Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας που πίστευε πως η γυναίκα του ποτέ δεν εργαζόταν στο σπίτι αρκετά. Συχνά, λοιπόν, αγρίευε μαζί της.

Κάποιο βράδυ, γυρίζοντας από το χωράφι, οργίστηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

«Είσαι τεμπέλα», της φώναξε. «Εσύ όλη μέρα χορταίνεις καθισιό στο σπίτι, κι εγώ σκοτώνομαι στο χωράφι δουλεύοντας.»

Κάποια στιγμή που καταλάγιασε ο θυμός του, μίλησε και η γυναίκα:

«Καλέ μου άντρα, γιατί γκρινιάζεις έτσι; Αύριο ν’ ανταλλάξουμε δουλειά. Εγώ να πάω με τον υπηρέτη στο χωράφι, κι εσύ να φροντίσεις το σπίτι και το παιδί.»

«Καλά, έτσι να γίνει», είπε ο άντρας ικανοποιημένος.

Πρωί-πρωί, η γυναίκα άρπαξε το δρεπάνι και με τον υπηρέτη κίνησαν για το χωράφι. Εκείνη την μέρα θα έκοβε χορτάρι. Ο άντρας άρχισε με τις δουλειές του σπιτιού. Πρώτα, σκέφτηκε να κάνει βούτυρο. Βρήκε τη βουτίνα και τη γέμισε καϊμάκι. Γρήγορα δίψασε. Κατέβηκε, λοιπόν, στο υπόγειο να φέρει λίγη μπύρα, να ξεδιψάσει. Όπως γέμιζε από το βαρέλι την κανάτα με την μπύρα, ακούει ένα φοβερό θόρυβο, από πάνω. Από τη σαστιμάρα και τη βία να τρέξει επάνω, η κάνουλα έμεινε στο χέρι του. Ανεβαίνοντας στην κουζίνα, βλέπει το γουρούνι, που είχε αναποδογυρίσει τη βουτίνα κι έπινε το καϊμάκι. Όλο θυμό, δίνει μια δυνατή κλωτσιά στο γουρούνι και το σκοτώνει. Μετά σηκώνει τη βουτίνα από κάτω. Τότε είδε πως στο χέρι του κρατούσε την κάνουλα.

«Cow» του Mehdi Moeeni

«Ωχ», είπε, «πάει η μπύρα» και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Στ’ αλήθεια όλη η μπύρα είχε χυθεί πλημμυρίζοντας το υπόγειο. Σαν χαμένος ξανανέβηκε επάνω, αποφασισμένος να κάνει το βούτυρο. Γέμισε τη βουτίνα με νέο καϊμάκι κι ετοιμάστηκε ν’ αρχίσει το χτύπημα. Θυμήθηκε όμως πως είχε ξεχάσει την αγελάδα, που μεσημέριαζε πια κι είχε μείνει δίχως χόρτο και νερό. Να την πάει στο δάσος, ούτε λόγος να γινόταν, γιατί βρισκόταν μακρυά. Θα την ανέβαζε, λοιπόν, στη στέγη, όπου φύτρωνε άφθονο χορτάρι. Τύχαινε το σπίτι του να βρίσκεται σ’ ένα απότομο λόφο. Έτσι, με τη βοήθεια μιας σανίδας και πολύ κόπο, πέτυχε ν’ ανεβάσει την αγελάδα στη στέγη.

Σαν τέλειωσε με την αγελάδα, ξαναγύρισε στην κουζίνα, για να τελειώνει με το βούτυρο. Μόλις όμως άρχισε το χτύπημα στη βουτίνα, σκέφτηκε πως δεν είχε βάλει νερό στην αγελάδα. Πώς όμως ν’ αφήσει τη βουτίνα στο πάτωμα; Γιατί το μικρό του το παιδί ήταν φόβος να την αναποδογυρίσει. Για σιγουριά, την έδεσε στην πλάτη του. Έτσι φορτωμένος, βρήκε έναν κουβά για το νερό. Σκύβοντας όμως, πάνω από την πηγή, για να τον γεμίσει, το καϊμάκι χύθηκε στο λαιμό του.

Το μεσημέρι είχε προχωρήσει για καλά, σαν τελειώσε το βούτυρο.

«Ας βιαστώ να μαγειρέψω», μονολόγησε.

Άναψε στο τζάκι στα γρήγορα φωτιά και στέριωσε από πάνω τη χύτρα γεμάτη νερό. Θα ετοίμαζε χυλό (κάτι σαν τραχανά). Ετοιμάζοντας όλα αυτά, σκέφτηκε πως η αγελάδα θα μπορούσε να πέσει από τη στέγη.

«Αυτό μου έλειπε τώρα», μονολόγησε. Μη χάνοντας στιγμή, ανεβαίνει στα γρήγορα στη στέγη, μ’ ένα γερό σχοινί. Δένει τη μια άκρη στο λαιμό της αγελάδας. Ύστερα έριξε το σχοινί από την καμινάδα και κατέβηκε από τη στέγη. Στη συνέχεια, την άκρη του σχοινιού, που κρεμόταν από την καμινάδα, την έδεσε γύρω στη γάμπα του.

«Τώρα», σκέφτηκε, «δεν έχω φόβο μην πέσει η αγελάδα, γιατί μόλις κινηθεί θα το καταλάβω».

Το νερό στη χύτρα έβραζε. Πριν προλάβει να ρίξει μέσα το χυλό, κατάλαβε πως το σχοινί τον τραβούσε επάνω. Γιατί η αγελάδα γλίστρησε από τη στέγη και με το βάρος της τραβούσε το σχοινί. Έτσι η αγελάδα βρέθηκε κρεμασμένη ανάμεσα σ’ ουρανό και γη και ο άντρας φυλακισμένος ψηλά, στο μέσα μέρος της καμινάδας. Μήτε η αγελάδα μπορούσε ν’ ανέβει στη στέγη, μήτε ο άντρας να κατέβει. Η γυναίκα στο χωράφι έκανε υπομονή περιμένοντας τον άντρα της να φωνάξει ότι το φαγητό ήταν έτοιμο. Γιατί το μεσημέρι είχε από ώρα περάσει.

Στο τέλος, η γυναίκα κατάλαβε πως κάτι κακό θα είχε συμβεί και, με το δρεπάνι στο χέρι, έτρεξε προς το σπίτι. Μόλις πλησίασε, είδε την αγελάδα κρεμασμένη κι έτοιμη να πνιγεί. Τρέχει στα γρήγορα και με το δρεπάνι της κόβει το σχοινί. Η αγελάδα ζαλισμένη πέφτει κάτω. Την ίδια ώρα, ο άντρας έπεφτε ανάποδα μέσα στη χύτρα, που το νερό έβραζε. Το βάρος της αγελάδας δεν τον κρατούσε πια.

Εκεί τον βρήκε η γυναίκα του. [Σημείωση: κι ευτυχώς με το πλατς! στη χύτρα σβήσαν ξύλα κάτω απ’ το καζάνι, γιατί με τόσα και τόσα, θα ‘χαμε τώρα και χειρότερα…]

Πηγή: Hilmo Jon (επιμ.) (2005:23-25) ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ ΛΑΪΚΑ ΝΟΡΒΗΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα

Advertisements