«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του John Tenniel

Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε, εάν η παραφροσύνη και η εχεφροσύνη όντως υπάρχουν; Το ερώτημα αυτό καθαυτό, δεν αποτελεί προϊόν ιδιοτροπίας ή ανοησίας. Όσο κι αν προσωπικά πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε με σιγουριά τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό και το αφύσικο, τα υφιστάμενα στοιχεία από μόνα τους δεν πείθουν. Είναι συνηθισμένο, για παράδειγμα, να διαβάζει κανείς για δίκες δολοφόνων όπου διακεκριμένοι ψυχίατροι καλούνται να τους υπερασπιστούν έναντι παρομοίως διακεκριμένων ψυχιάτρων εκ μέρους της εισαγγελίας, προκειμένου να αποφανθούν για την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου. Γενικότερα, ανακαλύπτει κανείς ένα μεγάλο όγκο αλληλοσυγκρουόμενων στοιχείων ως προς την αξιοπιστία, τη χρησιμότητα και το νόημα όρων όπως η “ψυχική υγεία”, η “παραφροσύνη”, η “διανοητική διαταραχή” και η “σχιζοφρένεια”. Άλλωστε, από το 1934 ήδη, ο Benedict είχε υποστηρίξει ότι τόσο η έννοια του φυσικού, όσο και του αφύσικου δεν αποτελούν μια καθολική αλήθεια σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό που σε μια κουλτούρα θεωρείται φυσικό, ενδέχεται σε μια άλλη να αντιμετωπίζεται ως απόκλιση. Έτσι, οι έννοιες του φυσικού και του αφύσικου, ενδέχεται να μην είναι τόσο ακριβείς όσο πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Το να θέτει κανείς ερωτήματα για το τι θεωρείται φυσιολογικό και τι αφύσικο, δε σημαίνει ότι αμφισβητεί το γεγονός ότι κάποιες συμπεριφορές θεωρούνται αφύσικες ή αλλόκοτες. Ο φόνος συνιστά αποκλίνουσα συμπεριφορά. Παρομοίως, οι παραισθήσεις είναι κάτι ασυνήθιστο. Κι επίσης, δεν θέτει κανείς τέτοια ζητήματα για να απορρίψει την ύπαρξη εκείνη τη μορφή ψυχικής οδύνης που περιγράφουμε ως “πνευματική διαταρραχή”.

Το άγχος και η κατάθλιψη αποτελούν υπαρκτά φαινόμενα. Το ίδιο ισχύει και για τον ψυχικό πόνο. Αλλά το φυσικό και το αφύσικο, η εχεφροσύνη και η παραφροσύνη, καθώς και όλες οι διαγνώσεις που απορρέουν από αυτά, ενδέχεται να είναι λιγότερο αντικειμενικές απ’ όσο πιστεύουμε. Η ουσία του ζητήματος – κατά πόσο δηλαδή μπορεί να διακρίνει κανείς το λογικό απ’ το παράλογο (και αν παρομοίως μπορεί να ορίσει κανείς διαφορετικά επίπεδα παραφροσύνης) – είναι απλή: τα βασικά χαρακτηριστικά που οδηγούν σε διάγνωση οφείλουν να εντοπίζονται αποκλειστικά στους ασθενείς ή και στα περιβάλλοντα και τα πλαίσια, εντός των οποίων κινούνται οι πρώτοι;… Ως τώρα υπήρχε μια διαδεδομένη αντίληψη, ότι οι ασθενείς παρουσιάζουν συμπτώματα, τα συμπτώματα αυτά μπορούν να κατηγοροποιηθούν κι άρα εμμέσως ότι μπορεί κανείς να ξεχωρίσει ποιός είναι εχέφρονας και ποιός παράφρονας. Όμως τελευταία, η αντίληψη αυτή υπόκειται σε αμφισβήτηση… Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι οι ψυχολογικές κατηγοριοποιήσεις σε ό,τι αφορά την πνευματική υγεία είναι στην καλύτερη περίπτωση άχρηστες και εντελώς επιβλαβείς· παραπλανητικές και υποτιμητικές στη χειρότερη. Υπό την έννοια αυτή, οι ψυχιατρικές διαγνώσεις, σχετίζονται περισσότερο με αυτόν που παρατηρεί και άρα δεν αποτελούν μια έγκυρη σύνοψη των χαρακτηριστικών που παρουσιάζει ο παρατηρούμενος.

Αν επεδίωκε κανείς την εισαγωγή υγιών ανθρώπων (το οποίο σημαίνει, ανθρώπων που δεν παρουσίασαν ποτέ συμπτώματα σοβαρών ψυχιατρικών διαταρραχών) σε ψυχιατρεία και στη συνέχεια προσπαθούσε να εξακριβώσει κατά πόσο διαγνώστηκαν ως εχέφρονες ή παράφρονες και βάσει ποιάς μεθόδου, τότε τα κέρδη μας θα ήταν πολλαπλά, καθώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιές από τις κατηγοριοποιήσεις αυτές είναι ακριβείς και ποιές όχι. Εάν μπορούσε κανείς να διαγνώσει μ’ επιτυχία όλα τα περιστατικά ψευδοασθενών, τότε θα διαθέταμε εκ των πραγμάτων τα αποδεικτικά στοιχεία εκείνα βάσει των οποίων μπορεί κανείς να ξεχωρίσει έναν εχέφρονα σε πλαίσια όπου βασιλεύει η παράνοια.

Αν, από την άλλη πλευρά, η φρόνηση των ψευδοασθενών δεν ανακαλυπτόταν ποτέ, όσοι υποστηρίζουν παραδοσιακές προσεγγίσεις στην ψυχιατρική διάγνωση, θα δυσκολεύονταν πάρα πολύ. Με δεδομένη την εξειδίκευση του προσωπικού στα ψυχιατρικά νοσοκομεία, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι ψευδοασθενείς συμπεριφέρονταν εντός ψυχιατρείου το ίδιο λογικά όσο και εκτός και ότι ουδέποτε είχε προταθεί ο εγκλεισμός τους σε ψυχιατρείο στο παρελθόν, ένα αποτέλεσμα όπως το παραπάνω θα όφειλε να υποστηρίξει την άποψη ότι η ψυχιατρική διάγνωση έχει λίγα να πει για τον ίδιο τον ασθενή, αλλά πάρα πολλά για τον περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η παρατήρηση αυτού.

Το άρθρο αυτό περιγράφει ένα τέτοιο πείραμα. 8 εχέφρονες άνθρωποι κατάφεραν να εισαχθούν κρυφά σε 12 διαφορετικά ψυχιατρεία. Οι διαγνώσεις τους υπό τη μορφή βιωμάτων συνιστούν τα δεδομένα του πρώτου τμήματος του άρθρου αυτού, ενώ το υπόλοιπο αφιερώνεται σε μια περιγραφή των εμπειριών τους εντός των ψυχιατρικών ιδρυμάτων…

Οι Ψευδοασθενείς & οι Τόποι Εγκλεισμού Τους

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του Arthur Rackham

Οι 8 ψευδοασθενείς αποτελούσαν μια ετερόκλητη ομάδα. Ένας εξ αυτών είχε σπουδάσει ψυχολογία κατά τη δεκαετία του 1920. Οι υπόλοιποι 7 ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία και κοινωνικά “εδραιωμένοι”. Ανάμεσά τους υπήρχαν τρεις ψυχολόγοι, ένας παιδίατρος, ένας ψυχίατρος, μία ζωγράφος και μια νοικοκυρά. Τρεις από τους ψευδοασθενείς ήταν γυναίκες και πέντε ήταν άντρες. Όλοι τους χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα, προκειμένου ν’ αποφύγουν να έρθουν σε δύσκολη θέση κάποια στιγμή αργότερα, εάν γινόταν γνωστή η υποτιθέμενη διάγνωσή τους. Όσοι εξ αυτών δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ψυχικής υγείας δήλωσαν άλλη επαγγελματική ιδιότητα, προκειμένου να αποφύγουν διακριτική μεταχείριση εκ μέρους του προσωπικού – υπό την έννοια της αβροφροσύνης ή της περίσκεψης – προς αυτούς που θα θεωρούσαν πάσχοντες συναδέλφους.

Εκτός από εμένα τον ίδιο (ήμουν ο πρώτος ψευδοασθενής και η παρουσία μου ήταν γνωστή στο διαχειριστή του ψυχιατρείου και τον προϊστάμενο ψυχολόγο, αλλά απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, σε κανέναν άλλο) η παρουσία των ψευδοασθενών και η φύση του ερευνητικού προγράμματος παρέμεινε κρυφή στο προσωπικό των ψυχιατρείων.

Παρομοίως, οι τόποι εγκλεισμού ποικίλαν εξίσου. Προκειμένου να μπορούμε να γενικεύσουμε τα αποτελέσματα, επιδιώξαμε την εισαγωγή σε διαφορετικά μεταξύ τους ψυχιατρεία. Τα 12 ψυχιατρεία του δείγματος βρίσκονταν σε πέντε διαφορετικές τοποθεσίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής. Κάποια εξ αυτών ήταν παλιά και παρηκμασμένα, άλλα ήταν νέα. Μερικά προσανατολίζονταν στην έρευνα, άλλα όχι. Κάποια διέθεταν ιδανικές αναλογίες τροφίμων-προσωπικού, αλλά ήταν ανεπαρκώς στελεχωμένα. Μόνο ένα εξ αυτών ήταν εξ ολοκλήρου ιδιωτικό. Όλα τα άλλα υποστηρίζονταν είτε από το κράτος, είτε με ομοσπονδιακούς πόρους ή – σε μία περίσταση – από πανεπιστημιακά κονδύλια.

Έχοντας καλέσει το ψυχιατρείο για να κλείσουν ένα ραντεβού, ο ψευδοασθενής έφτανε στο γραφείο εισαγωγής, παραπονούμενος ότι ακούει φωνές. Όταν τον ρωτούσαν τι είδους φωνές ήταν αυτές, απαντούσε ότι δεν του είναι ξεκάθαρο, αλλά απ’ όσο μπορεί να πει του φαινόταν ότι έλεγαν τις λέξεις “άδειο”, “απατηλό” και “πνιγμένο”. Οι φωνές δεν ήταν οικείες, αλλά ανήκαν στο ίδιο φύλο με τον εκάστοτε ψευδοασθενή…

Πέραν των ψευδών ισχυρισμών ως προς τα συμπτώματα και τα προσωπικά στοιχεία (ονοματεπώνυμο κι επαγγελματική ιδιότητα), δεν υπήρξε καμμία τροποποίηση της ιστορίας ή των προσωπικών περιστάσεων κάθε ατόμου. Τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή κάθε ψευδοασθενούς παρουσιάζονταν όπως πραγματικά συνέβησαν. Οι σχέσεις με τους γονείς και τ’ αδέρφια, το έτερο ήμισυ και τα παιδιά, με συναδέλφους στη δουλειά ή τους συμμαθητές [παλιότερα] στο σχολείο, με μόνη εξαίρεση τα προαναφερθέντα στοιχεία, περιγράφονταν όπως ακριβώς λάμβαναν ή έλαβαν χώρα. Περιγράφηκαν γεγονότα που προκαλούσαν ή είχαν προκαλέσει ματαιώσεις ή αναστάτωση, αλλά και χαρούμενα γεγονότα ή γεγονότα που είχαν αποφέρει ικανοποίηση. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε τις πληροφορίες αυτές. Διότι αν μη τι άλλο, θα όφειλαν να προϊδεάσουν έντονα τα επακόλουθα αποτελέσματα προκειμένου να καταλήξει κανείς σε μία θετική διάγνωση περί ψυχικής υγείας, αφού κανένα εκ των ιστορικών ή των συμπεριφορών αυτών δεν θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ κάποιας σοβαρής παθολογίας κατά οποιονδήποτε τρόπο.

Αμέσως μετά την εισαγωγή τους στο ψυχιατρικό τμήμα, οι ψευδοασθενείς έπαυαν να παρουσιάζουν οποιοδήποτε σύμπτωμα ή ανωμαλία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπήρξε μια σύντομη περίοδος ελαφράς νευρικότητας κι αγωνίας, καθώς κανείς εκ των ψευδοασθενών δεν πίστευε ότι ήταν πράγματι δυνατό να εισαχθεί τόσο εύκολα σε ένα ψυχιατρείο.

Για την ακρίβεια, μοιράζονταν τον ίδιο φόβο, ότι η απάτη τους θα αποκαλυψθεί άμεσα κι ότι θα νιώσουν μεγάλη ντροπή. Επιπλέον, οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν επισκεφτεί ποτέ τους το ψυχιατρικό τμήμα οποιουδήποτε νοσοκομείου και όσοι είχαν, ένιωθαν έναν αυθεντικό φόβο για το τι μπορεί να τους συμβεί. Η νευρικότητά τους, τότε, αν και απόλυτα κατανοητή δεδομένου του νοσοκομειακού πλαισίου, σύντομα καταλάγιασε. Πέραν αυτής της σύντομης σε διάρκεια νευρικότητας, οι ψευδοασθενείς συμπεριφέρονταν στη μονάδα όπως συμπεριφέρονται συνήθως. Μιλούσαν στους άλλους ασθενείς και το προσωπικό όπως μιλούν συνήθως. Κι επειδή είναι πολύ λίγα αυτά που μπορεί να κάνει κανείς σε μια ψυχιατρική πτέρυγα, επεδίωκαν να πιάσουν κουβέντα με τους άλλους. Όταν το προσωπικό ρώτησε έναν από τους ψευδοασθενείς πως αισθάνεται, απάντησε πως είναι καλά και δεν είχε πλέον το παραμικρό σύμπτωμα. Ανταποκρινόταν στις οδηγίες των νοσηλευτών, λάμβανε κανονικά τη φαρμακευτική αγωγή (την οποία όμως δεν κατάπινε) κι ακολουθούσε τους κανόνες του χώρου σίτισης. Πέραν των δραστηριοτήτων που παρέχονταν στην ψυχιατρική πτέρυγα, περνούσε το χρόνο του καταγράφοντας τις παρατηρήσεις του για το χώρο, τους ασθενείς και το προσωπικό. Αρχικά, οι σημειώσεις αυτές γράφονταν “στα κρυφά”, αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι κανείς δε νοιαζόταν πολύ για το τι έγραφε κι ως αποτέλεσμα συνέχισε να γράφει σε συνηθισμένα φύλλα χαρτιού και σε δημόσιους χώρους, όπως το σαλόνι. [Όπως και οι υπόλοιποι ψευδοασθενείς] δεν επιχείρησε ξανά να αποκρύψει τη δραστηριότητα αυτή.

Οι ψευδοασθενείς, όπως συμβαίνει και με τους πραγματικούς ασθενείς των ψυχιατρείων, εισάγονταν στο χώρο δίχως να γνωρίζουν εκ των προτέρων πότε θα τους επιτραπεί να φύγουν. Σε κάθε έναν εξ αυτών είχε ειπωθεί εξ αρχής ότι οφείλουν ν’ αναπτύξουν την προσωπική τους στρατηγική, προκειμένου να πείσουν το προσωπικό ότι είναι υγιείς. Το ψυχολογικό στρες που συνόδευε την εισαγωγή τους ήταν αρκετά έντονο και όλοι, πλην ενός, επιθυμούσαν να τους επιτραπεί να φύγουν αμέσως μετά την εισαγωγή τους. Έτσι, δεν είχαν μόνο ως στόχο να συμπεριφέρονται λογικά, αλλά και να αποτελέσουν υποδείγματα συνεργασίας. Το ότι η συμπεριφορά τους δεν ήταν κατά κανένα τρόπο αποδιοργανωτική επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές των νοσηλευτών, τις οποίες έλαβαν οι περισσότεροι εκ των ασθενών. Οι αναφορές αυτές, αναφέρουν με παρόμοιο τρόπο ότι οι ασθενείς ήταν “φιλικοί”, “συνεργάσιμοι” και “δεν παρουσίαζαν ενδείξεις αφύσικης συμπεριφοράς”.

Επιδεικνύοντας Φυσιολογική Συμπεριφορά Δε Σημαίνει Ότι Θα Θεωρηθείς Εχέφρων

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του Arthur Rackham

Οι ψευδοασθενείς, παρόλες τις δημόσιες “επιδείξεις” της φυσιλογικότητάς τους, δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Εισήχθησαν – πλην ενός – με τη διάγνωση της σχιζοφρένειας και έλαβαν εξιτήριο με διάγνωση σχιζοφρένειας “σε ύφεση”. Ο χαρακτηρισμός περί “ύφεσης” δεν θα έπρεπε κατά κανένα τρόπο να απορριφθεί ως μία επιπλέον τυπικότητα, καθώς κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους δεν είχε εκφραστεί τεθεί το παραμικρό ερώτημα για οποιαδήποτε μορφή συμπεριφοράς προσποιούνταν οι ψευδοασθενείς. Ούτε υπάρχουν οι παραμικρές ενδείξεις στα αρχεία του ψυχιατρείου που να υποδηλώνουν υποψίες για την κατάσταση των ψευδοασθενών. Για την ακρίβεια, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι από τη στιγμή που ένας ψευδοασθενής κατηγοριοποιείται ως σχιζοφρενής, ο χαρακτηρισμός του μένει. Προκειμένου φυσικά ο ψευδοασθενής να λάβει εξιτήριο, θα έπρεπε η κατάστασή του να βρίσκεται “σε ύφεση”, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θεωρούνταν πως έχει σώας τα φρένας, ούτε πως – κατά την άποψη του ιδρύματος – υπήρξε ποτέ εχέφρων. Η γενικευμένη αποτυχία αναγνώρισης της φρόνησης δεν έχει να κάνει με την ποιότητα των ψυχιατρικών ιδρυμάτων… Ούτε θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς ότι απλώς δεν επαρκούσε ο χρόνος παρατήρησης των ψευδοασθενών. Η διάρκεια της νοσηλείας κυμάνθηκε ανάμεσα στις 7 και τις 52 ημέρες, με ένα μέσο όρο 19 ημερών. Στην πραγματικότητα, οι ψευδοασθενείς δεν βρίσκονταν υπό προσεχτική παρατήρηση, αλλά η αποτυχία αυτή αφορά ξεκάθαρα συγκεκριμένες παραδόσεις εντός των ψυχιατρικών νοσοκομείων και όχι έλλειψη σε ευκαιρίες.

Εν τέλει, κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η αποτυχία αναγνώρισης της φρόνησης που χαρακτήριζε τη συμπεριφορά των ψευδοασθενών σχετίζεται με τον τρόπο που συμπεριφέρονταν. Παρόλο που σίγουρα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια ένταση, οι καθημερινοί τους επισκέπτες δεν διέκριναν σοβαρές συνέπειες [του εγκλεισμού] στη συμπεριφορά τους – το ίδιο ισχύει και για τους άλλους ασθενείς. Οι περισσότεροι ασθενείς εντόπιζαν αμέσως τη φρόνηση που χαρακτήριζε τους ψευδοασθενείς… «Εσύ δεν είσαι τρελός. Είσαι δημοσιογράφος ή καθηγητής [όταν παρατηρούσαν τη συνεχή λήψη σημειώσεων]. Είσαι εδώ για να ελέγξεις το νοσοκομείο.» Ενώ οι περισσότεροι ασθενείς πείθονταν από την επιμονή των ψευδοασθενών ότι ήταν άρρωστοι πριν την εισαγωγή τους, ενώ τώρα ήταν πια καλά, ορισμένοι συνέχισαν να πιστεύουν ότι οι ψευδοασθενείς είχαν εξαρχής αλλά και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους σώας τας φρένας. Το γεγονός ότι οι ασθενείς συνήθως αναγνώριζαν τη φυσιολογικότητα, ενώ το προσωπικό όχι, θέτει κάποια σημαντικά ερωτήματα. Η αποτυχία εντοπισμού της φρόνησης κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ενδεχομένως οφείλεται στο ότι… οι γιατροί έχουν περισσότερο την τάση να αποκαλούν ένα υγιές πρόσωπο άρρωστο… απ’ ότι ένα άρρωστο άτομο υγιές…

Δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψει κανείς για ποιό λόγο συμβαίνει αυτό: είναι σίγουρα πολύ πιο επικίνδυνο να προχωρήσεις σε λανθασμένη διάγνωση της ασθένειας παρά της υγείας. Είναι προτιμότερο να κάνεις λάθος όντας επιφυλακτικός, να υποψιάζεσαι την ασθένεια ακόμη κι ανάμεσα στους υγιείς. Αλλά αυτό που ισχύει στην ιατρική, δεν θα έπρεπε να ισχύει και στην ψυχιατρική. Τα ιατρικά συμπτώματα, αν και θεωρούνται κακοτυχία, δε αντιμετωπίζονται συνήθως υποτιμητικά. Οι ψυχιατρικές διαγνώσεις αντιθέτως, φέρουν στίγμα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο πολιτικών δικαιωμάτων.

Για το λόγο αυτό, θα ήταν σημαντικό να εξετάσει κανείς κατά πόσο θα μπορούσε να αντιστραφεί η τάση διάγνωσης όσων έχουν σώας τα φρένας ως πάσχοντες. Το παρακάτω πείραμα σχεδιάστηκε σε ένα νοσοκομείο που παρέχει εκπαίδευση και εκπονεί έρευνες και του οποίου το προσωπικό, αν και είχε ακουστά παρόμοια ευρήματα, αμφέβαλλε κατά πόσο τέτοια σφάλματα θα μπορούσαν να λάβουν χώρα στο δικό τους νοσοκομείο. Έτσι, πληροφορήθηκε ότι κάποια στιγμή εντός του επόμενου τριμήνου, ένας ή και περισσότεροι ψευδοασθενείς θα επιχειρήσουν να εισαχθούν στην ψυχιατρική πτέρυγα. Κάθε μέλος του προσωπικού ξεχωριστά ζητήθηκε να αξιολογήσει κάθε ασθενή που θα εμφανιζόταν στις εισαγωγές ή στους θαλάμους, λαμβάνοντας υπ’ όψη την πιθανότητα να πρόκειται για έναν από τους ψευδοασθενείς αυτούς…

Ελήφθησαν αξιολογήσεις για 193 ασθενείς που εισήχθησαν για ψυχιατρική θεραπευτική αγωγή. Ζητήθηκαν αξιολογήσεις από όλα τα μέλη του προσωπικού που έρχονταν σε επαφή με τους ανθρώπους αυτούς ή τους παρείχαν πρωτογενή φροντίδα – από νοσηλευτές, ψυχίατρους, γιατρούς και ψυχολόγους. 41 ασθενείς αναγνωρίστηκαν με ιδιαίτερη σιγουριά ως ψευδοασθενείς από ένα τουλάχιστον μέλος του προσωπικού. 23 θεωρήθηκαν πιθανοί ψευδοασθενείς από έναν τουλάχιστον ψυχίατρο. 19 θεωρήθηκαν ύποπτοι από έναν τουλάχιστον ψυχίατρο και ένα τουλάχιστον μέλος του προσωπικού. Στην πραγματικότητα, κανένας αυθεντικός ψευδοασθενής (τουλάχιστον από τη δική μου ομάδα) δεν έκανε την εμφάνισή του κατά το διάστημα της περιόδου αυτής.

Το πείραμα αυτό είναι διδακτικό. Υποδεικνύει ότι η τάση που έχουμε να χαρακτηρίζουμε ψυχικά υγιείς ανθρώπους ως ασθενείς μπορεί να αντιστραφεί όταν το διακύβευμα (στην περίπτωση αυτή το κύρος και η διαγνωστική οξύνοια) είναι υψηλό. Αλλά τί θα μπορούσε να ειπωθεί για τους 19 ανθρώπους τους οποίους τουλάχιστον ένας ψυχίατρος και ένα δεύτερο μέλος του προσωπικού υποψιάζονταν ως “υγιείς”; Ήταν πράγματι οι άνθρωποι αυτοί “υγιείς”;… Δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ένα όμως μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο: οποιαδήποτε διαγνωστική μέθοδος μπορεί να υποπέσει με τέτοια ευκολία σε τόσο μεγάλα λάθη αυτού του είδους δεν θα έπρεπε να θεωρείται ιδιαιτέρως αξιόπιστη.

Η Επιμονή των Ψυχοδιαγνωστικών Χαρακτηρισμών

Πέραν της τάσης να χαρακτηρίζει κανείς τους υγιείς ως ασθενείς – μία τάση η οποία αφορά ως επί τω πλείστον διαγνωστικές στάσεις κατά την εισαγωγή και λιγότερο συμπεριφορές που ακολουθούν μία μακρά περίοδο έκθεσης [του υποκειμένου] σε παρατήρηση – τα στοιχεία αποκαλύπτουν τον τεράστιο ρόλο που διαδραματίζει η απόδοση χαρακτηρισμών κατά την ψυχιατρική εκτίμηση. Από τη στιγμή που ο ψευδοασθενής χαρακτηρίζεται σχιζοφρενής, δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να κάνει ώστε να υπερβεί την ταυτότητα που του αποδόθηκε. Η ταυτότητα αυτή χρωματίζει με έντονο τρόπο την αντίληψη των άλλων γι’ αυτόν και τη συμπεριφορά του.

Κατά μία άποψη, τα δεδομένα αυτά δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσουν, διότι είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι τα στοιχεία αποκτούν νόημα μέσω του πλαισίου στο οποίο κάνουν την εμφάνισή τους… Από τη στιγμή που ένα άτομο χαρακτηρίζεται μη φυσιολογικό, κάθε άλλη συμπεριφορά και χαρακτηριστικό του χρωματίζεται από την “ετικέτα” αυτή. Μάλιστα, επρόκειτο για ένα χαρακτηρισμό τόσο ισχυρό, που πολλές από τις φυσιολογικές συμπεριφορές που επεδείκνυαν οι ψευδοασθενείς παραβλέπονταν ή παρερμηνεύονταν εντελώς. Ίσως κάποια παραδείγματα να βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση του θέματος.

Λίγο νωρίτερα ανέφερα ότι δεν έγιναν αλλαγές στην προσωπική ιστορία και στην τρέχουσα κατάσταση της ζωής των ψευδοασθενών, πέραν του ονόματος και του επαγγέλματός τους. Κατά τ’ άλλα, παρατέθησαν αληθείς περιγραφές της προσωπικής τους ιστορίας και των περιστάσεών τους. Οι περιστάσεις αυτές δεν αποτελούσαν τις περιστάσεις ενός ψυχωτικού. Με ποιό τρόπο λοιπόν θεωρήθηκαν συμβατές με τη διάγνωση της ψύχωσης; Ή κατά ποιό τρόπο οι διαγνώσεις αυτές τροποποιήθηκαν, ώστε να συμφωνούν με τις περιστάσεις της ζωής των ψευδοασθενών, έτσι όπως περιγράφηκαν από αυτούς/ές;

Στο βαθμό που είμαι σε θέση να προσδιορίσω τι συνέβη, οι διαγνώσεις αυτές δεν επηρεάστηκαν κατά κανένα τρόπο από τη σχετική υγεία που χαρακτήριζε τις περιστάσεις στη ζωή των ψευδοασθενών. Αντίθετα, συνέβη το αντίστροφο: η αντίληψη των περιστάσεων αυτών διαμορφώθηκε πλήρως από την εκάστοτε διάγνωση. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της μεταφοράς γίνεται εμφανής στην περίπτωση ενός ψευδοασθενούς που είχε στενή σχέση με τη μητέρα του, ενώ η σχέση του με τον πατέρα του ήταν μάλλον απόμακρη κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας του. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της εφηβείας, αλλά και μεταγενέστερα, δημιούργησε μια στενή φιλία με τον πατέρα του, ενώ με τη μητέρα του αποστασιοποιήθηκε. Η παρούσα σχέση με τη σύζυγό του χαρακτηριζόταν από κοντινότητα και ζεστασιά. Πέρα από κάποιες περιστασιακές στιγμές θυμού, οι τριβές ήταν ελάχιστες. Τα παιδιά σπανίως είχαν τιμωρηθεί σωματικά. Σίγουρα, δεν υπήρχε τίποτε ιδιαίτερα παθολογικό στην ιστορία του… Παρατηρείστε, παρόλ’ αυτά, με ποιό τρόπο μεταφράστηκε η ιστορία του εντός ενός ψυχοπαθολογικού πλαισίου, όπως αναφέρεται στη σύνοψη του περιστατικού, η οποία προετοιμάστηκε κατά τη διαδικασία εξιτηρίου του ασθενούς.

Στη ζωή αυτού του λευκού 39χρονου άντρα… εκδηλώνεται ένα μακρύ ιστορικό αξιόλογων αμφιθυμιών ως προς τις κοντινές σχέσεις, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους κατά την πρώιμη παιδική ηλικία. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας αποστασιοποιείται της κοντινής του σχέσης με τη μητέρα του. Η απόμακρη σχέση του με τον πατέρα περιγράφεται πως εξελίσσεται πολύ έντονα. Η ικανότητα για τρυφερότητα απουσιάζει. Στην επιδίωξή του για συναισθηματικό έλεγχο της συζύγου και των παιδιών του παρεμβάλλονται ξεσπάσματα θυμού και – στην περίπτωση των παιδιών – υφίσταται σωματική τιμωρία. Κι ενώ λέει ότι έχει πολλούς καλούς φίλους, διαισθάνεται κανείς ότι οι σχέσεις μαζί τους διατρέχονται από έντονη αμφιθυμία…

Τα γεγονότα του περιστατικού αυτού παραμορφώθηκαν από το προσωπικό, δίχως να υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, προκειμένου να ανταποκρίνονται σε μια δημοφιλή θεωρία των δυναμικών της σχιζοφρενικής αντίδρασης. Δεν είχε ειπωθεί οτιδήποτε θα μπορούσε να παραπέμπει σε αμφιθυμία ως προς τις σχέσεις με τους γονείς, τη σύντροφο ή τους φίλους… Γίνεται εμφανές, ότι τα νοήματα που αποδίδονται στις φράσεις του (δηλαδή η αμφιθυμία, η αστάθεια ως προς την έκφραση τρυφερότητας) καθορίστηκαν από τη διάγνωση: τη σχιζοφρένεια. Αν ο άντρας είχε χαρακτηριστεί “φυσιολογικός”, θα τους είχε δοθεί ένα εντελώς διαφορετικό νόημα.

Όλοι οι ψευδοασθενείς κρατούσαν δημοσίως πολλές σημειώσεις. Υπό συνηθισμένες συνθήκες, η συμπεριφορά αυτή θα είχε προκαλέσει ερωτηματικά στους παρατηρητές, όπως – για την ακρίβεια – συνέβη με τους ασθενείς. Μάλιστα, θεωρήθηκε σε τέτοιο βαθμό δεδομένο ότι οι σημειώσεις θα προκαλέσουν υποψίες, ώστε να ληφθούν ιδιαίτερες προφυλάξεις προκειμένου να απομακρύνονται από το θάλαμο σε καθημερινή βάση. Αλλά οι προφυλάξεις αυτές αποδείχθηκαν αχρείαστες. Η μοναδική φορά που κάποιο μέλος του προσωπικού αναφέρθηκε στις σημειώσεις, ήταν όταν ένας εκ των ψευδοασθενών ρωτώντας το γιατρό του τι είδους φάρμακα λάμβανε, πήγε να καταγράψει την απάντηση. «Δε χρειάζεται να σημειώνεις» του είπε ο γιατρός ευγενικά. «Αν δυσκολεύεσαι να θυμηθείς, απλώς θα με ξαναρωτήσεις.»

Εάν δεν τέθηκαν ερωτήσεις στους ψευδοασθενείς για τη λήψη σημειώσεων, πώς ερμηνεύτηκε το γράψιμο; Τα αρχεία του νοσηλευτικού προσωπικού για τρεις από τους ασθενείς υποδεικνύουν ότι το γράψιμο αντιμετωπίστηκε ως μία παράμετρος της παθολογικής τους συμπεριφοράς… Με δεδομένο ότι ο ασθενής βρίσκεται στο ψυχιατρείο, θα πρέπει να είναι ψυχολογικά διαταραγμένος. Και με δεδομένη τη διαταραχή του, το συνεχές γράψιμο θα πρέπει ν’ αποτελεί ένδειξή της, πιθανά ως ένα τμήμα ενός συνόλου παρορμητικών συμπεριφορών οι οποίες συχνά συσχετίζονται με τη σχιζοφρένεια.

Ένα αδήλωτο χαρακτηριστικό της ψυχιατρικής διάγνωσης είναι ότι εντοπίζει την πηγή της παρέκκλισης εντός του ατόμου και μόνο σπάνια εντός ενός συμπλέγματος ερεθισμάτων γύρω του. Ως αποτέλεσμα, οι συμπεριφορές που απορρέουν από το περιβάλλον συχνά αποδίδονται λανθασμένα στη διαταραχή του ασθενούς. Για παράδειγμα, μία καλοσυνάτη νοσοκόμα πέτυχε έναν ψευδοασθενή να βηματίζει πάνω-κάτω στους μακριούς διαδρόμους του νοσοκομείου. «Νιώθετε νευρικότητα, κύριε Χ.;», τον ρώτησε. «Όχι, βαριέμαι», της απάντησε.

Οι σημειώσεις που κρατούσαν οι ψευδοασθενείς βρίθουν από συμπεριφορές ασθενών που ερμηνεύονταν με λανθασμένο τρόπο από το καλοπροαίρετο προσωπικό. Αρκετά συχνά, ένας ασθενής θα γινόταν έξαλλος επειδή – είτε με πρόθεση, είτε κατά λάθος – ένιωθε, για παράδειγμα, ότι ένας νοσηλευτής του είχε φερθεί άσχημα. Αν μία νοσοκόμα τύχαινε να βρεθεί μπροστά στη σκηνή, σπάνια θα αναζητούσε, έστω και βιαστικά, ένα έναυσμα γι’ αυτή τη συμπεριφορά εντός του περιβάλλοντος του ασθενούς. Αντίθετα, θα υπέθετε ότι η αναστάτωσή του αποτελούσε μέρος της παθολογίας του και όχι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής του με άλλα μέλη του προσωπικού… Δεν υπήρξε ούτε ένα περιστατικό, όπου το προσωπικό υπέθεσε ότι ευθυνόταν το ίδιο ή η δομή του ιδρύματος για τη συμπεριφορά ενός ασθενούς. Ένας ψυχίατρος, έδειξε μία ομάδα ασθενών που κάθονταν έξω από την είσοδο της καφετέριας μισή ώρα πριν το μεσημεριανό γεύμα. Ανέφερε στην ομάδα των νέων ειδικευομένων ότι αυτή η συμπεριφορά αποτελούσε χαρακτηριστικό της προφορικής εμμονής που παρουσιάζεται στο σύνδρομο. Δεν του φάνηκε πιθανό, ότι πέραν της σίτισης, είχε κανείς να προσδοκεί οτιδήποτε άλλο εντός ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου.

Οι ψυχιατρικοί χαρακτηρισμοί έχουν τη δική τους υπόσταση κι επιρροή. Από τη στιγμή που δημιουργείται η εντύπωση ότι ένας ασθενής είναι σχιζοφρενής, υπάρχει μια προσδοκία ότι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται ως σχιζοφρενής. Όταν πια έχει παρέλθει αρκετός χρόνος, κατά τη διάρκεια του οποίου ο ασθενής δεν έχει κάνει κάτι παράξενο, θεωρείται ότι τα συμπτώματά του βρίσκονται σε ύφεση και μπορεί πλέον να λάβει εξιτήριο. Όμως ο χαρακτηρισμός παραμένει και μετά το εξιτήριο, παράλληλα με μια ανεπιβεβαίωτη πρόβλεψη ότι θα συμπεριφερθεί ως σχιζοφρενής ξανά στο μέλλον. Κατηγοριοποιήσεις αυτού του είδους, τις οποίες αποδίδουν οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, ασκούν επιρροή τόσο στον ασθενή, όσο και στους συγγενείς και φίλους του και κανείς δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται που η διάγνωση λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στο τέλος, αποδέχεται τη διάγνωση ακόμα και ο ίδιος ο ασθενής, μαζί με όλα τα επιπλέον νοήματά της και συμπεριφέρεται ανάλογα …

Αδυναμία κι Αποπροσωποποίηση

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του Arthur Rackham

Η οπτική και η λεκτική επαφή αντικατοπτρίζουν ενδιαφέρον και αναγνώριση της ατομικότητας, ενώ η απουσία τους αποφυγή και αποπροσωποποίηση. Τα στοιχεία που παρουσίασα δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τα ποικίλα καθημερινά περιστατικά, τα οποία αφορούσαν ζητήματα αποφυγής και αποπροσωποίησης. Διαθέτω καταγραφές για ασθενείς που δάρθηκαν από το προσωπικό επειδή είχαν διαπράξει την αμαρτία της προφορικής επαφής με δική τους πρωτοβουλία. Υπήρξα, για παράδειγμα, μάρτυρας ενός περιστατικού όπου ο ασθενής έφαγε ξύλο παρουσία άλλων ασθενών, επειδή πλησίασε ένα νοσηλευτή και του είπε «σε συμπαθώ». Που και που, ασθενείς τιμωρούνταν με σφοδρότητα για πταίσματα με τρόπο που δεν αναλογούσε ούτε και στις πιο ακραίες ερμηνείες του ψυχιατρικού κανόνα. Παρόλα αυτά, φαίνονταν να μην αμφισβητούνται από κανέναν. Η ψυχραιμία χανόταν εύκολα. Ένας ασθενής που δεν είχε ακούσει το κάλεσμα για τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής ήταν αναγκασμένος να υποστεί έντονη επίκριση εφ’ όλης της ύλης, ενώ οι νοσηλευτές της πρωινής βάρδιας συχνά ξυπνούσαν τους ασθενείς φωνάζοντάς τους «άντε γαμ…, σηκωθείτε!»

Ούτε το ατεκμηρίωτο, ούτε τα αντικειμενικά στοιχεία είναι σε θέση να μεταφέρουν τη συντριπτική αίσθηση αδυναμίας που κατακλύψει το άτομο, καθώς βρίσκεται διαρκώς εκτεθιμένο στις απρόσωπες συνθήκες του ψυχιατρικού νοσοκομείου… Η αίσθηση της αδυναμίας είναι ορατή παντού. Ο ασθενής στερείται πολλά από τα νόμιμα δικαιώματά του στο όνομα του ψυχιατρικού εγκλεισμού. Αποστερείται αξιοπιστίας χάριν της ψυχιατρικής διάγνωσης. Η ελευθερία κινήσεών του είναι περιορισμένη. Δεν επιτρέπεται να πάρει ο ίδιος πρωτοβουλία για επαφή με το προσωπικό και επιτρέπεται μόνο να ανταποκρίνεται στη δική τους πρόθεση για επικοινωνία. Η προσωπική ιδιωτικότητα είναι ελάχιστη. Υπάρχει πρόσβαση ανά πάσα στιγμή στους κοιτώνες των ασθενών, ενώ ό,τι έχουν στην κατοχή τους μπορεί να ελεχθεί από οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού για οποιοδήποτε λόγο. Η προσωπική ιστορία και οι οδύνες του είναι προσβάσιμα από οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού (στα οποία συχνά συμπεριλαμβάνονται και οι εθελόντριες/ές ή οι ειδικευόμενες/οι, οι οποίες/οι επιλέγουν να διαβάσουν τους σχετικούς φακέλλους ανεξαρτήτως της θεραπευτικής σχέσης μαζί του). Η προσωπική του υγιεινή, όπως και η αφόδευσή του συχνά αποτελούν αντικείμενο παρατήρησης. Οι τουαλέτες ενδέχεται να μην έχουν πόρτες.

Από καιρό εις καιρό, η αποπροσωποποίηση έφτανε τέτοια επίπεδα που οι ψευδοασθενείς είχαν την αίσθηση ότι ήταν αόρατοι ή αν μη τι άλλο ανάξιοι λόγου. Με την εισαγωγή μας, κι εγώ και οι υπόλοιποι ψευδοασθενείς υποστήκαμε την αρχική σωματική εξέταση που προβλέπεται, σε έναν ημιδημόσιο χώρο όπου τα μέλη του προσωπικού πήγαιναν κι έρχονταν σα να μην ήμασταν εκεί.

Στο θάλαμο, το νοσηλευτικό προσωπικό εξύβριζε ή κάποιες φορές κακοποιούσε σωματικά ασθενείς παρουσία άλλων ασθενών που τους παρατηρούσαν, μερικοί εκ των οποίων (οι ψευδοασθενείς) εμφανώς κατέγραφαν τα πάντα. Από την άλλη, η κακοποιητική συμπεριφορά σταματούσε αμέσως μόλις εμφανιζόταν κάποιο άλλο μέλος του προσωπικού. Τα μέλη του προσωπικού θεωρούνταν αξιόπιστοι μάρτυρες. Οι ασθενείς όχι.

Μια νοσοκόμα ξεκούμπωσε τη στολή της για να προσαρμόσει καλύτερα το στηθόδεσμό της μέσα σε ένα θάλαμο φίσκα με άντρες, οι οποίοι την παρατηρούσαν καλά-καλά. Κανείς δεν είχε την αίσθηση ότι προσπαθούσε να τον αποπλανήσει. Για την ακρίβεια, δεν μας πρόσεχε καν. Με τον ίδιο τρόπο, μία ομάδα μελών του προσωπικού ενδέχεται να δείχνει ένα συγκεκριμένο ασθενή στο δωμάτιο ημέρας και να συζητά έντονα γι’ αυτόν σαν ο τελευταίος να ήταν απών. Ένα κατατοπιστικό παράδειγμα αποπροσωποποίησης κι αφάνειας αφορά τη φαρμακευτική αγωγή. Οι ψευδοασθενείς έλαβαν προς κατάποση 2100 χάπια… Κατάπιαν μόνο δύο εξ αυτών. Τα υπόλοιπα είτε τα έκρυψαν στις τσέπες τους, είτε τα πέταξαν στις τουαλέτες. Οι ψευδοασθενείς δεν ήταν οι μόνοι που ακολουθούσαν αυτή την πρακτική. Παρόλο που δε διαθέτω ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των ασθενών που πετούσαν τα χάπια τους, οι ψευδοασθενείς ανακάλυπταν συχνά τη φαρμακευτική αγωγή άλλων ασθενών στη λεκάνη της τουαλέτας, όπου κατευθύνονταν και οι ίδιοι για να ξεφορτωθούν τη δική τους δόση. Όσο παρέμεναν συνεργάσιμοι – όπως συνέβαινε και με άλλα σημαντικά ζητήματα – παρέμεναν εντελώς απαρατήρητοι. Οι αντιδράσεις μεταξύ των ψευδοασθενών γι’ αυτή την κατάσταση αποπροσωποίησης ήταν έντονες. Παρόλο που είχαν έρθει στο ψυχιατρείο ως συμμετοχικοί παρατηρητές και είχαν πλήρη αίσθηση ότι δεν “ανήκουν” [στο συγκεκριμένο πεδίο], ανακάλυπταν παρόλ’ αυτά τον εαυτό τους παγιδευμένο σε μια διαδικασία αποπροσωποίησης, την οποία αντιμάχονταν όπως μπορούσαν.

Οι Συνέπειες των Διαγνώσεων και της Αποπροσωποίησης

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του Arthur Rackham

Κάθε φορά που η αναλογία ανάμεσα σε αυτό που είναι γνωστό και αυτό που χρειάζεται να γίνει γνωστό αγγίζει το μηδέν, τείνουμε να επινοούμε τη “γνώση”, προσποιούμενοι ότι καταλαβαίνουμε περισσότερα απ’ ότι πραγματικά αντιλαμβανόμαστε. Φαίνεται να είμαστε ανίκανοι να παραδεχθούμε ότι απλώς δεν γνωρίζουμε. Οι ανάγκες για διάγνωση κι αποκατάσταση διαταραχών στη συμπεριφορά και το συναίσθημα είναι τεράστιες. Αλλά αντί να παραδεχθούμε ότι μόλις αρχίζουμε να κατανοούμε, συνεχίζουμε να κατηγοριοποιούμε τους ασθενείς ως “σχιζοφρενείς”, “μανιοκαταθλιπτικούς” και “παρανοϊκούς”, σα να μπορούσαν οι λέξεις αυτές να περιγράψουν την ουσία της κατανόησης. Γεγονός είναι, ότι εδώ και καιρό γνωρίζουμε πως οι διαγνώσεις είναι συχνά άχρηστες ή αναξιόπιστες, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε. Γνωρίζουμε πλέον ότι δεν είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε την εχεφροσύνη από την παράνοια. Το να γνωρίζει όμως το πως μπορεί να αξιοποιηθούν αυτές οι πληροφορίες μόνο κατάθλιψη μπορούν να προκαλέσουν.

Και όχι απλώς κατάθλιψη, αλλά φόβο. Πόσοι είναι οι άνθρωποι που αν και με σώας τα φρένας, αναρωτιέται κανείς, βρίσκονται εγκλεισμένοι σε ψυχιατρικά ιδρύματα; Πόσοι δεν έχουν απωλέσει άνευ λόγου τα προνόμια της ιδιότητας του πολίτη: ξεκινώντας από το δικαίωμα ψήφου και μέχρι του δικαιώματος να οδηγούν ή να χειρίζονται οι ίδιοι τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους; Πόσοι δεν έχουν υποκριθεί παράνοια προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες της εγκληματικής συμπεριφοράς τους και αντίθετα, πόσοι δεν θα προτιμούσαν να δικαστούν παρά να ζήσουν μια αιωνιότητα σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο – κι εμείς σε κάθε περίπτωση πιστεύουμε λανθασμένα ότι είναι ψυχικά ασθενείς; Πόσοι δεν έχουν στιγματιστεί από καλοπροαίρετες, πλην όμως λανθασμένες, διαγνώσεις;… Τα λάθη σε ό,τι αφορά ψυχιατρικές διαγνώσεις σπάνια ανακαλύπτονται. Η διάγνωση όμως παραμένει ως μία παντοτινή ένδειξη της ανεπάρκειάς μας.

Εν τέλει, πόσοι ασθενείς ενδέχεται να θεωρούνται “εχέφρονες” εκτός των ψυχιατρικών νοσοκομείων, αλλά παρανοϊκοί μέσα σ’ αυτά – όχι επειδή εντός τους κατοικεί η τρέλα, αλλά επειδή ως έχουν τα πράγματα χρειάστηκε να ανταποκριθούν σε ένα αλλόκοτο πλαίσιο με διαφορετικό πλην όμως ακατανόητο τρόπο σύμφωνα με τα ιδρύματα εκείνα που περιθάλπουν ανθρώπους του “κάτω κόσμου”; Ο Goffman ονομάζει τη διαδικασία κοινωνικοποίησης εντός τέτοιων ιδρυμάτων “ταπείνωση” – μια εύστοχη μεταφορά, η οποία συμπεριλαμβάνει εκείνες τις διαδικασίες αποπροσωποποίησης που περιγράφηκαν κι εδώ. Και παρόλο που είναι αδύνατο να γνωρίζουμε κατά πόσο οι αντιδράσεις των ψευδοασθενών στις διαδικασίες αυτές είναι χαρακτηριστικές όλων των εγκλείστων – οι πρώτοι δεν ήταν εξάλλου πραγματικοί έγκλειστοι – είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ως διαδικασίες κοινωνικοποίησης εντός ενός ψυχιατρικού νοσοκομείου παρέχουν πράγματι χρήσιμες δεξιότητες ή στάσεις για να ζήσει κανείς στον “πραγματικό κόσμο”.

Πηγή: Rosenham David (1973:250-258) ON BEING SANE IN INSANE PLACES, Science Journal, Vol. 179 (Nr 4070). doi:10.1126/science.179.4070.250.

«Alice in Wonderland» σε εικονογράφηση του Arthur Rackham

Advertisements