Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το έργο «Peter Alheit και Stefania Bergamini (1996) Storie di Vita: Metodologia di Ricerca per le Scienze Sociali, Guerini Studio, Milano»:

2935093381_675f66b3d2_m«Τη ζωή μπορούμε να την κατανοήσουμε μόνο προς τα πίσω. Στο μεταξύ πρέπει να τη ζούμε προς τα εμπρός». Αυτό το απόσπασμα από τα Φιλοσοφικά Κείμενα του Soren KIERKEGAARDi έχει γραφτεί εδώ και 150 χρόνια περίπου, αλλά ακόμα και σήμερα διατηρεί τη θεματική και φιλοσοφική του συνάφεια. Την περίοδο ακριβώς που οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες (συμπεριλαμβανομένης και της επιμόρφωσης ενηλίκων) επιζητούν να κατανοήσουν τι είναι «βίος» – τροχιά ζωής (life course), καταγραφή του βίου (life record, βιογραφία/ biography – δες Alheit & Dausien 1992) – το ποικιλώνυμο αυτό φαινόμενο είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Πριν καλά καλά αποκτήσουμε μια σαφή αντίληψη για το τι θα μπορούσε να σημαίνει ο όρος σύγχρονη ζωή (modern life), τα δεδομένα έχουν αλλάξει κι έτσι τα προηγούμενα συμπεράσματα μας πρέπει να εξεταστούν εκ νέου (Evans 1993 σελ 5 κ.ε.). Οι σύγχρονες «τροχιές ζωής» φαίνεται ότι έχουν γίνει πιο περίπλοκες: η εναλλαγή των φάσεων της ζωής κατά ένα προβλέψιμο τρόπο, τα γνωστά ως παραδοσιακά σχέδια ζωής (traditional life plans), έχουν αναδιαταχθεί και τίθενται υπό αμφισβήτηση. Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν συγκεκριμένες πολύ ενδιαφέρουσες ενδείξεις από εκπαιδευτική πλευρά, τις οποίες δεν είναι δυνατό πλέον να τις παραβλέπουμε.

Στις σύγχρονες κοινωνίες παρατηρείται μια τεραστίων διαστάσεων μεταστροφή στο διακανονισμό του χρόνου ζωής. Δεν είναι μόνο η περίοδος της νεότητας η οποία προοδευτικά έχει παραταθεί εξαιτίας μιας παρατεταμένης και εν μέρει ακούσιας «δικαιοστασίας» και η περίοδος της ώριμης ηλικίας υπόκειται κι αυτή σ’αυτή την αλλαγή όσον αφορά το χρόνο διάρκειας της. Μέχρι το 1940,π.χ, η περίοδος κατά την οποία ο μέσος Αμερικανός ενήλικας ζούσε ως συνταξιούχος αντιστοιχούσε στο 7% της συνολικής διάρκειας της ζωής του. Στο τέλος της δεκαετίας του’70 το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε στο 25% (Torry 1982, παρομοίως Kohli 1987). Ακόμα και πολύ προσωπικοί και εξατομικευμένοι χρονικοί «διακανονισμοί» έχουν δείξει, στατιστικά, σημεία αλλαγής. Σε σύγκριση με τον 19ο αι. η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία κάποιος είναι γονέας έχει συρρικνωθεί, την ίδια στιγμή κατά την οποία η σπουδαιότητα του ρόλου του παιδιού μέσα στο κύκλο ζωής έχει αυξηθεί (Gee 1987). Για πρώτη φορά στην ιστορία οι άνθρωποι ζουν για μεγαλύτερο διάστημα ως παιδιά γονέων που Βρίσκονται στη ζωή παρά ως γονείς παιδιών κάτω από 20 χρονών. Το ‘ενήλικο παιδί’ (aging child) (Watkins κ.ά. 1987) σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί παράλογη έννοια. Βλέπουμε, λοιπόν, όχι η εικόνα του ενήλικα έχει σαφώς μετασχηματιστεί.

Αυτή η τάση γίνεται ακόμη πιο σαφής αν λάβουμε υπόψη μας κάποιες άλλες παράλληλες εξελίξεις. Εκτός από το χρονικό «διακανονισμό», έχει επίσης διασπαστεί το πλαίσιο της σταθερά διαρθρωμένης βιογραφίας (framework of the standard biography). Η «τροχιά ζωής» (life course) ως κοινωνικός θεσμός (Kohli 1983, 1985, 1986, 1989), συγκροτημένη γύρω από την ατομική επαγγελματική ιστορία διασπάται όλο και πιο πολύ. Η απλή διαδοχή των φάσεων – φάση της μάθησης και της προπαρασκευής, φάση της εργασιακής δραστηριότητας, φάση της συνταξιοδότησης- στο σύγχρονο πολιτισμό, ανταποκρίνεται πλέον σ’ ένα μικρό μόνο αριθμό τροχιών ζωής (κυρίως αντρών).

Εδώ και κάμποσο καιρό, η μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη ενέχει καταστάσεις επικινδυνότητας. Όλο και πιο πολλές διαδικασίες κοινωνικής μετάταξης (status passages) κάνουν την εμφάνιση τους (Heinz εκδ. 1991). Η ενεργός επαγγελματική φάση στο κέντρο της τροχιάς της ζωής χάνει τη σημασία της. Δεν είναι μόνο η πραγματική διάρκεια της επαγγελματικής φάσης που μειώνεται, αλλά και η δομή της φάσης αυτής έχει επίσης αλλάξει. Η επαγγελματική φάση διακόπτεται από νέες εμβόλιμες φάσεις προπαρασκευής. Περίοδοι επιμόρφωσης μπολιάζονται με την ενεργό απασχόληση. Το ότι είναι κάποιος ενήλικας δε σημαίνει ότι έχει υποχρεωτικά και εργασιακό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά υπάρχουν και άλλα είδη δραστηριότητας. Μέσα σ’αυτή τη διαδικασία η κεντρική ισχύς του προτεσταντικού ηθικού κώδικα εργασίας, ένα από τα πιο σημαντικά πρότυπα προσανατολισμού στην καπιταλιστική νεωτερικότητα, τείνει να εξαφανιστεί. Καινούριοι μετα-υλιστικοί προσανατολισμοί κάνουν την εμφάνιση τους (Inglehart 1989). Θα μπορούσε κάποιος να κάνει λόγο για «εκθήλυνση» της τροχιάς ζωής. Είναι πάρα πολύ πιθανό ότι σύντομα θα ερμηνεύουμε τις τροχιές της ζωής μας ως εκπαιδευτικές βιογραφίες ή ως βιογραφίες αυτοπραγμάτωσης (δες Kade 1989) και περιφερειακά μόνο ως επαγγελματικές βιογραφίες ή ως σταδιοδρομίες (Schulze 1992).

Στην πορεία οι «τροχιές στον κοινωνικό χώρο» (Bourdieu 1990) χάνουν την καθαρότητα τους ως προς τη μορφή σχεδόν αυτονόητα. Η τάξη, το φύλο και οι γενεακές καταστάσεις διατηρούν ακόμα τη σπουδαιότητα τους ως «βιογραφικές πηγές» (Hoerning 1989) αλλά η χρησιμότητα τους ως εργαλεία για την πρόβλεψη των συγχρόνων τροχιών ζωής μάλλον έχει μειωθεί σημαντικά. Συλλογικά βιογραφικά πρότυπα τοποθετούνται στο περιθώριο από κάποιες εξατομικευμένες καταστάσεις διακινδύνευσης (Beck 1992). Μελέτες για τη βιογραφία απασχόλησης των γυναικών διεθνώς, για παράδειγμα, δείχνουν έναν πολύ υψηλό βαθμό περιπλοκότητας και διαφοροποίησης (Moen 1985). Σε μελέτες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε παραδοσιακά ομοιογενή κοινωνικά περιβάλλοντα έχει διαπιστωθεί ένας αυξανόμενος αριθμός διαβρωτικών διαδικασιών (Beck 1983, Mooser 1984, Vester κ.ά. 1992, Alheit 1992 κ.ά.). Συγκριτικές μελέτες σε ομάδες ατόμων συγκεκριμένης ηλικίας έδειξαν μια αύξηση του αριθμού των ετερογενών τροχιών ζωής, ιδιαίτερα στους πολΰ ηλικιωμένους (Dannefer 1988, Dannefer & Zell 1988).

Το να «διάγει κανείς το βίο του» σήμερα, λοιπόν, φαίνεται ότι είναι ένα πιο προβληματικό εγχείρημα από ότι στο παρελθόν και οι παραδοσιακοί βιογραφικοί σχεδιασμοί χάνουν σιγά-σιγά την καταλληλότητα τους. Η βιογραφία καθαυτή έχει μετατραπεί σένα πεδίο μάθησης, στο οποίο οι μεταβάσεις πρέπει να προβλέπονται και να αντιμετωπίζονται και στο οποίο η προσωπική ταυτότητα τείνει να είναι το αποτέλεσμα μακράς και παρατεταμένης διαδικασίας (Gildermeister & Robert 1986). Οι βιογραφίες γίνονται όλο και πιο περίπλοκες, πιο εξατομικευμένες, λιγότερο «κανονικές» αλλά ταυτόχρονα και πιο γλαφυρές, αυτόνομες και αυτόβουλες. Η τροχιά της ζωής φαίνεται να μετατρέπεται σ’ ένα εργαστήριο μέσα στο οποίο πρέπει να καλλιεργήσουμε δεξιότητες για τις οποίες δεν υπάρχουν «προδιαγεγραμμένοι σχεδιασμοί» (Dominice 1990). Αυτό, αναμφίβολα, συνιστά μια ιδιαίτερη πρόκληση για την επιμόρφωση ενηλίκων. Πώς, όμως, θα απαντηθεί η πρόκληση αυτή;

Είναι ενδεικτικό ότι δεν υπάρχει σαφής απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Η διαδικασία της νεωτερικότητας μας έχει αφήσει αμήχανους στη θέα αυτών των εξελίξεων, τις οποίες και πρέπει να μελετήσουμε με νέα μέσα, αφήνοντας πίσω μας τις παραδοσιακές απαντήσεις. Οι προβληματισμοί που ακολουθούν επιχειρούν να εισάγουν τον αναγνώστη σ’ έναν ευρωπαϊκό διάλογο, ο οποίος προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη βιογραφική έρευνα σ’ ό,τι αφορά στην εκπαίδευση ενηλίκων (Alheit, Bron-Wojciechowska, Brugger & Dominice εκδ. 1995). Αυτός ο διάλογος ευαγγελίζεται κι ένα είδος αλλαγής των παλιών παραδειγμάτων. Πραγματικότητα για έναν ενήλικα μαθητευόμενο δεν αποτελεί πλέον ό,τι και κατά το παρελθόν, δηλ. ένα μετρήσιμο πεδίο υπολογίσιμων παραγόντων, όπως το κοινωνικό υπόβαθρο, τα προσόντα, τα κίνητρα, το ειδικευμένο προσωπικό, οι θεσμικές παροχές κτλ. Είναι φανερά η κοινωνική ζωή σε εξέλιξη.

Αυτό σημαίνει ότι οι καθαρά ποσοτικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας ενός ενήλικα μαθητευόμενου δεν επαρκούν, για να κατανοήσουμε αυτές τις περίπλοκες, νέες κοινωνικές προοπτικές. Χρειάζεται μια ποιοτική προσέγγιση, η οποία, πάνω απ’όλα, θα ήταν σε θέση να ανακαλύψει νέες πλευρές της σύγχρονης ανάπτυξης. Η βιογραφική έρευνα μας δίνει μια πρώτη εντύπωση για το πόσο αποδοτικά μπορούν να είναι τα αποτελέσματα μιας τέτοιας προσέγγισης. Τα κεφάλαια τα οποία ακολουθούν επιχειρούν 1) να δώσουν υπόσταση στο μεθοδολογικό νόημα αυτής της προσέγγισης, 2) να εξηγήσουν θεωρητικά την έννοια «βιογραφία» και 3) να προβληματιστούν προσεκτικά σχετικά με το μεθοδολογικό status των βιογραφικών δεδομένων.

δφσδ

1. Οφέλη από την ποιοτική προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας

labyrinthΣε συζητήσεις πάνω σε μεθοδολογικά θέματα ο όρος «ποιοτικός» (qualitative) εκλαμβάνεται συχνά ως «ήπια» και λίγο πολύ μη επαγγελματική στρατηγική χειρισμού επιστημονικών μεθόδων. Η «σκληρή» (η οποία τις πιο πολλές φορές σημαίνει: ‘σωστή’) προσέγγιση της πραγματικότητας παρουσιάζεται να είναι η ποσοτική (quantitative). Μπορεί, όμως, να είναι μια τέτοια αντιμετώπιση σωστή; Είναι δυνατόν να αναπαρασταθεί η κοινωνική πραγματικότητα με αυστηρούς κανόνες, οι οποίοι μπορούν να ελεγχθούν μέσα από ποσοτικές σχέσεις, παρά να «κατανοηθεί», να ανακαλυφθεί δηλαδή το λανθάνον νόημα μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς; Είναι, για παράδειγμα, δυνατόν να πιστοποιηθούν σαφείς ποσοτικές συσχετίσεις ανάμεσα στις στάσεις ενός προσώπου και της προθυμίας του να κατακάψει σπίτια απροστάτευτων αλλοδαπών; Μπορεί να εκφραστεί ποσοτικά η πιθανότητα να πραγματοποιήσει ο Ρώσος φασίστας Schirinovsky την απειλή του για έναρξη ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου; Θα οργανώσει νέο φασιστικό κίνημα στην Ιταλία η δεσποινίδα Mussolini; Οι δείκτες ανεργίας στην Ευρώπη μας δίνουν μια σαφή εικόνα για την κοινωνική δυστυχία που κρύβεται πίσω τους;

Η κλασσική διαμάχη των «Hempel – Oppenheim,και η συζήτηση για την «Εξήγηση» (Erklaren) ή την «Κατανόηση» (Verstehen) στη μεθοδολογία (δες Alheit 1990, πιο πρόσφατα Kelle 1994) μας έχουν διδάξει ότι οι θετικές και οι ανθρωπιστικές επιστήμες στηρίζονται σε διαφορετική λογική. Για έναν κοινωνιολόγο, ή ακόμα περισσότερο, για έναν επιστήμονα της εκπαίδευσης δεν είναι αρκετό να εξηγήσει γιατί το αποτέλεσμα Β πιθανότατα προέκυψε από το αίτιο Α. Θα πρέπει να κατανοήσουμε το λόγο για τον οποίο το συγκεκριμένο αίτιο οδηγεί στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. «Κατανοώ», ωστόσο, σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από «εξηγώ». Προφανώς, τέτοιου είδους ζητήματα δεν μπορούν να επιλυθούν με ποσοτικές μετρήσεις (δες Habermas 1967, 1981, Alheit 1990). Θα πρέπει πρώτα να «ανακαλυφτούν».

Η ανακάλυψη, ωστόσο, είναι μια πολύ ιδιαίτερη διαδικασία. Έχει να κάνει με πραγματικούς ανθρώπους, τους οποίους ποτέ δε συναντήσαμε στο παρελθόν καθώς και κοινωνικούς χώροι οι οποίοι δε μας είναι οικείοι. Είναι κάτι ανάλογο με την προσπάθεια ενός εθνολόγου να προσεγγίσει την πραγματικότητα με τα μάτια ενός ιθαγενούς. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την πιο σπουδαία ερευνητική μελέτη του τμήματος της Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Σικάγου: «Θα πρέπει να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας στη θέση του υποκειμένου το οποίο προσπαθεί να βρει το δρόμο του στον κόσμο, και πρέπει να θυμόμαστε, πρώτα απ’ όλα, ότι το περιβάλλον από το οποίο δέχτηκε επιδράσεις και αυτό στο οποίο προσαρμόζει τον εαυτό του στον κόσμο, δεν είναι ο αντικειμενικός κόσμος της επιστήμης […] Το ατομικό υποκείμενο αντιδρά μόνο στην εμπειρία του, και η εμπειρία του δεν είναι όλα όσα θα έβρισκε ίσως ένας εντελώς αντικειμενικός παρατηρητής στο κομμάτι του κόσμου που αναλογεί στο άτομο, αλλά μόνο ό,τι το ίδιο το υποκείμενο βρίσκει για τον εαυτό του». (Thomas & Znaniecki [1918κ.ε] 1958, σελ. 1846 κ.ε.).

Ωστόσο, η ενασχόληση με τον κόσμο του υποκειμένου δε σημαίνει υποχρεωτικά και έλλειμμα γνώσης. Αντιθέτως: «Οι ιστορίες ζωής […] σχεδόν πάντα διαφωτίζουν κάποιες πλευρές της κοινωνικής και ηθικής ζωής τις οποίες μπορεί να γνωρίζουμε μέχρι τώρα μόνο έμμεσα, διαμέσου των στατιστικών ή των επίσημων δηλώσεων. Στην πρώτη περίπτωση μοιάζουμε με κάποιον έξω από ένα σπίτι στο σκοτάδι που κοιτάζει να δει τι γίνεται μέσα. Στην άλλη μοιάζουμε με κάποιον που ανοίγει την πόρτα, προχωρά μέσα και έχει μπροστά στα μάτια του αυτό που προηγουμένως είχε απλά μαντεύσει» (Ρark 1929, σελ. 47).

Γίνεται φανερό ότι μια τέτοιου είδους διαδικασία «ανακάλυψης» πρέπει να έχει ποιοτικό χαρακτήρα. Δε θα μπορούσε να ακολουθεί τη λογική των παραγωγικών συμπερασμάτων, τα οποία υπάγουν τη συγκεκριμένη περίπτωση κάτω από έναν γενικό κανόνα και δηλώνουν μόνο αν ο κανόνας επαληθεύεται ή διαψεύδεται. Γιατί μια τέτοια διαδικασία αποτρέπει την ανακάλυψη. Τα θεωρητικά ευρήματα είναι κοινότοπα.

Αυτό που μαθαίνουμε είναι αν οι προηγούμενες ανακαλύψεις μας έχουν ισχύ ή όχι. Αλλά αποτυγχάνουμε να κάνουμε νέες. Αναζητώ μια «λογική της ανακάλυψης» σημαίνει θυμάμαι μια κάπως ξεχασμένη στρατηγική του Αμερικανικού Πραγματισμού της αρχής του αιώνα: τη λογική των «απαγωγικών συμπερασμάτων» (abductive conclusions) (Charles Sanders Peirce). Μπορούμε να ορίσουμε την απαγωγή ως μια νέα ποιότητα της κατανόηση της πραγματικότητας, ως την εκπληκτική ικανότητα να συνδέουμε σε θεωρητικό επίπεδο κοινωνικά φαινόμενα, τα οποία δεν είχαν συνδεθεί ποτέ κατά το παρελθόν (δες Peirce 1991 [1903]).

Η κοινωνική ζωή έχει πάντα δυο διαστάσεις: διαμορφώνεται από συγκεκριμένες δομές, αλλά ταυτόχρονα κάθε κοινωνική δράση είναι γεμάτη από απρόοπτα και ενδεχόμενα. Έχοντας συνειδητοποιήσει αυτό, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε μόνο ποσοτικές μετρήσεις. Πρέπει να υιοθετήσουμε ποιοτικές προσεγγίσεις. Υπάρχει ένας τομέας της κοινωνικής πραγματικότητας στον οποίο η αναγκαιότητα της ποιοτικής έρευνας είναι αναντικατάστατη: η βιογραφία συγκεκριμένων ατόμων.

ψζχψ

2. Η ιδιαιτερότητα των «βιογραφικών κατασκευών»

surreal_manipulation_1Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιογραφία δεν είναι μια απλή αλληλουχία τυχαίων γεγονότων της ζωής, αλλά αποτελεί ουσιαστικά μια δεδομένη κοινωνική δομή, η οποία πραγματώνεται από τα άτομα. Συναφείς όψεις της αποτελούν η χρονικότητα και η χρονολόγηση: οι βιογραφίες εξελίσσονται σε διάφορες φάσεις και αυτές οι φάσεις ακολουθούν ουσιαστικά τη χρονολογική ηλικία. Καθιερώνουν ένα είδος καθοδηγητικού προτύπου μιας ‘σταθερά διαρθρωμένης βιογραφίας. Αυτή η άποψη, βέβαια, δε συνεπάγεται ότι όλα τα ανθρώπινα όντα ακολουθούν στην πραγματικότητα μια τέτοια σταθερά διαρθρωμένη βιογραφία. Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να υποθέσουμε πως σε κάποιες κοινωνικές ομάδες παρατηρούνται χαρακτηριστικές αποκλίσειςii και ότι οι αλλαγές στην κοινωνία μεταβάλλουν τα πρότυπα αυτά (δες Hagestad 1989). Η καθοδηγητική λειτουργία αυτού που νοείται ως «κανονική τροχιά ζωής» (normal life course), εντούτοις, παραμένει αποφασιστικής σημασίας (Kohli 1985, Fischer & Kohli 1987). Μπορούμε κάθε στιγμή να φανταστούμε πώς θα όφειλε να διαγράφεται η τροχιά της ζωής μας, ακόμα κι αν βιώνουμε μια κατάσταση δραστικής απόκλισης από το «κανονικό» πρότυπο και αποσταθεροποίησης του.

Όσο σημαντικά κι αν είναι τέτοια βιογραφικά, κανονικοποιημένα πρότυπα, δεν μπορούν, φυσικά, να προβλέψουν όλες τις διαθέσιμες επιλογές, που ενυπάρχουν σε μια βιογραφία. Παραμένει διαθέσιμο ένα πλήθος εναλλακτικών δράσεων, από τις οποίες εμείς οι ίδιοι ως άτομα πρέπει να διαλέξουμε: αποτελεί η επαγγελματική σταδιοδρομία κεντρική προοπτική της ζωής μας ή μήπως υπάρχουν κι άλλες προτιμήσεις; Επιθυμούμε να παραμείνουμε ανύπαντροι ή να δημιουργήσουμε οικογένεια; Ποιο πρότυπο οικογένειας προτιμούμε; Ιεραρχημένη πατριαρχικά ή βασισμένη στη συντροφικότητα; Τα μελλοντικά σχέδια της ζωής περιλαμβάνουν και την επιβάρυνση του χτισίματος ενός σπιτιού ή μήπως προτιμούμε να ζήσουμε χωρίς οικονομικές δεσμεύσεις; Θα γραφτούμε μέλη σε κάποιο πολιτικό κόμμα ή μήπως προτιμούμε μια πιο ιδιωτική ζωή; Επιμένουμε να επανέλθουμε στη δουλειά ή θα διαθέσουμε όλη τη δραστηριότητα μας στην οικογένεια και στα παιδιά;

Έτσι, οι βιογραφίες καθορίζονται και από δομικούς όρους και από απροσδόκητα δεδομένα. Οι δυο σημαντικές όψεις οποιασδήποτε επιστημονικής ερμηνείας του ‘κοινωνικού κόσμου’, η προοπτική του υποκειμένου και η προοπτική του αντικειμένου, βρίσκονται εδώ ενσωματωμένες ήδη στο επίπεδο της συγκεκριμένης δράσης και δεν ανασυντίθενται θεωρητικά ύστερα μόνο από το γεγονός. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκει η έννοια της βιογραφίας τη βασική της σημασία, τη στρατηγική της σπουδαιότητα και φαίνεται πολύ λογικό να περιγράψουμε αυτή την ιδιαίτερη «πραγμάτωση» με περισσότερες λεπτομέρειες.

Οι ενδεχόμενες προσπάθειες ενός προσώπου, αναγκαίες για την ανάπτυξη μιας ατομικής βιογραφίας, φαίνεται ότι απαιτούν λανθάνουσες δομές. Τα άτομα έχουν πολύ συγκεκριμένα, βιογραφικά βιώματα τα οποία με τη σειρά τους τους ενδυναμώνουν αισθητά. Αλλά τι εννοούμε, όταν λέμε βιώματα; Προφανώς, η διαδικασία κάθε άλλο παρά κοινότοπη είναι. Καμία από τις εμπειρίες που έχουμε δεν είναι τυχαίο κατασκεύασμα της φαντασίας. Οι εμπειρίες μας είναι κάτι το πολύ δικό μας. Η συγκεκριμένη βιογραφία μας έχει θέσει όρια γύρω από την τμηματοποιημένη εμπειρική γνώση στο χώρο και στο χρόνο: στο χώρο, γιατί το κοινωνικό πεδίο, όπως βιώνεται είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένο (δες Bourdieu 1987, Alheit 1994), στο χρόνο, γιατί οι βιογραφίες έχουν μια αρχή κι ένα τέλος.

Πέρ’ απ’ αυτό, η δήλωση ότι η εμπειρία είναι κάτι το πολύ δικό μας, είναι κατάφορη νοήματος. «Εμπειρία σημαίνει να γνωρίζω κάτι καλύτερα από πριν» (Fischer & Kohli 1987, σελ. 32). Αυτό μπορεί να συμβεί με διαφορετικό τρόπο, είτε διαπιστώνοντας ότι η τρέχουσα εμπειρία μας επιβεβαιώνει την προηγούμενη βιογραφική μας γνώση, είτε ενσωματώνοντας χωρίς πρόβλημα βιογραφικές καινοτομίες εντός των διαθεσίμων προτύπων ερμηνείας. Η άρρητη γνώση μας ενδυναμώνεται: το γνωρίζουμε καλύτερα από πριν (δες Alheit & Hoerning 1989). Ή ακριβώς το αντίθετο: δεν μπορούμε να σχηματίσουμε νέες εμπειρίες χωρίς να διαταράξουμε τα παλιά αποθέματα εμπειριών. Είμαστε υποχρεωμένοι να επανεξετάσουμε τη βιογραφική μας γνώση. Αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει, επίσης, στο να γνωρίσουμε «καλύτερα» από πριν.

Υπάρχουν δυο σημεία τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Η εμπειρία αποκτιέται πάντα στη βάση της διαθέσιμης, οργανωμένης γνώσης. Εμπειρία ‘από μόνη της’ δεν υφίσταται. Τα Εισερχόμενα (inputs) της εμπειρίας είναι – κατά τους Schutz & Luchmann – «βιογραφικά διαρθρωμένα» (δες 1979,1, σελ. 85 κ.ε). Από την άλλη η δομή της βιογραφικής μας γνώσης εξαρτάται από την οπτική γωνία του παρόντος. Η αναδυόμενη, σύγχρονη εμπειρία μπορεί κάλλιστα να αλλάξει τις ήδη γνωστές δομές. Η βιογραφία ως πεδίο συνάντησης της προσωπικής εμπειρίας και των δομικών προτύπων στο χρόνο αποτελεί ένα καταπληκτικό παράδειγμα των διφορούμενων της κοινωνικής ζωής. Η έννοια αυτή αντιπροσωπεύει, από τη μια, την πάντα ατομική αλλά καθόλου τυχαία δομή της άρρητης γνώσης. Από την άλλη αντιπροσωπεύει την αναδυόμενη, νέα εμπειρία, ζωντανή και παρούσα, που ρίχνει ίσως διαφορετικό φως στο βιογραφικό παρελθόν κρατώντας ανοιχτό το βιογραφικό μέλλον.

Αυτή η διπλή προοπτική, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αρμονική αμοιβαιότητα δύο επιπέδων. Οι διαστάσεις της δομής και του απροσδόκητου και οι προοπτικές της «αντικειμενικότητας» και της «υποκειμενικότητας» δεν εναρμονίζονται άμεσα. Βρίσκονται σε σχέση διαλεκτικής έντασης, όπως κατά τη θεμελίωση κάθε υποκειμενικότητας. Η βιογραφική δράση καθοδηγείται από κοινωνικά προκαθορισμένα πρότυπα, τα οποία χρειάζεται και των οποίων τους περιορισμούς δεν μπορεί να αποφύγει. Αλλά με κανένα τρόπο δεν απορροφάται από την επαναλαμβανόμενη δράση. Δεν αναπαράγει απλά κάποιες κοινωνικές δομικές συνθήκες σε ατομικό επίπεδο αλλά «έχει πάντα τον επιπρόσθετο χαρακτήρα του ανοιχτού σχεδίου» (Kohli1985, σελ. 21). Το βιογραφικό ταξίδι δεν είναι απλά το άθροισμα των προτύπων εμπειρίας και δράσης, τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του. Συμβαίνουν διάφορα ποιοτικά άλματα, διαλείμματα, ανέλπιστες, νέες εκκινήσεις, στιγμές αυτονομίας και αυτό ακριβώς το διφορούμενο είναι που καθιστά τη βιογραφία ένα τόσο ενδιαφέρον κοινωνικό φαινόμενο για μια στρατηγική κατασκευής εννοιών. Δεν είναι τα θεωρητικά αποτελέσματα της κοινωνιολογίας ή της παιδαγωγικής, ούτε οι διάφορες θεωρήσεις περί ταυτότητας και κοινωνικοποίησης, αλλά η κοινωνική πραγματικότητα που ενυπάρχει στις σύγχρονες βιογραφίες, η οποία δημιουργεί την παραγωγική ένταση ανάμεσα στην προοπτική του υποκειμένου και της δομής, – απαραίτητες και οι δύο για την έρευνα στον τομέα της επιμόρφωσης ενηλίκων.

σφσ

3. Η «κοινότοπη» ιστορία ζωής

παραμυθοφιγούρεςΠου μπορούμε να βρούμε αυτή την «πραγματικότητα»; Το πλέον ενδεδειγμένο πεδίο κοινωνικής πρακτικής είναι αυτό της αφηγηματικής ανασυγκρότησης του βίου (life-record); Ωστόσο, η ιδέα να χρησιμοποιούνται ιστορίες ζωής ως κοινωνιολογικό, και πολύ περισσότερο ως εκπαιδευτικό εμπειρικό υλικό προκαλεί διφορούμενα συναισθήματα. Δεν υπάρχει ίσως κανένας άλλος τρόπος συλλογής δεδομένων ο οποίος να πλησιάζει τόσο τις κατασκοπευτικές και ανακριτικές πρακτικές (Fuchs 1979). Αλλά ούτε και υπάρχει κάποια άλλη μέθοδος που να εμφανίζεται πιο καλά επεξεργασμένη.

Είναι οί ιστορίες ζωής «μυθολογίες»; Πότε άλλωτε ο κοινωνικός ερευνητής μπορεί να εγγυηθεί μια κατάσταση με ανοικτό χρονικό ορίζοντα και να συγκεντρωθεί σε βιογραφικές διηγήσεις απολύτως φυσιολογικών ανθρώπων διαθέτοντας απεριόριστο χρόνο και αμείωτο ενδιαφέρον; Αυτό το επιχείρημα προκαλεί από μόνο του κάποιο σκεπτικισμό και ενίοτε πολύ έντονες αμφιβολίες, θα πρέπει ο κοινωνιολόγος να δρα κατά την αφήγηση ως συνομιλητής (Bude); Θα πρέπει να επιτρέψει στην «ιστορία ζωής να μετατραπεί ίσως σε μια κουραστική επανάληψη κωμικών περιστατικών, σε μια σειρά ανεκδότων» (Osterland 1983, σελ. 289, σημ. 12). Είναι σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο ενός «νευρωτικού αφηγητή» ο οποίος «μιλάει, μιλάει, μιλάει» χωρίς να λέει τίποτα στην ουσία (Bude 1984, σελ. 10); Έχει ο επιστήμονας στη διάθεση του εκείνα τα διορθωτικά μέσα, για να αποφασίσει τι είναι «μύθος» και τι «πραγματικότητα», ή θα πρέπει να στηριχτεί σε καθαρές υποθέσεις;

«Ο κοινωνιολόγος, ως αναγνώστης ή ακροατής τέτοιων ιστοριών ζωής, δεν είναι σε θέση να κρίνει αν η περιγραφή της παρελθοντικής ζωής ανταποκρίνεται σε όσα πραγματικά συνέβησαν, ή είναι προϊόν της φαντασίας του υποκειμένου που περιγράφει τη ζωή του όπως θα ήθελε να είναι. Μια αφηγηθείσα ιστορία ζωής είναι και «παρελθοντικό παρόν» και «παροντικό παρελθόν». Η προσπάθεια να ανασυνθέσουμε τη μνήμη του παρελθόντος γίνεται «αναδρομική αυταπάτη», η οποία καθορίζεται εξίσου από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όταν κάποιος διηγείται μια ιστορία ζωής, δεν είναι μόνο το πρόσωπο που υπήρξε στο παρελθόν, αλλά και αυτό που θα ήθελε να είναι (στο μέλλον). Η αφηγηθείσα ιστορία ζωής μετατρέπεται σε παρουσίαση της αυτό-εικόνας κάποιου, η οποία εξυπηρετεί στο να προστατέψει την ταυτότητα του συγκεκριμένου υποκειμένου, μια «οντολογία του εαυτού του, μια μυθολογία» (Osterland 1983, σελ. 285).

Ο Osterland δεν έχει εντελώς άδικο. Οι «μυθολογίες» και οι «αναδρομικές αυταπάτες» είναι πιθανόν ενδιαφέρουσες για την αφηγηματική έρευνα ή για την ψυχανάλυση αλλά όχι για την κοινωνιολογία ή ακόμα περισσότερο για την επιμόρφωση ενηλίκων. Η μη χρονική σύμπτωση, όμως, του γεγονότος και της ανάμνησης του συνεπάγεται υποχρεωτικά την παραγωγή μύθου; Φυσικά θα ήταν προβληματικό να υποστηρίξουμε ότι η μνήμη των ανθρώπων λειτουργεί ως μηχανισμός εγγραφής, και ότι όταν περιγράφουν τη βιογραφία τους «αραδιάζουν» πιστά όλα, όπως πραγματικά συνέβησαν. Η αναγνώριση, όμως, αυτού του γεγονότος αποτελεί ικανό λόγο, για να αγνοήσουμε τις αφηγηθείσες ιστορίες ζωής ως απλές «οντολογίες» του εαυτού; Το γεγονός ότι πολύ συχνά οι ενήλικες εκλαμβάνουν τόπους και εικόνες πολύ διαφορετικά από τις αντίστοιχες αναμνήσεις της παιδικής τους ηλικίας, (Osteland 1983, σελ. 283) λειτουργεί ως ένδειξη ότι οι αναμνήσεις εξαπατούν; Αναμφίβολα, έχουμε εσωτερικεύσει κάποιες καταστάσεις στην παιδική μας ηλικία διαφορετικά απ’ ότι τις βλέπουμε σήμερα. Το σχολείο και η εκκλησία πιθανότατα φάνταζαν πολύ πιο σπουδαία τότε απ’ ότι σήμερα. Οι αυλές και τα πάρκα, οι οποίες κάποτέ μας ενθουσίαζαν, σήμερα έχουν χάσει το ρομαντισμό τους. Τυγχάνουν, όμως, και οι δυο, προοπτικές του κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος; Ή μήπως το απλό γεγονός της μεταξύ τους διαφοράς αποτελεί ήδη ένα δείκτη της έλλειπούς ακρίβειας της μνήμης; Οπωσδήποτε, υπάρχουν παραδοσιακές μορφές βιογραφικής γνώσης οι οποίες εμπεριέχουν ένα βαθμό «μυθοπλασίας» – π.χ τα έντυπα αιτήσεων, οι έπαινοι, τα αγγελτήρια θανάτου, ή τα λογοτεχνικά ενθημήματα (Fuchs 1984, σελ. 77κ.ε). Μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι αυτές οι παραδοσιακές μορφές δεν υπόσχονται καμιά αυθεντική πληροφόρηση σχετικά με την τροχιά ζωής. Μας δίνουν, κυρίως, πληροφορίες για τις κοινωνικές καταστάσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται τέτοιες μορφές. Κανείς δε θα σκεφτόταν να τις χρησιμοποιήσει ως αποδείξεις ενάντια στην αυθεντικότητα της ανάμνησης.

Οι αντιρρήσεις του Osterland, λοιπόν, έχουν περιορισμένη μόνο σχέση με την σημαντικότητα των βιογραφικών αφηγήσεων από κοινωνιολογική σκοπιά. Η κριτική του πάνω στην υποτιθέμενη «μύθευση της τροχιάς ζωής» αναπαραγάγει την αυταπάτη ότι κάποιος μπορεί να αφηγηθεί τις εμπειρίες και τα γεγονότα του παρελθόντος με μια χρονικά ουδέτερη γλώσσα περιγραφής, και ότι εκείνοι που παρέχουν βιογραφικές αφηγήσεις παρουσιάζουν επιστημονικό ενδιαφέρον μόνο, αν ταυτόχρονα λειτουργούν ως χρονολόγοι της ζωής τους. Η άρρητη αυτή υπόθεση, φυσικά, είναι πολύ αμφισβητήσιμη ως προς τη φύση της αλλά και στους όρους θεμελίωσης της. Επιπλέον, στερείται κάθε ενθουσιασμού από κοινωνιολογική ή ιστορική άποψη.

«Ο ιδανικός χρονολόγος δεν είναι σε θέση να περιγράψει προθετικές δράσεις, διότι αυτό προϋποθέτει την πρόβλεψη των γεγονότων πέρα από τη στιγμή της παρατήρησης. Δεν μπορεί να παράγει αιτιακές σχέσεις, γιατί τότε κάθε γεγονός θα έπρεπε να είναι αναδρομικά περιγράψιμο – η παρατήρηση ενός χρονικά διαδοχικού γεγονότος είναι η αναγκαία προϋπόθεση, για να πιστοποιηθεί ένα προηγούμενο γεγονός, όπως και η αιτία του. Ο χρονολόγος δεν μπορεί να αφηγηθεί μια απλή ιστορία, γιατί οι σχέσεις μεταξύ γεγονότων με διαφορετικό χρονικό δείκτη ξεφεύγουν από την παρατήρηση – δεν μπορεί να διακρίνει την αρχή, την κρίση και το τέλος συγγενικής δράσης, γιατί στερείται κάθε προοπτικής για μια πιθανή ερμηνεία» (Habermas 1967, σελ. 162κ.ε).

Η παραπάνω περιγραφή, την οποία ο Habermas δανείζεται από τον Danto, είναι πολύ χρήσιμη. Καθιστά σαφές ότι ο «ιδανικός χρονολόγος», αν υπήρχε κάτι τέτοιο, είναι πιθανότερο να θεωρηθεί ήσσονος σημασίας για την κοινωνιολογία και την ιστορία και σε κάθε περίπτωση πολύ λιγότερο ενδιαφέρον απ’ ότι ένας αφηγητής βιογραφίας, ο οποίος πραγματικά επωφελείται από την «προοπτική πιθανής ερμηνείας» γεγονότων του παρελθόντος. Το ερώτημα που προκύπτει άμεσα είναι από πού εκπηγάζει αυτή η οπτική γωνία. Η παρατήρηση του Osterland ότι η αφηγηματική κατάσταση καθαυτή καθορίζει τη διαδικασία της μνήμης σ’ένα μεγάλο βαθμό (1983, σελ. 281κ.ε) δεν μπορεί να απορριφθεί. Είναι ήδη γνωστό, εδώ και αρκετό καιρό, ότι το πρόσωπο το οποίο εκδηλώνει ενδιαφέρον για την ατομική ζωή αποτελεί το ίδιο έναν επίσης αποφασιστικό παράγοντα. Γνωρίζουμε ότι το φύλο αυτού/ης που παίρνει τη συνέντευξη παίζει κάποιο ρόλο, όπως σημαντικός επίσης παράγοντας είναι η παρουσία ή απουσία μελών της οικογένειας κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Οι κοινωνικές καταστάσεις δεν είναι παραδείγματα «επαρχιώτικης αθωότητας» (Goffman). Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η γενικότερη παιδεία του αφηγητή καθώς και η θέση του στην κοινωνική ιεραρχία τη στιγμή της ενθύμησης δεν είναι καθόλου άσχετα. Ο Daniel Bertaux έχει επισημάνει πολλές φορές ότι οι αρτοποιοί τους οποίους μελέτησε στην εργασία του ανακάλεσαν στο νου τους την περίοδο μαθητείας τους με τελείως διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το αν παρέμειναν έμμισθοι υπάλληλοι μέχρι το τέλος της σταδιοδρομίας τους ή αν κατόρθωσαν να οργανώσουν κάποια στιγμή τη δική τους επιχείρηση. (Bertaux & Bertaux -Wiame 1980, σελ. 111).

Η αναφορά, όμως, στην παρούσα κατάσταση (Rehbein 1982) δεν έχει παρά μια μόνο πλευρά. Χαρακτηρίζει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής σχετίζει τον εαυτό του/της με τις εμπειρίες τις οποίες έχει βιώσει (ή του/της συνέβησαν) καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τις επεξεργάζεται. Οποιοδήποτε βίωμα δε θα παραμείνει το ίδιο για πάντα, αλλά θα αλλάξει μέσα από την αλληλεπίδραση με νέες εμπειρίες. Η θέση του μέσα στο οικοδόμημα της βιογραφικά ταξινομημένης εμπειρίας θα αλλάξει. Είναι περιττό να τονίσουμε ότι, για να γίνει αυτό, δεν επαρκεί μόνο το υποκείμενο αλλά και τα πραγματικά γεγονότα, τα εμπόδια, οι άνθρωποι κτλ. Δε συλλέγουμε εμπειρία σε «αυτόνομες περιοχές», ούτε αναδομούμε αυθαίρετα το οικοδόμημα της εμπειρίας. Η «εμπειρία» δημιουργείται σε τελική ανάλυση από την «υλική ζωή», δομείται ανάλογα με την κοινωνική τάξη και συνεπώς καθορίζει την «κοινωνική συνείδηση» (Thomson 1980, σελ. 233). Κι αυτό, γιατί οι διαστάσεις της εμπειρίας οι οποίες μπορούν να πραγματωθούν μέσα σε μια βιογραφία δεν είναι ούτε αυθαίρετα πολυπληθείς ούτε αυθαίρετα πολύπλοκες. Δε θα αποκτήσουν όλοι οι άνθρωποι την εμπειρία του πώς είναι να δουλεύει κανείς σ’ένα μεγάλο εργοστάσιο και ακόμα λιγότεροι άνθρωποι θα έχουν την ευκαιρία να κάνουν τις διακοπές τους στις Μπαχάμες. Εμπειρία είναι μια διάσταση της «αυτοβιογραφικής μνήμης» η οποία μπορεί να αλλάξει – και κανονικά έχει αλλάξει – αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μια έκφραση καθώς και συστατικό ενός συγκεκριμένου ιστορικού και κοινωνικού βιόκοσμου.

Οποιαδήποτε, λοιπόν, τροχιά ζωής δε θα παράγει μια τυχαία ιστορία ζωής. Η σχέση μεταξύ της «τροχιάς ζωής» (life course) και της ανασυγκρότησης της (life record) είναι στενότερη απ’ότι προτείνει η θεώρηση της ‘μύθευσης’. Η αφήγηση, ως μέσο ανακεφαλαίωσης (recapitulation) συνεπάγεται δεσμεύσεις οι οποίες δεν μπορούν να παραβιαστούν αυθαίρετα (Kallmeyer & Schutze 1977. Schutze 1981, 1982, 1984. Alheit 1994). Οποιοσδήποτε συναινεί να αφηγηθεί τη βιογραφία του, ‘επικυρώνει’ δηλαδή τον αφηγηματικό τρόπο παρουσίασης πραγμάτων, είναι οπωσδήποτε αναγκασμένος να αποδεχτεί κάποιες κανονικότητες (νόρμες) διαντίδρασης, οι οποίες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν η μια την άλλη. Κάθε γεγονός το οποίο είναι άξιο εξιστόρησης, έχει συγκεκριμένα περιγράμματα. Κατέχει μια προϊστορία καθώς και μια ιστορία διαδοχικών αποτελεσμάτων.

[…]

  1. Στην αρχική του μορφή το παρόν άρθρο έχει περιληφθεί, στο Skevos Papaioannou κ.ά. (Eds): Education, Culture and Modernization, Anogia Workbook:, vol. 1 Roskilde University, 1995
  2. Ιδιαίτερα για την περίπτωση των γυναικών, βλ. Levy 1977.

Πηγή: http://www.soc.uoc.gr/

Advertisements