Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.
Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου ‘πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.


Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου ‘πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’ άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ-λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου ‘πανε
απάντηση δεν πήρα.
Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, πού να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου ‘πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’ τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας.

Özdemir ince

Advertisements