Ανάγλυφη απεικόνιση της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη, από το Ρήγιο της Κάτω Ιταλίας το 460 π.Χ.

Ο Άδης άρπαξε την κόρη της Δήμητρος. Του την έδωσε ο Ζευς χωρίς να το ξέρει η μάνα της. Το κορίτσι έπαιζε με τις κόρες του Ωκεανού και μάζευε λουλούδια στ’ ανθόσπαρτο λιβάδι: τριαντάφυλλα και κρόκους, μενεξέδες, κρίνους και υάκινθους. Παρά λίγο θα είχε κόψει το νάρκισσο, ένα αστραφτερό θαύμα που η θεά Γαία έκαμε να φυτρώσει από πονηριά για χάρη του θεού του κάτω κόσμου, για να ξεπλανέψει το κορίτσι με το μπουμπουκένιο πρόσωπο. Όλοι, θεοί και άνθρωποι, θαύμαζαν βλέποντας το λουλούδι. Από τη ρίζα ξεπετάγονταν εκατό άνθη, γλυκό άρωμα απλωνόταν, και γελούσε ο ουρανός, η γη και τ’ αρμυρό κύμα της θάλασσας. Η γη άνοιξε. Ένας χάος γίνηκε στο Νύσιον πεδίον. Ο κύριος του κάτω κόσμου, ο γιος του Κρόνου, ο θεός με τα πολλά ονόματα ξεπετάχτηκε πάνω μ’ αθάνατα άλογα. Σήκωσε στο χρυσό άρμα του το κορίτσι που αντιστεκόταν και το απήγαγε μέσα στα παραπονεμένα κλάματά του. Με διαπεραστική φωνή φώναζε τον πατέρα της, το γιο του Κρόνου, τον ύψιστο κυρίαρχο. Μα ούτε άνθρωπος, ούτε θεός άκουσε τη φωνή της. καμιά ελιά δεν σάλεψε. Μονάχα η αβρή κόρη του Περσαίου, η θεά με τ’ αστραφτερά στολίδια στο κεφάλι, η Εκάτη, άκουσε την κραυγή στη σπηλιά της, όπως κι ο Ήλιος, ο θαυμάσιος γιός του Υπερίονος. Ο πατέρας βρισκόταν μακριά από τους θεούς, στον πολυσύχναστο ναό του, και δεχόταν τις θυσίες. Η κόρη του εξ αιτίας του πατέρα της απήχθη από το θείο της, αυτόν που παρέχει πολλά σε πολλούς και δέχεται πολλούς επισκέπτες, από το γιο του Κρόνου με τα πολλά ονόματα. Όσο η θεά έβλεπε ακόμα τη γη και τον αστρόσπαρτο ουρανό, τη θάλασσα και τον ήλιο, έλπιζε να ξαναδεί τη μάνα της και τους αθάνατους θεούς. Ακόμα είχε ελπίδα μέσα στον πόνο της. Οι βουνοκορφές και τα βάθη της θάλασσας αντιλαλούσαν τον ήχο της αθάνατης φωνής της.

Η Κυρία, η μάνα της, την άκουσε. Βαθύς πόνος της ξέσκισε την καρδιά. Έβγαλε τα στολίδια από τ’ αθάνατα μαλλιά της, έριξε στους ώμους της μαύρο φόρεμα και πέταξε σαν πουλί πάνω από τα νερά και τη γη αναζητώντας το παιδί της.

Κανείς δεν ήθελε να της πει την αλήθεια, μήτε θεός μήτε άνθρωπος. Κανένα πουλί δεν πέταξε να της δώσει σημάδι. Εννιά μέρες περιπλανιόταν η Δήμητρα πάνω στη γη με δυό αναμμένους δαυλούς στο χέρι. Στον πόνο της δεν άγγιξε ούτε αμβροσία ούτε νέκταρ κι ούτε έβρεξε το σώμα της με νερό. Την τρίτη μέρα την συνάντησε η Εκάτη κρατώντας κι αυτή ένα δαυλό στο χέρι. Της έφερε την είδηση: «Δήμητρα, Κυρία, σε που φέρνεις την ωριμότητα και σκορπίζεις πλούσια δώρα, ποιός άρπαξε την Περσεφόνη και πλήγωσε τόσο βαθιά στην καρδιά σου; Άκουσα τη φωνή του, αλλά δεν είδα ποιός ήταν. Θα σου ‘λεγα την αλήθεια.» Χωρίς να βγάλει λέξη η κόρη της Ρέας πετάξανε μαζί με την Εκάτη, με τους δαυλούς τους αναμμένους, στον Ήλιο, τον κατάσκοπο θεών και ανθρώπων. Στάθηκαν μπροστά στ’ άλογά του. Η μεγάλη θεά ρώτησε για την κόρη της και για κείνον που την άρπαξε. Ο γιός του Υπερίονος έδωσε την εξής απάντηση: «Κόρη της Ρέας, Δήμητρα, θα το μάθεις αυτό. Σε σέβομαι και συμπονώ μαζί σου για το κορίτσι σου με τα ωραία πόδια. Κανείς άλλος από τους αθάνατους δεν είναι υπεύθυνος παρά ο Ζευς, που έδωσε το κορίτσι να το κάνει γυναίκα του ο αδελφός του ο Άδης. Κι αυτός με το άρμα του παρέσυρε με τη βία το κορίτσι στο βασίλειο του σκοταδιού, χωρίς να γνοιάζεται για τα δυνατά κλάματά σου. Αλλά συ, θεά, άφησε τους θρήνους. Είναι περιττό να οργίζεσαι έτσι απελπισμένα. Ο αδελφός σου ο Άδης, που τώρα έγινε γαμπρός σου, δεν είναι βέβαια ένας περιφρονημένος θεός. Λατρεύεται από το ένα τρίτο του κόσμου από τον καιρό της μοιρασιάς και κει όπου κατοικεί είναι βασιλιάς.»

Αυτά είπε ο Ήλιος και τράβηξε πέρα το άρμα του. Τ’ άλογα υπακούσανε στη φωνή του και σύρανε σαν γρήγορα πουλιά το άρμα. Πιο μεγάλος και πιο σκληρός πόνος έπεσε πάνω στη θεά. Στο θυμός της ενάντια στο Δία παράτησε την κοινότητα των θεών και τον Όλυμπο και ήρθε στους ανθρώπους, στις πόλεις και στα έργα τους. Για πολύν καιρό άφησε τον εαυτό της να χαλάσει. Κανείς δεν την αναγνώρισε, ούτε άντρας ούτε γυναίκα, ώσπου έφθασε στο παλάτι του έξυπνου Κελεού, που τότε ήταν βασιλιάς της ευωδιαστής από τις θυσίες Ελευσίνος. Κάθισε παράμερα στην άκρη του δρόμου, βυθισμένη σε βαθιά θλίψη, πλάι στο Πηγάδι της Παρθένου απ’ όπου οι άνθρωποι παίρνανε νερό. Εδώ κάθισε κάτω απ’ τη σκιά μιας ελιάς. Έμοιαζε με γριά που δεν μπορούσε πια να γεννήσει και να μοιραστεί τα δώρα της θεάς του Έρωτος. Έτσι μοιάζουν κι οι παραμάνες των βασιλόπουλων κι οι υπηρέτριες των παλατιών. Εκεί την αντίκρυσαν οι κόρες του Κελεού, του βασιλιά της Ελευσίνος, καθώς έρχονταν να πάρουν νερό στα χάλκινα σταμνιά τους για το πατρικό σπίτι. Ήσαν τέσσερις, όμοιες με θεές, πάνω στην άνθισή τους: η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη, η μεγαλύτερη. Δεν αναγνώρισαν τη θεά – δε συμβαίνει τόσο εύκολα να δουν οι θνητοί έναν αθάνατο. Τα κορίτσια της μίλησαν: «Ποιά είσαι γερόντισσα, κι από πού; Γιατί άφησες την πατρίδα σου και γιατί δεν έρχεσαι στο παλάτι; Στους σκιερούς χώρους θα νιώσεις σαν στο σπίτι σου κι αν είσαι γριά θα νιώσεις σαν τις νέες, που θα σε καλοδεχτούν μ’ έργα και λόγια.»

Η θεά τους απάντησε με καλοσύνη και τις προσφώνησε με τις λέξεις: «αγαπητά παιδιά». Τους είπε τ’ όνομά της αντιστρέφοντάς το και τους διηγήθηκε μια φανταστική ιστορία. Τους είπε πως κάτι πειρατές την πήραν χωρίς τη θέλησή της από την Κρήτη και τη φέρανε στο μέρος τους. Ενώ οι πειρατές ήσαν αραγμένοι στο Δωρικό κι ετοιμάζανε με τις άλλες γυναίκες στην παραλία το φαγητό, τους ξέφυγε και τώρα δεν ξέρει που βρίσκεται. Παρακάλεσε τα κορίτσια να τη βοηθήσουν και να την πάρουν στο σπίτι τους. Ίσως να υπήρχε κιόλας κάποιο παιδί που σαν παραμάνα θα μπορούσε να το φροντίζει. Θα ετοίμαζε το κρεβάτι του οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας και στις υπόλοιπες γυναίκες του σπιτιού θα δίδασκε τις χειρωνακτικές εργασίες. Η Καλλιδίκη, η ωραιότερη από τα κορίτσια, της αρίθμησε τους κυρίους της χώρας: Τριπτόλεμος, Διοκλής, Πολύξεινος, Εύμολπος, Δόλιχος και Κελεός, ο πατέρας τους. Όλοι τους είχαν γυναίκες που δεν θ’ αρνιόνταν να δεχτούν την απροστάτευτη.  Καθένας θα την έπαιρνε με την πρώτη ματιά, τόσο έμοιαζε με θεά. Θα ‘πρεπε όμως η θεά να περιμένει μέχρι που τα τέσσερα κορίτσια να ρωτήσουν τη μητέρα τους Μετάνειρα, μήπως μπορέσει και την κρατήσει στο σπίτι τους την ξένη κι έτσι δεν αναγκαστεί να πάει σ’ άλλο σπίτι. Υπήρχε ένας συμπαθητικός, στερνογέννητος γιος στο παλάτι: όποια θα τον περιποιόταν και θα τον μόρφωνε μέχρι που να γίνει έφηβος, θα την ζήλευαν οι άλλες, γιατί θα ‘χε βέβαια πλούσια αμοιβή.

Η θεά Δήμητρα αποτυπωμένη σε μελανόμορφο δοχείο, 520-510 π.Χ.

Έτσι προσκάλεσαν τη θεά στο σπίτι του Κελεού με την υπόσχεση μεγάλου μισθού. Τα κορίτσια τη συνόδεψαν στο σπίτι. Η Δήμητρα τις ακολουθούσε με σκεπασμένο πρόσωπο, ντυμένη με μακρύ μαύρο φόρεμα, που κυμάτιζε πίσω από τα λεπτά πόδια της. Μπήκαν στον προθάλαμο του βασιλιά. Εδώ καθόταν η Μετάνειρα, μπροστά στο δώμα τους. Στην αγκαλιά της κρατούσε το παιδί, το νέο βλαστάρι του σπιτιού. Τα κορίτσια τρέξανε στη μάνα τους κι η θεά πέρασε το κατώφλι. Το κεφάλι της άγγιζε τη σκεπή. Με το άνοιγμα της πόρτας απλώθηκε θεϊκό φως. Θείος φόβος, κατάπληξη και τρόμος έπιασε τη βασίλισσα. Σηκώθηκε κι από το κάθισμά της και ζήτησε από τη θεά να καθίσει. Μα κείνη δε δέχτηκε, αλλά έμεινε όρθια σωπαίνοντας και με χαμηλωμένα μάτια, ώσπου η έξυπνη υπηρέτρια Ιάμβη της πρόσφερε ένα σκαμνί ρίχνοντας πάνω του μια άσπρη σαν ασημένια προβιά. Πάνω δω κάθισε η Δήμητρα αφήνοντας το πέπλο της να πέσει από το πρόσωπό της. Καθόταν πολλή ώρα και σε βαθιά περισυλλογή, χωρίς να βγάζει λέξη και χωρίς να σαλεύει. Δε χαμογελούσε, ούτε άγγιζε φαγητό και πιοτό. Καθόταν σ’ αυτή τη θέση κι αναπολούσε λυπημένη την κόρη της, μέχρι που η ευφυής Ιάμβη με διάφορα αστεία έκαμε τη θεία Κυρία να χαμογελάσει. Κατόπιν η θεά άρχισε να γελά κι η ψυχή της βρήκε πάλι την ευθυμία της. Η συνετή Ιάμβη ήξερε να την παρηγορεί και αργότερα, όταν η θεά οργιζόταν. Η Μετάνειρα της πρόσφερε ένα ποτήρι με γλυκό κρασί, αλλά η Δήμητρα δεν το δέχτηκε. Δεν την επιτρεπόταν να πίνει κόκκινο κρασί. Αντίθετα, πρόσταξε ν’ ανακατώσουν κριθάρι με νερό και να το αρτύσουν με δυόσμο. Η βασίλισσα έφτιαξε το μείγμα και η θεά το δέχτηκε. Αυτό πίνουν από τότε οι μυημένοι για τη θεία κάθαρση, γιατί τους απαγορεύεται να πίνουν κρασί.

Τότε η Μετάνειρα άνοιξε το στόμα της. Χαιρέτησε και καλωσόρισε την ξένη. Πίστευε πως έβλεπε στα μάτια της θεάς το βασιλικό αξίωμα, αν και η ξένη βρισκόταν σε δυστυχία, που έρχεται από τους θεούς όπως και η ευτυχία. Από δω και πέρα η ξένη έπρεπε να αισθάνεται όπως κι αυτή. Της εμπιστεύτηκε το τελευταίο της παιδί, το γιο που δεν περίμενε πια να γεννηθεί. Αν τον περιποιόταν και το εκπαίδευε ώσπου να γίνει έφηβος, θα την ζήλευαν οι άλλες γυναίκες και η αμοιβή της θα ήταν πολύ μεγάλη. Η Δήμητρα, η θεά με το ωραίο στεφάνι, ανάλαβε την περιποίηση του παιδιού και υποσχέθηκε στη μάνα του πως δεν θα ήταν κακή παραμάνα, αλλά αντίθετα γνώριζε το μαγικό αντίδοτο ενάντια σ’ όλες τις κακές παρενέργειες. Πήρε το Δημοφώντα, το γιό του Κελεού, στο ευωδιαστό στήθος της, αγκαλιάζοντάς τον με τ’ αθάνατα χέρια της. Η Μετάνειρα χάρηκε. Η Δήμητρα περιποιόταν το παιδί στο παλάτι. Αυτό μεγάλωνε σα θεός, χωρίς τροφή και χωρίς πιοτό. Η θεά το μύρωσε με αμβροσία, το φύσηξε με τη γλυκιά αναπνοή της και το κρατούσε στην αγκαλιά της. Κάθε βράδυ έβαζε το παιδί πάνω στη δυνατή φωτιά, σαν πελεκούδι από το οποίο φτιαχνόταν ένα δαδί. Οι γονείς του δεν ξέρανε σχετικά μ’ αυτό. Γι’ αυτούς ήταν ένα θαύμα το πως ο γιός τους μεγάλωνε: είχε γίνει σχεδόν σαν τους θεούς. Η Δήμητρα θα τον έκανε αθάνατο, που δεν γερνάει ποτέ, αν η Μετάνειρα, αλόγιστη, δεν κατασκόπευε και δεν είχε δει τι συνέβαινε με το παιδί. Έσκουξε κι από την τρομάρα της χτύπησε τα δυό της χέρια στα πόδια της και ξέσπασε σε δυνατό λυγμό: «Γιέ μου, Δημοφών, η ξένη αφήνει εσένα να χαθείς στη φωτιά κι εμένα να βυθιστώ στη θλίψη!»

Αυτά είπε ολολύζοντας. Η θεά άκουσε τα λόγια της. Η καρδιά της γέμισε οργή ενάντια στη βασίλισσα. Με τ’ αθάνατα χέρια της ακούμπησε το παιδί στο πάτωμα, αφού θυμωμένη το τράβηξε από τη φωτιά, και είπε στη Μετάνειρα: «Άσοφοι είστε σεις οι άνθρωποι. Δεν προβλέπετε ούτε το μελλοντικό καλό ούτε το κακό. Κι εσύ από την αλογιστιά σου έπαθες αθεράπευτο κακό. Ορκίζομαι τον μεγάλο όρκο των θεών στα νερά της Στυγός: αθάνατον, που θα ‘μενε αιώνια νέος, θα ‘κανα τον αγαπητό σου γιο και θα του εξασφάλιζα παντοτινή λατρεία. Τώρα δεν υπάρχει γι’ αυτόν άλλο τρόπος ν’ αποφύγει το θάνατο. Θα δέχεται όμως αιώνια τιμές, γιατί κάθισε στα γόνατά μου και κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου. Πολλές φορές και σε ορισμένες περιόδους οι γιοί των κατοίκων της Ελευσίνος θα κάνουν πολέμους για να τον τιμήσουν. Εγώ είμαι η Δήμητρα, η κυρά κάθε τιμής, θεότητα της ύψιστης ωφέλειας, που χαρίζει τη μεγαλύτερη χαρά σ’ αθανάτους και σε θνητούς. Σεις κι όλος ο λαός οφείλετε αν μου χτίσετε ένα μεγάλο ναό μ’ ένα βωμό μπροστά, κάτω στα τείχη της πόλης και κοντά στο πηγάδι με τ’ ωραίο αλώνι του χορού, πάνω στο λόφο που προεξέχει. Θα σας διδάξω τις ιερές τελετές, για να μου προσφέρετε στο τέλος λατρεία, που παρηγορεί την ψυχή μου.»

Αυτά είπε η θεά και πήρε πάλι το αρχικό της μεγαλείο και την αληθινή της μορφή. Δεν ήταν πια μια γριά: την τύλιξε η ομορφιά κι απ’ το ευωδιαστό της φόρεμα απλώθηκε μια αρωματική πνοή. Ως μακρυά φώτιζε η λάμψη του αθάνατου σώματος, τα χρυσά μαλλιά πέφτανε πάνω στους ώμους και φως γέμισε το δωμάτιο σα θαμπωτική αστραπή. Η θεά βγήκε έξω από το παλάτι. Η βασίλισσα σωριάστηκε λιπόθυμη. Πολλή ώρα κοιτόταν άφωνη και δεν σκεπτόταν να σηκώσει το παιδί από χάμω. Οι αδελφές του ακούσανε το κλάμα του και πεταχτήκαν από τα κρεβάτια τους. Η μια τους σήκωσε το παιδί και το πήρε στην αγκαλιά της. Η άλλη άναψε τη φωτιά. Η τρίτη έτρεξε στη μάνα, τη βοήθησε να σηκωθεί και την πήγε στο δωμάτιό της. Όλες περικύκλωσαν το παδί, το ‘πλυναν ενώ αυτό σπάραζε και το τύλιξαν μ’ αγάπη. Αυτό ήταν απαρηγόρητο, γιατί τώρα είχε γύρω του χειρότερες παραμάνες. Όλη η νύχτα πέρασε με το να παρακαλούν τη μεγάλη θέα τρέμοντας από φόβο. Τη χαραυγή τα διηγήθηκαν όλα στον πανίσχυρο Κελεό, όπως διέταξε η θεά, η Δήμητρα με τ’ ωραίο στεφάνι. Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το λαό του και αξίωσε να χτίσουν στη Δήμητρα ένα ναό κι ένα βωμό πάνω στο λόφο. Ο λαός υπάκουσε αμέσως κι έκαμε όπως διατάχτηκε. Ο ναός υψώθηκε, γιατί ήταν θεϊκό θέλημα.

Όταν το κτίριο ήταν έτοιμο κι οι άνθρωποι είδαν τον καρπό των κόπων τους, τράβηξαν για τα σπίτια τους. Στο ναό έμεινε η Δήμητρα, μακρυά απ’ τους μακάριους θεούς, και θρηνούσε για την κόρη της. Στη γη που τρέφει το καθετί έστειλε ένα φοβερό χρόνο, ένα χρόνο μεγάλης δυστυχίας για τους ανθρώπους. Οι σπόροι δε φύτρωσαν. Η Δήμητρα τους έκαμε να μείνουν κρυμμένοι στο χώμα. Μάταια τα βόδια έσυραν τ’ αλέτρι στα χωράφια, μάταια έπεσε τ’ άσπρο κριθάρι στη γη. Θα κατέστρεφε όλη την ανθρωπότητα με μεγάλη πείνα και οι Ολύμπιοι δεν θα δέχονταν πια λατρεία και θυσίες, αν ο Ζευς δεν προνοούσε να κάνει κάτι. Πρώτα έστειλε την Ίριδα, τη χαριτωμένη θεά με τα χρυσά φτερά, για να καλέσει τη Δήμητρα να επιστρέψει. Η Ίρις υπάκουσε κι έτρεξε στην Ελευσίνα. Μάταια όμως την ικέτευε, γιατί η θεά δεν ήθελε ν’ ακούσει. Ο Πατήρ έστειλε όλους τους μακάριους θεούς να τη συναντήσουν. Ήρθανε με τη σειρά να κάμουν τη Δήμητρα να επιστρέψει, φέρνοντάς της θαυμάσια δώρα. Κανείς τους όμως δεν μπόρεσε να της αλλάξει την απόφαση. Δεν θα πατούσε το πόδι στο ευωδιαστό παλάτι του Ολύμπου κι ούτε θα ‘δινε η γη καρπούς, αν δεν έβλεπε πρωτύτερα την κόρη της.

«Δίας, Ερμής και Ίρις», απεικόνιση σε ερυθρόμορφο στάμνο, 480-470 π.Χ.

Όταν ο Ζευς τα πληροφορήθηκε αυτά, έστειλε τον Ερμή, το θεό με το χρυσό ραβδί, στο σκοτάδι του κάτω κόσμου, να καλοπιάσει τον Άδη και ν’ ανεβάσει στο φως των θεών την Περσεφόνη. Έτσι θα την ξανάβλεπε η μάνα της και θα σταματούσε η οργή της. Ο Ερμής υπάκουσε και πήδησε από τον Όλυμπο κάτω στα υπόγεια βάθη. Εδώ βρήκε τον Κύριο ξαπλωμένο στο παλάτι του. Ήταν ξαπλωμένος πάνω στο στρώμα του μαζί με την ντροπαλή σύζυγό του, που τόσο νοσταλγούσε τη μάνα της. Ο Ερμής στάθηκε μπροστά τους και πληροφόρησε τον Άδη, τον Κύριο των νεκρών, το θεό με τα μαύρα κατσαρά μαλλιά, ποιός ήταν ο σκοπός του ερχομού του. Ο Άδης χαμογέλασε. Υπάκουσε αμέσως στο Δία και είπε στη γυναίκα του: «Περσεφόνη, ξαναγύρισε στη μάνα σου, στη μαυροντυμένη θεά, πήγαινε με καλή καρδιά και μην είσαι πια έτσι θλιμμένη. Δεν σου είμαι ανάξιος σύζυγος ανάμεσα στους αθανάτους – είμαι ο κατά σάρκα αδελφός του πατέρα Διός. Θα κυριαρχείς, αν μείνεις εδώ για πάντα, πάνω σ’ όλη τη ζωή και θ’ απολαβαίνεις τις μεγαλύτερες τιμές ανάμεσα στους θεούς. Όποιος σε προσβάλλει και δεν σου προσφέρει εξιλαστήρια θυσία, θα τιμωρείται αιώνια γι’ αυτό.»

Αυτά είπε ο Άδης. Χαρούμενη πήδησε πάνω η Περσεφόνη. Ο σύζυγος όμως, χωρίς εκείνη να το καταλάβει, της είχε δώσει να φάει ένα γλυκό σπυρί από ρόδι, για να μείνει παντοτινά με την Περσεφόνη. Έζεψε τ’ αθάνατα άλογα στη χρυσή άμαξα κι η θεά ανέβηκε. Ο Ερμής οδήγησε το άρμα έξω από το ανάκτορο κρατώντας το χαλινάρι και το μαστίγιο. Πρόθυμα πετούσαν τ’ άλογα και γρήγορα καλύψανε το μεγάλη απόσταση. Ούτε η θάλασσα και τα ποτάμια, ούτε τα φαράγγια και οι βράχοι κόψανε την ορμή τους: διασχίζανε τον αέρα. Ο Ερμής σταμάτησε εκεί που βρισκόταν η Δήμητρα, μπροστά στον ευωδιαστό ναό της. Μόλις είδε την κόρη της, πετάχτηκε πάνω σαν Βάκχη στο δάσος. Η Περσεφόνη παράτησε το άρμα και πέταξε κοντά στη μητέρα της. Κι ενώ η μια έπεσε στην αγκαλιά της άλλης, η Δήμητρα ρώτησε την κόρη της αν ο Άδης της έδινε τροφή. Αν ναι, τότε θα ‘πρεπε το ένα τρίτο του χρόνου να το περνάει κάτω από τη γη και μονάχα τα υπόλοιπα δύο τρίτα μπορούσε να τα περνάει κοντά στη μάνα της και τους άλλους θνητούς, επιστρέφοντας από τον κάτω κόσμο κάθε άνοιξη.

Ανάγλυφη απεικόνιση της θεάς Εκάτης

Η Περσεφόνη διηγήθηκε πως τη στιγμή που πήδηξε από τη χαρά της, γιατί θα ξαναγύριζε στη μάνα της, ο σύζυγός της έβαλε κρυφά στο στόμα ένα σπυρί από ρόδι και την ανάγκασε να το φάει. Διηγήθηκε επίσης τα σχετικά με την αρπαγή της: πώς έπαιζε με τις κόρες του Ωκεανού, με την Αθήνα και την Άρτεμιν, και μάζευε λουλούδια, όταν ο Άδης όρμησε καταπάνω της. Μάνα και κόρη πέρασαν όλη τη μέρα εκφράζοντας την αγάπη τους. Ήρθε κι η Εκάτη μ’ αστραφτερά στολίδια στο κεφάλι κι αγκάλιασε μ’ αγάπη την κόρη της θείας Δήμητρος. Από τότε η Εκάτη συνοδεύει υποτακτικά και τις δύο. Ο Ζευς έστειλε τη Ρέα, τη μάνα του, τη θεά με το μαύρο φόρεμα σαν αγγελιοφόρο στη Δήμητρα και την Περσεφόνη με σκοπό να τις φέρει κοντά του. Τους υποσχέθηκε κάθε τιμή που θα επιθυμούσαν και η κόρη θα μπορούσε να περνάει τα δύο τρίτα του χρόνου κοντά στη μητέρα της και στους υπόλοιπους αθάνατους. Η Ρέα πήδησε από τον Όλυμπο στο Ράριον πεδίον, που παλαιότερα ήτανε καρποφόρο και τώρα έμεινε ξερότοπος, χωρίς έναν πράσινο θάμνο. Το άσπρο κριθάρι δε φύτρωνε πάνω σύμφωνα με το θέλημα της θεάς Δήμητρος, της θέας με τους ωραίους αστραγάλους. Γρήγορα πάλι, καθώς η άνοιξη προχωρούσε, θα πυκνοσκεπαζόταν με στάχυα. Σ’ αυτούς τους αγρούς πρωτοπάτησε η θεά, όταν κατέβηκε από τον ουρανό. Μ’ ευχαρίστηση ειδωθήκανε μάνα και κόρη, η Ρέα και η Δήμητρα. Η μάνα των θεών τους είπε τι τους υποσχέθηκε ο Ζευς και παρακάλεσε την κόρη της ν’ αφήσει να φυτρώσουν πάλι οι ζωοδότες σπόροι.

Η Δήμητρα υπάκουσε κι έκαμε να βλαστήσουν τα χωράφια με την παχιά γη. Όλη η πλατιά γη σκεπάστηκε με χόρτα κι ανθούς. Κι η θεά πήγε στους βασιλιάδες και τους δίδαξε τις ιερές τελετές και τους μύησε στη μυστηριακή λατρεία, που δεν επιτρέπεται ούτε να την εγκαταλείψουν, ούτε να την ακούσουν, κι ούτε να την πουν: μεγάλος σεβασμός μπροστά στους θεούς κλείνει το στόμα. Μακάριος είναι ο άνθρωπος πάνω στη γη, που φωτίστηκε με τα μυστήρια. Όποιος όμως μείνει αμύητος και αμέτοχος, όταν πεθάνει δε θα ‘χει μερίδιο στην ίδια ευλογία, όντας κάτω στο πνιγηρό σκοτάδι.

Όταν η Δήμητρα δίδαξε σ’ όλους τα μυστήρια, οι θεές ξανανέβηκαν στον Όλυμπο, στην κοινότητα των υπολοίπων αθανάτων. Εκεί ζουν τιμημένες κοντά στο Δία. Μακάριος είναι ο άνθρωπος πάνω στη γη, που τις τιμά. Εύκολα το στέλνουνε το θεό Πλούτο, που σκορπάει στους θνητούς τ’ αγαθά στο παλάτι, στους συντρόφους της ίδιας εστίας.

Πηγή: Κ. Κερένυι (2013:219-227) Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα

Advertisements