Απεικόνιση διαδικασίας ύφανσης σε αρχαίο ελληνικό δοχείο, περίπου του 560 π.Χ.

Οι γυναίκες των ανθρώπων αγαπούσαν την τέχνη της κόρης του Δία και πολλές ήταν εκείνες που ύφαιναν και κεντούσαν, όπως δίδασκε η θεά. Και καμμιά λογική γυναίκα δε φανταζόταν πως μπορεί να συγκρίνει τη δουλειά της με την τέχνη της Αθηνάς.

Όμως μια πριγκίπισσα, πέρα στο βασίλειο της Λυδίας, ύφαινε και κεντούσε τόσο τέλεια, που η δουλειά της πραγματικά άγγιζε την τέχνη της θεάς. Τη λέγανε Αράχνη κι ύφαινε με λεπτότατο νήμα αιθέρια υφαντά που τ’ αποζητούσαν βασίλισσες κι αρχόντισσες απ’ όλα τα μέρη του κόσμου.

Δυστυχώς, έπαθε κι η Αράχνη αυτό που παθαίνουν μερικοί μεγάλοι δεξιοτέχνες. Φούσκωσε από περηφάνεια και υπεροψία και μιλούσε με περιφρόνηση για κάθε άλλη υφάντρα, όσο καλή κι αν ήταν στη δουλειά της. Έφτασε ακόμη να πει σε μια συντροφιά από γυναίκες που την επισκέφτηκε για να θαυμάσει την τέχνη της:

– Είμαι κι απ’ την Αθηνά καλύτερη και μπορώ να παραβγώ μαζί της. Δε μπορεί να με ξεπεράσει.

Ανάμεσα στις γυναίκες ήταν και μια γριά που κανείς δε γνώριζε. Σαν είπε η Αράχνη αυτά τα λόγια, η γριά ξεχώρισε απ’ τις άλλες γυναίκες και είπε:

– Μια συμβουλή θα σου δώσω κοπέλα μου. Τα χρόνια που μου βαραίνουν την πλάτη μ’ έμαθαν πολλά, γι’ αυτό άκουσέ με. Να παραβγείς με όποια θνητή θέλεις, όχι όμως με θεά. Και για ό,τι είπες παρακάλα την Παλλάδα να σε συγχωρέσει.

– Γέρασες και ξεμωράθηκες γριά. Τις κόρες σου να συμβουλεύεις έτσι, όχι εμένα. Η Αθηνά το ξέρει πως θα νικηθεί, γι’ αυτό δε βγαίνει μπροστά μου.

– Εδώ είμαι Αράχνη! Κι εμπρός να παραβγούμε!, είπε με βροντερή φωνή η ξένη. Κι αμέσως, μια λάμψη την τύλιξε και τη μεταμόρφωσε σ’ αυτό που πραγματικά ήταν. Κι ήταν η ίδια η Παλλάδα, η κόρη του Δία.

Όλες οι γυναίκες που ήταν εκεί, γονάτισαν μπροστά στη θεά. Μόνο η Αράχνη έμεινε ακίνητη, ανυπόμονη να μετρηθεί μαζί της, χωρίς να υποψιάζεται το χαμό της που πλησίαζε.

«Η Παλλάδα και η Αράχνη μπρος στον Αργαλειό», μεσαιωνική απεικόνιση του μύθου (BL Royal 17)

Κι ο αγώνας άρχισε. Κάθισε η Αθηνά στον αργαλειό. Τα θεϊκά της χέρια με σβελτάδα πετούσαν τη σαϊτα. Τα δάχτυλά της, λες και χόρευαν στο ρυθμό κάποιας ουράνιας μουσικής, διαλέγανε, ρίχνανε και σταματούσανε τη σαϊτα εκεί που έπρεπε.

Η θεά τελείωσε. Πάνω στο πανί της ύφανε μ’ αξεπέραστη τέχνη την Ακρόπολη της Αθήνας. Όλοι οι θεοί ήταν εκεί καθώς μαζεύτηκαν για ν’α αποφασίσουν σε ποιόν από τους δύο, στην Αθηνά ή στον Ποσειδώνα θ’ ανήκει η πόλη του Κέκροπα, η Αθήνα. Στην άκρη του πανιού παράστησε πως τιμωρούν οι αθάνατοι τους θνητούς για τις κακές τους πράξεις. Και γύρω γύρω έκλεισε τη δουλειά της μ’ ένα στεφάνι από φύλλα ελιάς.

Στο δικό της ύφασμα η Αράχνη παρουσίασε τους θεούς παρασυρμένους από αδυναμίας και ταπεινά ένστικτα. Όλο σκηνές άσεμνες, προσβλητικές για τους αθάνατους του Ολύμπου. Ο θυμός της παρθένας θεάς έγινε τότε ασυγκράτητος. Ψάχνοντας όμως να βρει και το άτεχνο δε βρήκε τίποτα. Τόσο τέλεια δουλειά ήταν. Το ίδιο τέλεια αλήθεια, όσο κι η δική της.

– Κρίμα, είπε η θεά. Αλλά ας μάθουν όσοι δεν ξέρουν, πως η τέχνη δε γίνεται με το θράσος αλλά με την αγάπη. Και δίνει μια και σκίζει το υφαντό με τις προσβλητικές για τους θεούς παραστάσεις.

Και τότε η Αράχνη έπεσε ξαφνικά από την πιο μεγάλη περηφάνεια, στην πιο βαριά ταπείνωση. Αυτό δε μπορούσε να το αντέξει. Πήρε ένα σκοινί, έκανε μια θηλιά και κρεμάστηκε. Μα η Αθηνά την πρόλαβε, χαλάρωσε τη θηλιά και της είπε:

– Εξακολούθησε να ζεις και να υφαίνεις έτσι όπως είσαι τώρα, κρεμασμένη απ’ αυτό το σκοινί. Κι η τιμωρία αυτή να πέσει και στους απογόνους σου, φαντασμένο πλάσμα!

Και τη μεταμόρφωσε σ’ ένα έντομο, τη γνωστή αράχνη.

Από τότε, η Αράχνη κρέμεται πάντα στον ιστό της και υφαίνει αδιάκοπα και τέλεια όπως τον καιρό που ήταν άνθρωπος. μα και τώρα το έργο της γίνεται χωρίς αγάπη και δεν λέγεται έργο τέχνης. Έτσι, όποιος το δει, το σκίζει.

Πηγή: Στεφανίδης Μενέλαος (1976:14-16) ΑΘΗΝΑ ΠΑΛΛΑΔΑ, Ελληνική Μυθολογία Αδελφών Στεφανίδη, Σειρά Παραμυθένιος Όλυμπος Αρ. 6, Εκδόσεις Σίγμα, Αθήνα

 

Advertisements