ο άγιος αυτός άνθρωπος, παρατηρώντας τη νεότητα και την ομορφιά της, φοβήθηκε ότι αν την φιλοξενήσει, μπορεί ο διάβολος να τον ξεγελάσει κι έτσι επαίνεσε την ευλαβή της πρόθεση κι αφού της έδωσε να φάει λίγες ρίζες βοτάνων, άγρια μήλα και χουρμάδες, κι αφού της έδωσε και νερό να πιεί, της είπε: «Κόρη μου, όχι πολύ μακριά από δω, ζει ένας άγιος άνθρωπος που είναι πολύ πιο άξιος από εμένα και αυτόν είναι που πρέπει ν’ αναζητήσεις. Σ’ αυτόν να πας.» Και της έδειξε το δρόμο προς τα κει που τη συμβούλεψε. Παρόλα αυτά, όταν έφτασε μέχρι τον εν λόγω άνδρα, έλαβε ξανά την ίδια απάντηση και ταξιδεύοντας – με τη συμβουλή του δεύτερου πλέον – ακόμη μακρύτερα, έφτασε μέχρι το κελί ενός νεαρού ερημίτη, ενός ιδιαίτερα ευσεβούς και άξιου ανθρώπου, που λεγόταν Ρούστικο. Απηύθηνε σ’ αυτόν την ίδια παράκληση, όπως και στους άλλους δύο που είχαν προηγηθεί. Κι αυτός, έχοντας κατά νου να θέσει μια πρόκληση στην ίδια τη σταθερότητά του, δεν την έστειλε μακρυά του, όπως είχαν κάνει οι άλλοι, αλλά την καλωσόρισε στο κελί του και καθώς είχε πια πέσει η νύχτα, της έφτιαξε ένα μικρό στρώμα από φοινικόφυλλα και της πρότεινε να ξαπλώσει εκεί για να ξεκουραστεί. Και δεν είχε περάσει πολύ ώρα, κι ο πειρασμός έθεσε σε τέτοια δοκιμασία τη θέλησή του, που νιώθοντας παραπλανημένος, άφησε στην άκρη όσα είχε αποφασίσει νωρίτερα κι ομολογώντας στον εαυτό του την ήττα του, άφησε στην άκρη κάθε σκέψη για μια ζωή αφοσίωσης, προσευχές και φόβους – αναλογιζόταν τη νεότητα και την ομορφιά της δεσποινίδας, προσπαθώντας να βρει με ποιό τρόπο θα μπορούσε να την πλησιάσει, έτσι ώστε να κερδίσει αυτό που επιθυμούσε τόσο, δίχως εκείνη να τον θεωρήσει κανέναν ακόλαστο.

Σύμφωνα με όσα είχε καταλάβει από τα ερωτήματα που του είχε θέσει πριν, φαινόταν να μην έχει γνωρίσει ποτέ της άντρα και ήταν πράγματι τόσο απλοϊκή όσο έδειχνε, κι έτσι αναλογιζόταν ποια πρόφαση θα μπορούσε να βρει, ώστε να την πείσει ότι η ικανοποίηση των δικών του επιθυμιών ήταν ο τρόπος να υπηρετήσει το Θεό. Στην αρχή, της έδωσε να καταλάβει με ένα σωρό λέξεις τι μεγάλο κίνδυνο αποτελούσε για το Θεό και Κύριο ο διάβολος κι εν συνεχεία, της εξήγησε ότι η πιο αποδεκτή υπηρεσία που μπορούσε να Του προσφέρει κανείς, ήταν να στείλει το διάβολο πίσω στην κόλαση, ώστε να περιοριστεί εκεί που Αυτός τον είχε καταδικάσει. Το κορίτσι τον ρώτησε πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο κι εκείνος της απάντησε: «Σύντομα θα γνωρίζεις, αρκεί να κάνεις κι εσύ ότι κάνω εγώ.» Και λέγοντας αυτά, άρχισε να βγάζει τα λιγοστά του ρούχα, μέχρι που απέμεινε ολόγυμνος. Το ίδιο έκανε και το κορίτσι κι εκείνος έπεσε στα γόνατα, σα να ‘χε σκοπό να προσευχηθεί, αναγκάζοντάς την να σταθεί μπροστά του, κολλημένη σχεδόν απάνω του.

«Αλιμπέχ & Ρούστικο», εικονογράφηση του Werner Tölle

Και τότε ο Ρούστικο, βλέποντας πόσο όμορφη ήταν, ένιωσε την επιθυμία του να αυξάνεται κι ευθύς  τον πλημμύρισε ο πόθος, γεγονός που παρατήρησε και η Αλιμπέχ, αναφωνώντας έκπληκτη: «Ρούστικο, τί είναι αυτό που έχεις και δεν έχω εγώ, κι εξέχει τόσο ανάμεσα στα πόδια σου;»

«Αχ, κόρη μου» είπε ο Ρούστικο, «είναι ο διάβολος για τον οποίο σου εξήγησα πριν, και βλέπεις; Με βασανίζει με το χειρότερο τρόπο, με βασανίζει τόσο που ίσα που αντέχω.» Και το κορίτσι: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός, γιατί βλέπω ότι βρίσκομαι σε καλύτερη θέση από εσένα, αφού με γλίτωσε από τέτοιο διάβολο.»  «Καλά κι ωραία όσα λες» αποκρίθηκε ο Ρούστικο, «αλλά αντί αυτού, έχεις κάτι άλλο που εγώ δεν έχω.» «Ω!» είπε η Αλιμπέχ «τί να είναι αυτό;» «Την κόλαση» της απάντησε ο Ρούστικο «και θα σου πω το εξής, πιστεύω ότι σε έστειλε σ’ εμένα ο Θεός μπας και σωθεί η ψυχή μου, καθώς είδε με ποιό τρόπο επιμένει να με βασανίζει ο διάβολος, και τουλάχιστον εσύ θα δείξεις την απαραίτητη συμπόνοια και θα μου επιτρέψεις να τον στείλω στην κόλαση, προσφέροντάς μου έτσι τεράστια – ή μάλλον κάτι παραπάνω από τεράστια – παρηγοριά, υπηρετώντας κι Εκείνον όπως Του αρμόζει, αν βέβαια όντως ισχύει αυτό που είπες και είναι αυτός ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ.» Και καλόπιστα το κορίτσι είπε με τη σειρά του: «Αφού εγώ φέρω την κόλαση που ταιριάζει στο διάβολό σου, τότε ας γίνει το θέλημά σου με όποιο τρόπο κρίνεις εσύ Πατέρ μου.» Κι ευθύς της είπε ο Ρούστικο: «Ας είσαι ευλογημένη κόρη μου, κι ας πάμε παραπέρα να τον στείλουμε εκεί που πρέπει, ώστε να μ’ αφήσει κι εμένα στην ησυχία μου.» Και λέγοντας αυτά, πλάγιασε με το κορίτσι σε ένα κρεβάτι και της έδειξε σε ποιά στάση πρέπει να ξαπλώνει, προκειμένου να μπορεί να φυλακίζει το πνεύμα αυτό που έχει καταραστεί ο Θεός. Και καθώς το κορίτσι, δεν είχε στείλει ποτέ πριν κάποιον διάβολο στην κόλαση, ένιωσε κατά τη διαδικασία αυτή μια σουβλιά πόνου και είπε στο Ρούστικο:

«Σίγουρα, πάτερ μου, αυτός ο διάβολος είναι ένα κακόβουλο ον και πραγματικός εχθρός του Θεού, γιατί τον πόνο που προκαλεί τον αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως ακόμη και στην κόλαση – να μην αναφερθεί κανείς και σ’ όλα τ’ άλλα.» «Κόρη μου» της απευθύνθηκε ο Ρούστικο «δεν θα ‘ναι πάντοτε έτσι τα πράγματα.» Και προκειμένου να βεβαιωθούν για του λόγου το αληθές, φρόντισαν να στείλουν το διάβολο στην κόλαση άλλες έξι φορές πριν σηκωθούν απ’ το κρεβάτι κι αυτή τη φορά έχοντας πια κατευνάσει τη δίψα του, για μια φορά ένιωσε χαρούμενος και δε χρειαζόταν να πει άλλη κουβέντα. Παρόλα αυτά, η επιθυμία του επέστρεφε από καιρό σε καιρό, και καθώς η Αλιμπέχ φρόντιζε να καταλαγιάζει τον πόθο του δίχως να προβάλλει αντίρρηση, άρχισε ν’ αρέσκεται στο παιχνίδι αυτό κι έλεγε στο Ρούστικο: «Βλέπω πλέον καθαρά, πως όσα έλεγαν οι άξιοι άντρες της Κάπσα ήταν αλήθεια, όντως το υπηρετείς το Θεό προσφέρει υπέρμετρη ευχαρίστηση. Για την ακρίβεια, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο που να μου έχει προσφέρει παρόμοια ευχαρίστηση, τέτοια ανακούφιση στο παρελθόν, όσο το να στέλνει κανείς το διάβολο στην κόλαση. Και για το λόγο αυτό, πιστεύω θα ήταν απίστευτη ανοησία από πλευράς οποιουδήποτε να κάνει οτιδήποτε άλλο πέραν του να υπηρετεί το Θεό.» Κι έτσι, πολλές φορές την ημέρα, πλησίαζε το Ρούστικο και του έλεγε: «Πάτερ μου, έχω έρθει εδώ για να υπηρετήσω το Θεό και όχι για να ξοδεύω τη μέρα μου άπραγη, ας πάμε λοιπόν να στείλουμε το διάβολο στην κόλαση.» Κι ενώ φρόντιζαν να κάνουν αυτό που πρέπει, από καιρό εις καιρό εκείνη σχολίαζε: «Δε γνωρίζω για ποιό λόγο Ρούστικο, θα έπρεπε να επιτρέπουμε στο διάβολο να ξεφεύγει από την κόλαση, αφού κάθε φορά που η περίσταση το φέρνει, εκείνη είναι πρόθυμη να τον δεχθεί. Δεν θα έπρεπε να του επιτρέπουμε ν’ απομακρύνεται ποτέ.» Έτσι, το κορίτσι καλούσε και παρότρυνε συχνά τον Ρούστικο να θέσουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία του Θεού, και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα που ο Ρούστικο σαν την έβλεπε έτρεμε αντί να ρίχνεται επί τω έργω. Βλέπετε, το κορίτσι φρόντιζε να αερίζει με τέτοια επιμέλεια την πουκαμίσα του, που ο Ρούστικο άρχισε να τη διδάσκει πως στην πραγματικότητα κανείς δεν πρέπει να σωφρονίζει το διάβολο στέλνοντάς τον στην κόλαση, αλλά κάθε φορά που το κεφάλι του προβάλλει περήφανα να μονολογούμε «και με τη χάρη του Θεού ας παραμείνει εγκρατής κι ας προσευχηθεί στο Θεό για λίγη γαλήνη». Και με τον τρόπο αυτό το κορίτσι παρέμεινε σιωπηλό για ένα διάστημα. Αλλά μια μέρα, βλέποντας ότι ο Ρούστικο δεν της επέτρεπε πλέον ποτέ να στέλνει το διάβολο στην κόλαση, του είπε: «Ρούστικο, μπορεί εσένα ο διάβολός σου να παραμένει πλέον ταπεινός και να μην σου δημιουργεί προβλήματα, όμως εμένα από την άλλη η κόλασή μου δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Κι αυτή είναι η αιτία που η κόλασή μου κι εγώ, ελπίζαμε ότι θα μας βοηθήσεις να εξευτελίσουμε το διάβολο, ζητώντας του να κατασιγάσει τη θέρμη της κόλασης εντός μου.»

Ο Ρούστικο, που επιβίωνε με ρίζες και νερό, με δυσκολία κατάφερνε να επωφεληθεί των καλεσμάτων της και της είπε ότι χρειάζονται πολλοί διάβολοι για να κατευνάσει κανείς την κόλαση, αλλά θα κάνει ότι καλύτερο μπορεί. Κι έτσι, κατά καιρούς φρόντιζε να την ικανοποιεί από καιρό εις καιρό, αλλά με τέτοια συχνότητα πλέον, που ήταν σα να ταΐζει κανείς το λιοντάρι με ένα μονάχα φασόλι. Το κορίτσι, καθώς δεν κατάφερνε να υπηρετεί το Θεό όσο επιμελώς το επιθυμούσε, παραπονιόταν αρκετά. Κι ενώ συνεχιζόταν η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ρούστικο και το διάβολό του και την Αλιμπέχ και την κόλασή της, η πόλη της Κάπσα έπιασε φωτιά κι ο πατέρας της Αλιμπέχ κάηκε ζωντανός στο ίδιο του το σπίτι, μαζί με όλα τα παιδιά του και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, κι εκείνη απέμεινε η μοναδική του κληρονόμος. Για το λόγο αυτό, ένας νέος άντρας, ονόματι Νήηρμπεϊλ, που είχε αφιερώσει όλο του το είναι στις αρετές της ανδρικής αβρότητας και είχε ακούσε πως είναι ζωντανή, ξεκίνησε να τη βρει, πριν το δικαστήριο προλάβει να βάλει στο χέρι το υποστατικό του πατέρα της, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που κάποιος πεθαίνει δίχως ν’ αφήσει πίσω του απογόνους. Κι έτσι, ενάντια στη δική της θέληση, αλλά προς μεγάλη ικανοποίηση του Ρούστικο, την πήρε μαζί του πίσω στην Κάπσα, όπου και την παντρεύτηκε και κληρονόμησαν από κοινού τον πατέρα της.

Και ζώντας πια εκεί, όταν τη ρώτησαν οι γυναίκες με ποιό τρόπο υπηρέτησε το Θεό στην έρημο, τους απάντησε (καθώς ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί ο γάμος με το Νήηρμπεϊλ) ότι Τον υπηρέτησε στέλνοντας το διάβολο στην κόλαση κι ότι ο Νήηρμπεϊλ είχε διαπράξει μεγάλη αμαρτία που την απομάκρυνε από το θεάρεστο έργο της. Οι κυρίες λοιπόν τη ρώτησαν «πώς στέλνει κανείς το διάβολο στην κόλαση;» Και το κορίτσι, τόσο με λέξεις όσο και με χειρονομίες, τους έδειξε ακριβώς τον τρόπο κι εκείνες γέλασαν πάρα πολύ – για την ακρίβεια γελούν ακόμα – και της είπαν: «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας παιδί μου, όχι, γιατί το ίδιο κάνουμε κι εμείς εδώ κι ο Νήηρμπεϊλ θα σε βοηθήσει να υπηρετήσετε από κοινού το Θεό όπως Του αρμόζει». Κι από κει και μετά, καθώς αφηγούνταν ο ένας στον άλλο τι είχε συμβεί, έγινε συνήθεια να λένε, πως ο πιο αποδεκτός τρόπος να υπηρετεί κανείς το Θεό, είναι να στέλνει το διάβολο στην κόλαση, μέχρις ότου η φράση αυτή μεταφέρθηκε μέσω θαλάσσης κι εδώ. Έτσι λοιπόν, όλες εσείς νεαρές μου κυρίες, που επιδιώκετε τη χάρη του Θεού, μάθετε να στέλνετε το διάβολο στην κόλαση, διότι αυτό επιθυμεί ο Ίδιος και πρόκειται για πράξη ευχάριστη και για τους δύο εμπλεκόμενους κι ετούτης μύρια καλά έπονται.»

Απόσπασμα από το «Δεκαήμερο» του Βοκάκκιου (3 ημέρα, 10η ιστορία)

Πηγή: http://www.gutenberg.org/files/23700/23700-h/23700-h.htm

«Μέρα 3η, Ιστορία 10η: Ρούστικο & Αλιμπέχ», εικονογράφηση του Wil Loeng

Advertisements