Μια φορά ήταν σαράντα Γιάννηδες και κίνησαν να παν στο λόγγο, να κόψουν ξύλα. Πήρε ο καθένας από ένα τσεκούρι και ξεκίνησαν. Πήγα, πήγαν κι όταν κοντοζύγωναν στο λόγγο, σουρούπωσε. Τότε είπαν:

– Τώρα θα πλαγιάσουμε και πρωί πρωί κόβουμε τα ξύλα.

Πήγαν να πλαγιάσουν, μα φοβούνταν κιόλα κ’ ήθελαν να πλαγιάσουν όλοι στη μέση και κανένας στην άκρη.

Κει που μάλωναν, τους άκουσεν ένας βοσκός και πήγε να ιδή τι τρέχει. Μόλις τον είδαν, του είπαν:

– Μήπως ξέρεις εσύ κανέναν τρόπο να μας βάλεις όλους στη μέση;

– Ξέρω, τους λέει. Τί θα μου δώσετε να σας βάλω όλους στη μέση;

– Σου δίνομε όλα τα τσεκούρια μας, είπαν μ’ ένα στόμα.

Ο βοσκός πήρε μια κάπα και την έβαλε από το ένα μέρος, πήρε κ’ ένα κούτσουρο και τόβαλε από το άλλο. Ύστερα πήρε τα τσεκούρια τους και έφυγε.

Οι Γιάννηδες τότε πλάγιασαν και την αυγή σηκώθηκαν και κίνησαν μέσ’ στο λόγγο, να κόψουν ξύλα.

Κοιτάνε, βλέπουν ένα κυπαρίσσι ψηλό.

– Ελάτε, λέει ένας, να κόψουμε το κυπαρίσσι.

– Με τί να το κόψουμε; λένε οι άλλοι. Τσεκούρια δεν έχουμε!

– Να σας πω εγώ, λέει εκείνος. Ν’ ανεβώ εγώ να πιαστώ απ’ την κορφή, ν’ ανεβεί ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια μου, ν’ ανεβεί άλλος ένας να κρεμαστεί απ’ τα ποδάρια αυτουνού, ένας άλλος απ’ τα ποδάρια εκεινού, όλοι να κρεμαστούμε ένας κατόπι στον άλλον. Τί θα κάμει το δέντρο; Απ’ το βάρος θα κοπεί, θα πέσει και το πελεκούμε ύστερα στο σπίτι!

Όπως είπε, έτσι έκαμαν. Αρμαθιάστηκαν ο ένας κοντά στον άλλον και κρεμνιόνταν. Τον κάτω-κάτω τον λέγανε Μαστρογιάννη Παντελή. Του πρώτου-πρώτου, που ήταν πιασμένος απ’ την κορφή του κυπαρισσιού, του πόνεσαν απ’ το βάρος τα χέρια. Φωνάζει από πάνω:

– Ε, Μαστρογιάννη Παντελή! Βάστα μια στιγμή να κάνω κούκκου-φτύμα (να φτύσει δηλαδή τα χέρια του για να ξαναπιάσει γερά).

Αφήνει μια στιγμή τα χέρια του, κυλίστηκαν όλοι μαζί κάτω στο ρέμα, σκοτώθηκαν. Μόνο οι δυό που ήταν κάτω-κάτω γλίτωσαν κι ο απάνω-απάνω, γιατί έπεσε απάνω στους άλλους και γλίτωσε.

Σηκώθηκαν αυτοί, φεύγουν.

Πηγαίνοντας βλέπουν απάνω σ’ ένα δέντρο και καθόταν ένα τρυγόνι. Λέει ο ένας στους άλλους δυό:

– Ο ένας να πάει να βρει σπίρτα, για ν’ ανάψουμε φωτιά, ο άλλος να πάει να φέρει αλάτι, για να το αλατίσουμε κ’ εγώ θ’ ανέβω στο δέντρο να πιάσω το πουλί.

Κίνησαν δα αυτοί να φέρουν αλάτι και σπίρτα, για να ψήσουν το πουλί, και κείνος ανέβηκε στο δέντρο να το πιάσει.

Το τρυγόνι πέταξε και πήγε στο άλλο δέντρο. Τότε είπε κι αυτός:

– Πηδάς εσύ, πηδάω κ’ εγώ. Και πήδησε απ’ το δέντρο, έπεσε κάτω, σκοτώθηκε, κ’ έτυχε κ’ ένα φτερό πήγε στο στόμα του.

Σαν ήρθαν οι δυό άλλοι και τον βρήκαν σκοτωμένον μ’ ένα φτερό στο στόμα του, κούνησαν το κεφάλι τους και είπαν:

– Ποιός σου είπε να φας το κυνήγι άψητο;

Έτσι απόμειναν οι δύο. Λέει τότε ο ένας:

– Τί να κάνουμε τώρα τ’ αλάτι;

– Να το σπείρουμε, λέει ο άλλος.

Πήγαν, ζευγάρωσαν ένα χωράφι και το έσπειραν. Ύστερα πήγαιναν κάθε μέρα και κοιτούσαν αν φύτρωσε τ’ αλάτι, μα δεν έβλεπαν τίποτε.

Μια μέρα παίρνουν κ’ οι δυό από ένα τουφέκι στο νώμο και πάνε να ιδούν ποιός τρώει το αλάτι, να τον σκοτώσουν.

Σαν πήγαν στο χωράφι κοιτάει ο ένας και βλέπει μιαν ακρίδα. Λέει στον άλλον σιγά-σιγά:

– Ε συ, να το πουλί που μας τρώει τ’ αλάτι!

Κείνη τη στιγμή πηδάει η ακρίδα και κάθεται πάνω στο μέτωπο του άλλου.

– Μη κουνιέσαι, του λέει ο σύντροφός του, να σκοτώσω το πουλί που μας τρώει τ’ αλάτι.

Τραβάει, σκοτώνει την ακρίδα, σκοτώνει και το σύντροφό του μαζί. Απόμεινε αυτός τώρα μονάχος. Γυρίζοντας για το χωριό περνάει από ένα γεφύρι. Αποκάτω έτρεχε το ποτάμι. Πάει στην άκρη, σκύβει να ιδεί την καμάρα του γεφυριού, γκρεμίζεται. Πάει κι αυτός.

Γ.Α. Μέγας (επιμ.) (2004:218-220) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, Σειρά Πρώτη, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑ ΑΕ, Αθήνα

Advertisements