Ο Ναστραδίν Χότζας όλο και γκρίνιαζε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ναζίμα. Του ‘λεγε εκείνη κάθε φορά: «Ο μακαρίτης ο πρώτος μου άντρας, ο Αγκίμπ, δεν έκανε τούτο, δεν έκανε κείνο».

Μια νυχτιά την ακούει πάνω στον ύπνο της να παραμιλάει και να… ευχαριστεί τον Αγκίμπ για τα χάδια που φαίνεται πως της έκανε… στ’ όνειρό της. Ο Χότζας, χωρίς να το πολυσκεφτεί, της δίνει μια κλωτσιά και τη ρίχνει κάτω στο πάτωμα. Οργισμένη η Ναζίμα τρέχει ολονυχτίς στους γονείς της και το πρωί στον κατή.

Να πως απολογήθηκε ο Ναστραδίν:

Από τα λόγια της χανούμ κατάλαβα πως ο Αγκίμπ κοιμόταν ανάμεσά μας. Έτσι, για να μην παρεξηγήσει πως είμαι αφιλόξενος, κι επειδή δε χωράγαμε και οι τρεις στο κρεβάτι, έστειλα τη γυναίκα μου να κοιμηθεί κάτω στο πάτωμα.

Ο δικαστής έδωσε δίκαιο στο Χότζα. Η παμπόνηρη όμως γυναίκα δεν το έβαλε κάτω. Ορκίστηκε εκδίκηση.

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ που είχαν ξαπλώσει στο χαγιάτι να κοιμηθούν κι έπιασαν καβγά, η Ναζίμα το δίνει μια κλωτσιά κι ο Χότζας πέφτει με γδούπο στον κήπο.

Την άλλη μέρα οι γείτονες, που είχαν ακούσει τον καβγά και το πέσιμο, ρωτούσαν με υπονοούμενα το Χότζα τι έπαθε εκείνη τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα. Τσακώθηκα με τη γυναίκα μου κι εκείνη έδωσε μια κλωτσιά στο καφτάνι μου κι έπεσε στον κήπο.

Κι έκανε τέτοιο θόρυβο;

Μα δεν καταλαβαίνετε πως ήμουν κι εγώ μέσα; απάντησε συνοφρυωμένος ο Ναστραδίν Χότζας.

Πηγή: Δημητρακόπουλος Σοφοκλής (επιμ.) (1988:82-83) Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΝΑΣΤΡΑΔΙΝ ΧΟΤΖΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

Advertisements