Ο ποιητής γεννιέται όπως ο κάθε άνθρωπος.

Οι σύγχρονοι ποιητές γεννιούνται –γενικώς– στα μαιευτήρια,

πράγμα που ίσως δε συνέβη με όλους τους ρομαντικούς ποιητές,

πόσο μάλλον με τους αρχαίους λυρικούς.

Ο ποιητής ζει τα παιδικά του χρόνια όπως όλοι οι άλλοι:

τον εντυπωσιάζει δηλαδή το ξύπνημα της φύσης,

την άνοιξη θολώνει τα τζάμια των παραθυριών με το χνότο του

το φθινόπωρο τα σκουπίζει και ό,τι βλέπει έξω αποτυπώνεται στη μνήμη του.

Ο ποιητής ερωτεύεται όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι:

μαρτυράει τον έρωτα προφορικά, δε γράφει γράμματα,

επειδή η λέξη η γραπτή γεννάει πάντα αμφιβολίες

ή επειδή, όπως οι κλέφτες, φροντίζει να μην αφήσει πίσω του κανένα ίχνος.

Ο ερωτευμένος ποιητής δε σκουπίζει όλη την πάχνη από τα τζάμια.

Μια μέρα όμως, ή έστω κάποιο βράδυ,

μια νύχτα προς το τελείωμα του φθινοπώρου

(ανεξάρτητα εάν ανταμείφθηκε ή απογοητεύτηκε από τον έρωτα),

απομακρύνεται από το παράθυρο, ανοίγει την πόρτα

και προσκαλεί τον κήπο να μπει μέσα.

Και ο κήπος δεν του χαλάει το χατίρι, μπαίνει μέσα.

Από κείνη τη στιγμή ξεκινάει κιόλας ο χειμώνας.

(Ετούτο ο ποιητής το αντιλαμβάνεται αργότερα,

το ανέχεται, ας κάνει και αλλιώς!)

Τότε τοποθετεί ένα λευκό χαρτί πάνω στο τραπέζι

και κάθεται μπροστά του.

Κάθεται μπροστά του αναλογιζόμενος –

χρόνια ολόκληρα κάθεται μπροστά στο λευκό χαρτί του.

Κάθεται όλη τη ζωή του.

Πηγή: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/158-efta-valkanioi-pioites

Advertisements