«Shadow play», Sousan Seddon Boulet

[…] Στις πιο πρώιμες περιόδους της τέχνης η ανθρωπότητα δημιούργησε θαυμάσιες απεικονίσεις πουλιών, όπως και ανθρώπινες φιγούρες σαμανικής φύσης που φέρουν κεφάλια πουλιών – ένα παράδειγμα της τέχνης αυτής αποτελεί η παλαιολιθική σπηλιά με τις ζωγραφιές στο Lascaux. Οι μανδύες από φτερά που παραδοσιακά φορούσαν οι σαμάνοι, δε συναντώνται μόνο στην Αμερική, αλλά και την Αφρική, τη Σιβηρία και μεταξύ των πρώτων φυλών που έζησαν στην Ευρώπη. [Λέει ο μύθος ότι] οι Tuatha De Danaan, η φυλή των ξωτικών της αρχαίας Ιρλανδίας, εμφανιζόταν καμμιά φορά παίρνοντας τη μορφή πουλιών, με τους λαιμούς στολισμένους με χρυσές κι ασημένιες αλυσίδες, ενώ άλλες φορές έπαιρναν τη μορφή ανθρώπων που έφεραν μαγικούς μανδύες με φτερά. Τα κέλτικα Νησιά της Αθανασίας, λέγεται πως ήταν γεμάτα με οπωρώνες φορτωμένους πουλιά και μέλισσες, όπου όμορφες ξωτικές ζούσαν στα σπίτια και οι σκεπές τους δεν ήταν φτιαγμένες από άχυρο, αλλά πολύχρωμα φτερά πουλιών.

Σύμφωνα με μύθους απ’ όλον τον κόσμο, τα πουλιά είναι οι αγγελιοφόροι των θεών: φέρουν την ευλογία των ουρανών στην ανθρωπότητα και επιστρέφουν με τις προσευχές των ανθρώπων στους ουρανούς. Καθοδηγούν τους μάγους στον Κόσμο των Πνευμάτων και τις ψυχές των πεθαμένων στο Κάτω Βασίλειο, ακολουθούν τους ήρωες στις αναζητήσεις τους, αποκαλύπτουν καλά φυλαγμένα μυστικά, προειδοποιούν για επερχόμενες συμφορές και και δείχνουν διορατικότητα σαν μας συμβουλεύουν. Οι κινήσεις, τα καλέσματα και τα μεταναστευτικά μοτίβα των πουλιών μελετούνταν ως χρησμοί. Στην κέλτικη γη, οι κόρακες εξημερώθηκαν προκειμένου να αξιοποιηθούν οι προφητικές τους ικανότητες, παρόλο που οι αετοί, οι χήνες, αλλά και οι ταπεινοί τρυποφράχτες θεωρούνταν πως διέθεταν εξίσου προφητικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τη νορβηγική μυθολογία, οι δύο κόρακες του Όντιν πετούσαν κάθε αυγή από τη μία άκρη του κόσμου μέχρι την άλλη, για να επιστρέψουν αργότερα, να κουρνιάσουν στον ώμο του θεού και να του ψιθυρίσουν τα νέα στ’ αυτί του. Ένα περιστέρι που διέθετε το χάρισμα του ανθρώπινου λόγου καθόταν στα κλαδιά των βελανιδιών που σχηματίζαν το ιερό άλσος του Δία στη Δωδώνη, ενώ οι τρυποκάρυδοι θεωρούνταν επίσης πουλιά με προφητικές δυνάμεις που κατοικούσαν σε άλση αφιερωμένα στο θεό Άρη.

Σύμφωνα με διάφορες φυλές της Σιβηρίας, ο αετός υπήρξε ο πρώτος σαμάνος και στάλθηκε στην ανθρωπότητα από τους θεούς για να θεραπεύσει τις ασθένειες και τα βάσανά του. Απογοητευμένους από τους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα λόγια του ή τους τρόπους του, το πουλί ζευγάρωσε με μία γυναίκα, η οποία σύντομα έφερε στον κόσμο ένα παιδί, από το οποίο κατάγονται πλέον όλοι οι σαμάνοι. Ο σαμάνος, ενδεδυμένος έναν μανδύα από φτερά πουλιών μυστικιστής υφής, ψέλνει, χτυπά ένα τύμπανο και προσεύχεται μέχρι να φτάσει σε υπερβατική κατάσταση. Η ψυχή απογειώνεται, αιωρούμενη στον κόσμο των πνευμάτων πέρα από κάθε συνηθισμένη αντίληψη της καθημερινότητας. (Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεχτικός, ώστε η ψυχή που πετά να μη χάσει το δρόμο της επιστροφής.) Παρομοίως, οι σαμάνοι της Φιλανδίας επικαλούνται τους αετούς προγόνους τους για να τους καθοδηγήσουν στο βασίλειο των πνευμάτων και να τους βοηθήσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια.

Οι σαμάνοι, όπως οι αετοί, δέχονται ευχές (ή κατάρες) έχοντας την ικανότητα να διασχίζουν τον ανθρώπινο κόσμο και να φτάνουν μέχρι τον κόσμο των θεών, να προχωρούν από τους τόπους των ζωντανών μέχρι τους τόπους των νεκρών. Παρά τις θεραπευτικές δυνάμεις τους (ανάλογα με το είδος της δύναμης που αποκόμιζαν από το πουλί-πρόγονό τους), οι άντρες και οι γυναίκες σαμάνοι θεωρούνταν από πολλούς τρομακτικοί και με βάση τη συμβατική αντίληψη της πραγματικότητας μισότρελοι, διατηρώντας ωστόσο τη γαλήνη τους καθώς στέκονταν στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στους διαφορετικούς κόσμους, αλλά δίχως να θεωρούνται ολοκληρωτικά παρόντες σε κανέναν από τους δύο. Οι Buriat της Σιβηρίας, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι πρόγονοί τους ήταν ένας αετός κι ένας κύκνος, φροντίζουν να τιμούν τη μητέρα-κύκνο με τελετουργίες μετανάστευσης κάθε φθινόπωρο και άνοιξη. Το να βλάψεις έναν κύκνο ή ακόμα και το να κακοποιήσεις τα φτερά του, μπορεί να προκαλέσει ασθένεια ή θάνατο. Παρομοίως, αν ένας άντρας έβλαπτε μια γυναίκα, η πράξη του θα μπορούσε να επιφέρει την οργή των κύκνων επί όλων των αντρών.

«Swans», Walter Crane

Μία παρθένα-κύκνος υπήρξε μητέρα του Cuchulain, ενός ήρωα του Έπους του Ulster στην Ιρλανδία κι έτσι ο ήρωας θεωρούσε το φόνο των ιερών αυτών πουλιών μεγάλο ταμπού (geas). Γυναίκες-κύκνοι (όπως και γυναίκες-χήνες ή κίσσες-παρθένες) συναντά κανείς σε όλες τις παραδοσιακές ιστορίες της Ευρώπης. Σε ένα τυπικό παραμύθι αυτού του είδους, ένας άντρας κατασκοπεύει μία παρέα γυναικών που κάνει το μπάνιο της στη λίμνη. Όταν τον ανακαλύπτουν οι γυναίκες πετούν μακρυά από το νερό, φορώντας μανδύες φτερών. Καθώς μεταμορφώνονται σε ολόλευκους κύκνους, εξαφανίζονται στον ουρανό. Ο άντρας καταφέρνει ν’ αρπάξει έναν από τους μανδύες, εξαναγκάζοντας τη γυναίκα-κύκνο να διατηρήσει την ανθρώπινη μορφή της. Την παντρεύεται και σύντομα αποκτούν γιούς – όμως αυτή μαραζώνει λίγο λίγο νοσταλγώντας την αληθινή της μορφή. Τελικά, ανακαλύπτει τον κρυμμένο μανδύα της, τον φορά αμέσως, μεταμορφώνεται και φεύγει, δίχως να δείξει την παραμικρή μεταμέλεια για όσους άφησε πίσω της. Σύμφωνα με μία όμορφη ιαπωνική παραλλαγή (επαναφηγημένη από την Grace James στο έργο της Green Willow and Other Japanese Fairy Tales) στα νερά του Mio Strand συναντά κανείς τους δυσθεώρητους «Παράξενους Ανθρώπους». Ένας ψαράς επιστρέφοντας στην ακτή τη νύχτα, βρίσκει ένα πανωφόρι από φτερά που κρέμεται από ένα κλαδί πεύκου. «Αχ, τι όμορφο, θεσπέσιο νεραϊδόρουχο!», αναφωνεί. «Θα το φυλάξω στο σπίτι μου ως θησαυρό.» Μία κόρη των Παράξενων, ντυμένη μόνο με τα μακρυά μαύρα μαλλιά της, τρέχει ξοπίσω του, διότι δίχως το πανωφόρι της δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Ο ψαράς παζαρεύει πονηρά μαζί της κι εκείνη συμφωνεί να χορέψει γι’ αυτόν. Κι έτσι, καθίσταται μάρτυρας ενός μυστικιστικού χορού, που προκαλεί την περιστροφή του φεγγαριού τις νύχτες. Όταν ο χορός της ολοκληρώνεται, απλώνει τα φτερά της, που έχουν τα χρώματα του ουράνιου τόξου και εξαφανίζεται στην αυγή, αφήνοντας πίσω της στην αμμουδιά ένα και μοναδικό γκρίζο φτερό περιστεριού.

Στο παραμύθι «Τα παιδιά του Lir», ένα από τους Τρεις Μύθους της Λύπης της ιρλανδικής μυθολογίας, τα τέσσερα παιδιά του άρχοντα της θάλασσας μεταμορφώνονται σε άγριους κύκνους, εξαιτίας της ζηλιάρας μητριάς τους. Ούτε ο ίδιος ο Lir, αλλά ούτε και οι μεγαλύτεροι μάγοι της φυλής των ξωτικών Tuatha De Danann είναι σε θέση να μετριάσουν την κατάρα κι έτσι οι τέσσερις γιοί είναι καταδικασμένοι να ζήσουν για 300 χρόνια στη Λίμνη Derryvaragh, για άλλα 300 χρόνια στο ακρωτήρι Mull of Cantyre και τέλος, για επιπλέον 300 χρόνια στη θυελλώδη ακτή του Mayo. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, τα Παιδιά του Lir διατηρούν τη δυνατότητα της ανθρώπινης λαλιάς και ως κύκνοι γίνονται γνωστοί για την ομορφιά των τραγουδιών τους από τη μια άκρη του βασιλείου μέχρι την άλλη. Η κατάρα λύνεται όταν μια πριγκίπισσα του Νότου παντρεύεται τον Lairgren, βασιλιά του Connacht στο Βορρά. Οι μορφές τους μεταμορφώνονται επιτέλους σε ανθρώπινες, αναλογώντας όμως πλέον σε τέσσερις μαραζωμένες, αρχαίες ψυχές. Σύντομα πεθαίνουν και θάβονται σε έναν κοινό τάφο στην άκρη της θάλασσας. Για πολλούς αιώνες, οι Ιρλανδοί δεν μπορούσαν να βλάψουν κύκνο εξαιτίας αυτής της θλιβερής ιστορίας – και ο λαός στην ύπαιθρο υποστηρίζει ακόμα, πως όταν ένας κύκνος πεθαίνει, τραγουδά ένα τραγούδι απόκοσμης ομορφιάς, που θυμίζει τις μουσικές των Παιδιών του Lir… αντανακλώντας έτσι και μία αρχαία ελληνική δοξασία, σύμφωνα με την οποία κάθε κύκνος τραγουδά γλυκά για μια φορά στη ζωή του (εξού και το «κύκνειο» άσμα), λίγα λεπτά πριν πεθάνει. (Σας προτείνω να αναζητήσετε το βιβλίο The Children of Lir της Sheila MacGill-Calahan, το οποίο έχει εικονογραφήσει με εξαιρετικό τρόπο ο Ρώσος ζωγράφος Gennardy Spirin.)

«Τα Παιδιά του Lir», σε επίπεδο θεματικής, συνδέονται με τους «Έξι Κύκνους» – ένα φημισμένο παραμύθι των Grimm, αλλά και μια σειρά από ανάλογες παραλλαγές (όπως οι «Έξι Κόρακες»). Στη γερμανική εκδοχή της ιστορίας, οι γιοί του βασιλιά μετατρέπονται σε κύκνους από τη ζηλιάρα μητριά τους και η αδερφή τους περιπλανιέται σε ολόκληρη τη χώρα, αναζητώντας έναν τρόπο να τους βοηθήσει. Για να σπάσει την κατάρα, μαθαίνει ότι πρέπει να υφάνει έξι πουκάμισα από αστρολούλουδα – και της δίνεται διορία έξι ετών για να κατορθώσει αυτόν τον απίστευτο άθλο. Μέχρι να τα καταφέρει δεν της επιτρέπεται να γελάσει ή να μιλήσει. (Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, τα πουκάμισα πρέπει να υφανθούν με τσουκνίδες, που τσιμπούν και ματώνουν τα χέρια της. Οι κύκνοι μεταμορφώνονται σε ανθρώπους τις ώρες που μεσολαβούν ανάμεσα στο σούρουπο και την αυγή και αδυνατούν να αποτρέψουν τη νεαρή αδερφή τους από αυτό το ζοφερό κι επώδυνο έργο.) Ένας από τους βασιλιάδες των δασών ανακαλύπτει το σιωπηλό κορίτσι, το ερωτεύεται και παντρεύονται. Αλλά εκείνη αρνείται να μιλήσει και τις νύχτες βγαίνει κρυφά από το κάστρο σε αναζήτηση περισσότερων λουλουδιών. Η φθονερή μητριά του βασιλιά συνωμοτεί ώστε να παρουσιάσει τη σιωπηλή, νεαρή νύφη ως δολοφόνο. Την ημέρα που το κορίτσι καταδικάζεται σε θάνατο δια της πυράς, εμφανίζονται τα έξι αδέρφια της, οι κύκνοι. Τους πετά τα πουκάμισα, η κατάρα σπάει και αποδεικνύεται η αθωότητά της. Από τη βιασύνη της όμως, ένα πουκάμισα έχει δυστυχώς παραμείνει ημιτελές και ο νεότερος αδερφός της πρέπει στο εξής να ζήσει φέροντας ένα φτερό κύκνου αντί για χέρι. (Δύο ενδιαφέρουσες αφηγήσεις για το τι μπορεί να συνέβη με το νεότερο αδερφό στη συνέχεια, μπορείτε να διαβάσετε στο μυθιστόρημα του Nicholas Stuart Gray The Seventh Swan ή της Ursula Synge Swan’s Wing.)

Εικονογράφηση νορβηγικών παραμυθιών των Reginald L. & Horace J. Knowles

Οι κουρούνες και οι κόρακες είναι επίσης πουλιά πανταχού παρόντα στο μύθο και τη λαογραφία. Η κουρούνα, η οποία συχνά απεικονίζεται ως κατεργάρα ή κλέφτρα, θεωρούνταν δυσοίωνη – παρόλα αυτά, τα πουλιά αυτά, σύμφωνα με την ελληνορωμαϊκή μυθολογία, ήταν τα ιερά πουλιά του Απόλλωνα, ενώ σύμφωνα με τη βεδική μυθολογία ήταν τα ιερά πουλιά του Βαρούνα, του θεού-προστάτη της ιερής τάξης, αλλά και προστατευόμενα πουλιά της Αματεράσου Ομικάμι, της θεάς-ήλιου σύμφωνα με τους μύθους των αρχαίων Ιαπώνων. Οι Maratha στην Ινδία πιστεύουν ότι τα πνεύματα των προγόνων τους κατοικούν μέσα σε κουρούνες, ενώ στην Αίγυπτο ένα ζευγάρι κουρούνες συμβολίζει τη συζυγική ευτυχία. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις των Aborigin της Αυστραλίας και τους μύθους πολλών Βορειοαμερικάνικων φυλών, ο κόρακας διαθέτει διπλή φύση ως κατεργάρης θεός ή θεός της δημιουργίας, στον οποίο χρωστάμε την ύπαρξη της φωτιάς, του φωτός, του έρωτα, του τραγουδιού, του χορού αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Σύμφωνα με τις κέλτικες παραδόσεις πάλι, ο κόρακας ανήκει στη θεά Morrigan, τη θεά του πολέμου. Επίσης, σύμφωνα με το σπουδαίο ουαλικό έπος The Mabinogion, ο κόρακας προστατεύεται από το Μπραν τον Ευλογημένο. Λέγεται ότι το κομμένο κεφάλι του Μπραν βρίσκεται θαμμένο κάτω από τον Πύργο του Λονδίνου. Για το λόγο αυτό, ο Αφέντης των Κοράκων εξακολουθεί να υφίσταται ως ρόλος και ως τμήμα των τελετουργικών καθηκόντων του εξακολουθεί να φροντίζει τα πουλιά του Πύργου – πρόκειται για ένα πολύ παλιό έθιμο, καθώς λέγεται ότι αν ποτέ τα πουλιά του Μπραν εγκαταλείψουν τον Πύργο, το βασίλειο θα πέσει. Γνωρίζω μία γυναίκα από το διπλανό χωριό, στην οποία δόθηκε ειδική άδεια ώστε να κρατήσει στο σπίτι της έναν ανάπηρο κόρακα για οικόσιτο. Το τεράστιο πουλί διαγράφεται επιβλητικό στον ορίζοντα, όταν αντικρύζει κανείς το αγροτόσπιτό της σε αυτή την εξοχή του Devon. Η άδεια για το πουλί συμπεριλαμβάνει ειδική ρήτρα, βάσει της οποίας εάν ο κόρακας ζητηθεί ποτέ από τον Αφέντη του Πύργου, θα πρέπει να του παραδοθεί. Το παλιό αυτό έθιμο μπορεί ν’ αποτελεί μια απλή προκατάληψη, όμως η βρετανική κυβέρνηση φαίνεται πως δεν επιθυμεί να το ρισκάρει! (Αν θα σας ενδιέφερε μία ματιά στο σαγηνευτικό κόσμο των κοράκων, σε συνδυασμό με αναφορές από τους μύθους δημιουργίας των αυτοχθόνων της Βορείου Αμερικής και των Κελτών, μπορείτε να διαβάσετε το μυθιστόρημα του Charles de Lint, Someplace to Be Flying.)

«The Great Egg», Fidelma Massey

Οι χήνες θεωρούνταν κι αυτές ιερές και προστατεύονταν σε πολλές αρχαίες κοινωνίες. Στην Αίγυπτο, πίστευαν πως η Μεγάλη Χήνα του Νείλου δημιούργησε τον κόσμο όταν έκανε το κοσμικό αυγό, απ’ όπου εκκολάφθηκε ο ήλιος. Οι χήνες ήταν τα ιερά πουλιά της Ίσιδας, του Όσιρι και του Όρου (αλλά και της αρχαιοελληνικής βασίλισσας των θεών, της Ήρας). Στην Ινδία, η χήνα αποτελεί σύμβολο του ηλίου και σέρνει το άρμα του Βισνού, ενώ η άγρια χήνα αποτελεί «όχημα» του Μπράχμα και εκπροσωπεί την αρχή της δημιουργίας, της μάθησης και της ποιητικής έκφρασης. Στη Σιβηρία, η θεά Toman τινάζει φτερά χήνας από τα μανίκια της κάθε άνοιξη. Τα φτερά μετατρέπονται σε χήνες, τις οποίες φροντίζουν και παρατηρούν προσεχτικά οι σαμάνοι του τόπου. Η Φρέγια, η θεά της Βόρειας Ευρώπης ταξιδεύει στη Γη πάνω σε ένα άρμα που το σέρνουν γάτες και καμμιά φορά απεικονίζεται με ένα πόδι ανθρώπινο και ένα πόδι χήνας ή κύκνου – μια απεικόνιση ιδιαίτερα σημαντική στις διαφορετικές σαμανικές παραδόσεις. Η Μπέρχτα, η άγρια γερμανική θεά (κατά άλλους μάγισσα) συνδέεται με το κυνήγι άγριων ζώων και απεικονίζεται επίσης να φέρει ένα πόδι χήνας καθώς ιππεύει τη ράχη της καταιγίδας. Γνωρίζουμε ότι οι χήνες θεωρούνταν ιερές στη Βρετανία και ο φόνος τους αποτελούσε ταμπού – πρόκειται για μια συνήθεια που συναντάται ακόμα και σήμερα σε ορισμένες κέλτικες περιοχές. Υπάρχουν τα κορίτσια-χήνες, χήνες που μιλούν ανθρώπινα, καθώς και η χήνα που γεννά ένα χρυσό αυγό: όλα αυτά αποτελούν σταθερά συστατικά των παραδοσιακών παραμυθιών στην Ευρώπη (παραμύθια που περιστρέφονται γύρω από τη θεματική της «Μητέρας Χήνας»). Η φράση «ανόητη σα χήνα» είναι πρόσφατη. Ο Οβίδιος τις αποκαλούσε «σοφότερες κι από σκύλο».

Στην κουκουβάγια αποδίδεται περισσότερη μοχθηρία απ’ ότι σε οποιοδήποτε άλλο πουλί, παρόλο που η φήμη της σοφίας της συνδέεται με τους παλαιότερους μύθους. Στην Ελλάδα, η κουκουβάγια λατρευόταν ως ένα πλάσμα πολύ ιερό (της Αθηνάς και της Αφροδίτης) – και την ίδια στιγμή προκαλούσε το φόβο, διότι το κάλεσμά του ή η ξαφνική του εμφάνισή του λεγόταν πως προφήτευε το θάνατο. Η Λίλιθ, η πρώτη γυναίκα του Αδάμ πριν την Εύα (η οποία εξορίστηκε από τη συλλογική μνήμη λόγω της άρνησής της να υποταχθεί), συνδεόταν με τις κουκουβάγιες και απεικονιζόταν με φτερά ή νύχια πτηνού στα πόδια. Κατά το Μεσαίωνα, τα κακά πνεύματα έπαιρναν τη μορφή κουκουβάγιας για να κλέψουν τα μικρά παιδιά, ενώ στη Σιβηρία οι ήμερες κουκουβάγιες κρατούνταν μέσα στα σπίτια ως φύλακες των παιδιών. Στην Αφρική, οι μάγοι που έπαιρναν μορφή κουκουβάγιας προκαλούσαν αταξίες κατά τη διάρκεια της νύχτας. Για τους Ainu της Ιαπωνίας, η κουκουβάγια θεωρείται ένα πουλί που φέρνει ατυχία – με εξαίρεση το μπούφο, που λατρευόταν ως διαμεσολαβητής ανάμεσα σε θεούς κι ανθρώπους. Στη Βόρειο Αμερική, ο συμβολισμός της κουκουβάγιας διαφοροποιείται ανάμεσα στις φυλές των αυτοχθόνων. Τα μέλη της φυλής Pueblo τις θεωρούσαν ολέθριες, οι Navajo πίστευαν πως δεν αποτελούν παρά ανήσυχα, επικίνδυνα φαντάσματα. Οι Pawnee και οι Menominee, από την άλλη, αναγνώριζαν σε αυτές την παρουσία προστατευτικών πνευμάτων και οι θεραπευτές-τραγουδιστές των Tohono O’Odham χρησιμοποιούσαν τα φτερά τους στις θεραπευτικές τους τελετές. Αν επιστρέψουμε στις κέλτικες παραδόσεις, θα βρούμε ότι η κουκουβάγια αν και ιερή, αποτελούσε κακό οιωνό, προφητεύοντας το θάνατο, την ασθένεια ή την απώλεια της τιμής μιας γυναίκας. Στο τέταρτο μέρος του Έπους Mabinogion, ο μάγος Gwydion εκδικείται την Blodeuwedd (τη «Λουλουδόμορφη», το κορίτσι που δημιούργησε από λουλούδια και έπειτα παντρεύτηκε και πρόδωσε το γιό του), μεταμορφώνοντάς την σε κουκουβάγια, αφήνοντάς την στη συνέχεια να πετά ελεύθερα στον κόσμο. (Συνιστώ ιδιαιτέρως δύο μυθιστορήματα που εμπνέονται από αυτόν το συναρπαστικό μύθο: πρόκειται για το Owl Service του Alan Garner και το The Island of the Mighty της Evangeline Walton.)

Ο γερανός, είναι ακόμα ένα πουλί που στις Βρετανικές Νήσους συνδέεται με το θάνατο. Αποτελεί μία από τις μορφές που παίρνει ο βασιλιάς του Annwn, δηλαδή του Κάτω Κόσμου κατά την κέλτικη μυθολογία. Για τους Δρυίδες, οι γερανοί αποτελούσαν οιωνό προδοσίας, πολέμου, κακών πράξεων και μοχθηρών γυναικών… παρόλ’ αυτά το συγκεκριμένο πουλί απολαμβάνει καλύτερη φήμη σε άλλους τόπους. Για το θεό Απόλλωνα ήταν ιερό πουλί: μαντατοφόρος και πολυτιμημένος προάγγελος της άνοιξης. Οι κατάλευκοι γερανοί της κινέζικης παράδοσης κατοικούν τη Νήσο των Ευλογημένων, εκπροσωπώντας την αθανασία, την αφθονία και την ευτυχία. Στην Ιαπωνία, ο γερανός συνδέεται με το Jorojin, το θεό της μακροζωίας και της τύχης. Σύμφωνα με τα παραδοσιακά παραμύθια της Ρωσίας, της Σικελίας και της Ινδίας, αλλά και άλλων πολιτισμών, ο γερανός θεωρείται «οδηγός» που καθοδηγεί τον ήρωα κατά τις περιπέτειές του.

Στην κέλτικη παράδοση, η κίσσα συνδεόταν με τις γιορτές των ξωτικών, όμως μετά την εξάπλωση του χριστιανισμού, συνδέθηκε με τις μάγισσες και τους δαίμονες. Στην Σκανδιναβία, οι κίσσες λέγονταν πως ήταν μάγοι που πετούσαν για να παραβρεθούν σε ανίερες συνάξεις, αλλά παρόλ’ αυτά η φωλιά της κίσσας θεωρούνταν ένδειξη καλής τύχης στις ίδιες χώρες. Κατά τη νορβηγική μυθολογία, η Skadi (η κόρη ενός γίγαντα) ήταν ιέρεια της φατρίας των κισσών, όπου τα ασπρόμαυρα σχέδια του φτερώματός τους συμβόλιζαν την ερωτική ένωση, όπως επίσης και τις αντρικές και γυναικείες ενέργειες όταν βρίσκονται σε ισορροπία. Για τους Κινέζους, η κίσσα θεωρούνταν το Πουλί της Χαράς, ενώ δύο κίσσες συμβόλιζαν τη γαμήλια ευτυχία. Στη Ρώμη οι κίσσες ήταν τα ιερά πουλιά του Βάκχου και συμβόλιζαν τις σαρκικές απολαύσεις. Στην Αγγλία, η εμφάνιση κισσών εξακολουθεί να θεωρείται οιωνός, ακολουθώντας τα προτάγματα του παραδοσιακού τραγουδιού που ακολουθεί: «Μια για τη λύπη, δυο για χαρά, τρεις για κορίτσι και τέσσερις γι’ αγόρι. Πέντε για τ’ ασήμι, έξι το χρυσό κι επτά το μυστικό τ’ ανείπωτο».

«Hank», Carson Ellis

Ένα ακόμη «ξωτικοπούλι» είναι ο τρυποφράχτης, επειδή αποτελεί οιωνό συναπαντήματος με τα ξωτικά, ενώ κάποιες φορές πρόκειται για μεταμφιεσμένο ξωτικό. Για τους Κέλτες δρουίδες και τον Ουαλό ποιητή και μάγο Taliesin, ο τρυποφράχτης ήταν ιερός κι έτσι το να σκοτώσεις τρυποφράχτη οποιαδήποτε εποχή του χρόνου θεωρούσαν πως έφερνε ατυχία, με μοναδική εξαίρεση την τελετουργική εορτή για το «Κυνήγι του Τρυποφράχτη», που λάμβανε χώρα κατά την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου. Σύμφωνα με αυτό το παράξενο έθιμο (το οποίο συνηθίζεται ακόμα στις αγροτικές περιοχές των Βρετανικών Νήσων και τη Γαλλία), τα «αγόρια τρυποφράχτες» ντύνονται με κουρέλια, χτυπούν κατσαρολικά, λεκάνες και κρουστά, προχωρώντας παρατεταγμένα στη σειρά πίσω από έναν τρυποφράχτη που έχει σκοτωθεί γι’ αυτήν την περίσταση και έχει τοποθετηθεί πάνω σε ένα κοντάρι στολισμένο με φύλλα βελανιδιάς και κλαράκια ιξού. Σε ορισμένες περιοχές, τα «αγόρια τρυποφράχτες» κάνουν επίσης την εμφάνισή τους κατά την εορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, κατά τη Δωδέκατη Νύχτα ή του Αγίου Στεφάνου ανήμερα, κουβαλώντας ένα ζωντανό τρυποφράχτη από αγροικία σε αγροικία (κλεισμένο μέσα σε ένα μικρό «σπίτι για τρυποφράχτες», στολισμένο με κορδέλες), συλλέγοντας φόρο τιμής υπό τη μορφή νομισμάτων ή λαμβάνοντας για κέρασμα κούπες με μπύρα σε όποιο σπίτι σταματήσουν. Ο τρυποφράχτης είναι γνωστός ως ο βασιλιάς των πουλιών, ένας τιμητικός τίτλος που βρίσκει την εξήγησή του στην παρακάτω ιστορία: κάποτε όλα τα πουλιά συγκεντρώθηκαν κι αποφάσισαν ότι όποιο πουλί πετούσε ψηλότερα και γρηγορότερα θα στεφόταν βασιλιάς τους. Ο αετός απομακρύνθηκε απ’ όλα τα πουλιά με ιδιαίτερη ευκολία, αλλά ο έξυπνος τρυποφράχτης είχε κρυφτεί κάτω απ’ το φτερό του αετού και περίμενε μέχρι που ο αετός άρχισε να παραπαίει από κούραση. Τότε ο τρυποφράχτης ξεπήδησε από την κρυψώνα του και πέταξε ακόμη πιο ψηλά.

Το περιστέρι ήταν ένα πουλί συνδεδεμένο με τη Μητέρα Θεά πολλών παραδόσεων, συμβολίζοντας το φως, τις θεραπευτικές δυνάμεις και τη μετάβαση από τη μία κατάσταση ύπαρξης στην επόμενη. Το περιστέρι θεωρούνταν το ιερό πουλί της Αστάρτης, της Ιστάρ, της Φρέγια, της Μπρίγκιντ και της Αφροδίτης. Το πουλί εκπροσωπούσε επίσης την εξωτερική ψυχή, η οποία βρίσκεται χώρια απ’ το ζωντανό σώμα και γι’ αυτό οι μάγοι έκρυβαν τις ψυχές ή τις καρδιές τους δίνοντάς τους το σχήμα περιστεριών. Στα παραμύθια, τα περιστέρια παρέχουν καθοδήγηση, όπου – σε αντίθεση με τη συνηθισμένη ευγένεια που τα χαρακτηρίζει – παρουσιάζουν μια έντονη προτίμηση προς την αιματηρή ανταπόδοση ενός κακού. Τα λευκά περιστέρια χαρίζουν το φως στο δέντρο που φύτεψε η Σταχτοπούτα στον τάφο της μητέρας της και μεταμορφώνουν τα κουρέλια της σε ακριβά φορέματα, ώστε να μπορέσει να παραβρεθεί στο χορό του πρίγκηπα. Πρόκειται για τα ίδια πουλιά που προειδοποιούν τον πρίγκηπα αναφωνώντας «αίμα στο παπούτσι!», όταν οι θετές αδερφές της Σταχτοπούτας προσπαθούν να χορέσουν τα πόδια τους στο λεπτεπίλεπτο γοβάκι, πετσοκόβοντας τις φτέρνες τους και τα δάχτυλα των ποδιών τους. Στο τέλος, τα πουλιά τυφλώνουν τις ύπουλες αδερφές, ραμφίζοντας τα μάτια τους. […] Τα δολοφονημένα παιδιά σε πολλά παραμύθια κάνουν την επανεμφάνισή τους ως περιστέρια λευκά σαν το χιόνι, καθώς υπερίπτανται του σπιτιού τους μέχρι ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη.

Το μυστηριώδες τραγούδι του αηδονιού, έχει επίσης εμπνεύσει πολλά κλασσικά παραμύθια, με γνωστότερο όλων το «Αηδόνι του Αυτοκράτορα» του Hans Christian Andersen (Δανία) και την τραγική ιστορία «του Αηδονιού και του Ρόδου» του Oscar Wilde (στην Αγγλία). […] Ο πελαργός είναι ένα από τα προστατευόμενα πουλιά των θεαινών, ιερό πουλί της Ήρας και των μητέρων που θηλάζουν – ίσως εκεί να οφείλεται η [μέχρι και σήμερα] απεικόνισή του ως πουλί που κατά την παράδοση εμφανίζεται να κουβαλά νεογέννητα στη γη. Ο πελεκάνος συμβολίζει τη γυναικεία πίστη και θυσία, καθώς και τη μητρική αφοσίωση, λόγω μιας αντίληψης που τον θέλει να ταΐζει τα μικρά του με το αίμα του ίδιου του στήθους του. Οι ικτίνοι και οι γλάροι θεωρούνται οι ψυχές των νεκρών ψαράδων που επιστρέφουν για να στοιχειώσουν τις ακτές, μία παράδοση που αφορά αποκλειστικά τους άντρες που ταξιδεύουν στη θάλασσα – όχι τις κόρες ή τις γυναίκες τους. «Οι γυναίκες δε χρειάζεται να επιστρέψουν μετά το θάνατο», εξήγησε κάποτε ένας Άγγλος γερο-ψαράς στο λαογράφο Edward Armstrong. «Έχουν βασανιστεί ήδη αρκετά.» Ο κορυδαλλός, η κοκκινόσπιζα, ο κοκκινολαίμης, το λαμπροβούτι… όλα κουβαλούν το δικό τους παραμύθι, πετώντας ανάμεσα σε ουρανό και γη.

Ο περιορισμένος χώρος αυτού του άρθρου, ίσα που επιτρέπει την εξερεύνηση της θεματικής των πουλιών στις αρχαίες μυθικές αφηγήσεις και τις σύγχρονες μυθικές τέχνες. Παραλείψαμε τα μυθικά πουλιά (όπως ο φοίνικας) και τα υβριδικά ανθρωπόμορφα (ή άλλα) πουλιά, όπως οι άρπιες, οι γρύππες κ.ά. Επίσης δεν αναφερθήκαμε στα πουλιά-ανθρώπους (Tengu) της Ιαπωνίας και στις ομάδες που λατρεύουν πουλιά στη Νότιο Αμερική, ούτε καταφέραμε να βρούμε γλώσσες γερακιών για να καταπιούμε ώστε να μπορούμε να μιλάμε με τα άλλα πουλιά στη γλώσσα τους. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας προτείνω ορισμένα καλά βιβλία, ώστε να μπορέσετε να μελετήσετε όσα δεν προλάβαμε να αναφέρουμε:

[…]

 

Πηγή: http://www.endicott-studio.com/articleslist/one-is-for-sorrow-two-is-for-joy-the-magical-lore-of-birds-by-terri-windling.html

Advertisements