Μεγάλωσα σε διαφορετικές γειτονιές, αραβικές και κουρδικές. Μέχρι τα εννιά έζησα σε μια αραβική γειτονιά. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί, είχαν μετακινηθεί από τα νότια στα βόρεια του Ιράκ, εξαιτίας της στρατιωτικής τους υπηρεσίας.

Στην περιοχή αποτελούσα πάντοτε το μαύρο πρόβατο – συνήθιζαν να με αποκαλούνε Κούρδο υπό τη μορφή προσβολής. Και μπορούσαν να καταλάβουν την κουρδική μου καταγωγή λόγω της προφοράς μου.

Όταν έγινα δέκα, μετακομίσαμε σε μια κουρδική γειτονιά.

Ήμουν ο μοναδικός στη γειτονιά που δε φορούσε τα κουρδικά shirwal (τα παραδοσιακά φαρδιά παντελόνια). Ο μεγαλύτερος φόβος μου πλέον ήταν μήπως αρχίσουν να με αποκαλούν Άραβα, εξαιτίας της αραβικής προφοράς μου κάθε φορά που μιλούσα κουρδικά. Δεν άργησαν να καταλάβουν τι φοβόμουν και σύντομα άρχισαν να με αποκαλούν Άραβα υπό τη μορφή προσβολής. Ήμουν για άλλη μια φορά περιθωριοποιημένος κι αποκλεισμένος. Για ένα παιδί, αυτή η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα σκληρή.

Τα παιδιά παίζουν παιχνίδια ανάλογα με τις εποχές. Για παράδειγμα το φθινόπωρο συνηθίζαμε να πετάμε αετούς, γιατί είχαμε αέρα. Αργότερα, όταν ερχόταν το καλοκαίρι, παίζαμε με βόλους. Οι βόλοι και οι συλλογές από κάρτες με καουμπόυδες που βρίσκαμε σε πακέτα από τσίχλες, ήταν πολύ δημοφιλή παιχνίδια μεταξύ των παιδιών. Υπήρχαν κάποια που διέθεταν πολλές κάρτες και ήταν ιδιαίτερα γνωστά ακόμα και πέρα από τα όρια της γειτονιάς τους. Υπήρχαν κι άλλα που ερχόντουσαν να παίξουν και να βάλουν στοιχήματα από πολύ μακρυά και καμμιά φορά έχαναν χιλιάδες κάρτες. Το ίδιο συνέβαινε και με τους βόλους. Υπήρχαν παιδιά που διέθεταν δεκάδες κάλτσες γεμάτες βόλους – όταν γέμιζες την πρώτη σου κάλτσα, ένιωθες σα να είχες γίνει εκατομμυριούχος!

Ήταν εκείνη την περίοδο περίπου που άρχισα να αξιοποιώ όσα είχα διδαχθεί με τον αραβικό τρόπο παιξίματος με βόλους. Τα κουρδόπουλα της γειτονιάς έπαιζαν με τον κουρδικό τρόπο, τοποθετώντας το χέρι τους σε οριζόντια θέση, πράγμα που σε δυσκόλευε να χτυπήσεις το στόχο, όταν υπήρχαν πέτρες ή μικροί λόφοι στο ενδιάμεσο. Έπαιζαν μια κουρδική εκδοχή του παιχνιδιού με βόλους που ονομαζόταν mushien. Το παιχνίδι αυτό ήταν ιδιαίτερα σύνθετο και με πολλούς κανόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, δεν επιτρεπόταν να χτυπήσεις τον τελευταίο βόλο, τον οποίο ονομάζαμε “Hajj” (όπως τους προσκυνητές στη Μέκκα). Υπήρχαν και πολλοί άλλοι κανόνες, οι οποίοι δεν σου επέτρεπαν να νιώσεις ελεύθερος και που στην πραγματικότητα επέτρεπαν να κερδίσεις ή να χάσεις μόνο λίγους βόλους κάθε φορά. Επιπλέον, ο πιο σημαντικός βόλος κατασκευαζόταν από πέτρα από τα ίδια τα παιδιά. Μερικές φορές τους έπαιρνε μήνες μέχρι να τον ολοκληρώσουν, χρησιμοποιώντας ένα μικρό σφυρί και ένα κομμάτι χαρτί για να χαρίσουν στο βόλο το τέλειο κυκλικό σχήμα του.

Τους είπα ότι υπήρχε ένα νέο παιχνίδι που το έλεγαν tannab. Το tannab ήταν πολύ ευκολότερο και δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου περιορισμοί, το ρίσκο όμως ήταν πολύ μεγαλύτερο: μπορούσες για παράδειγμα να χάσεις μέχρι πέντε βόλους και να κερδίσεις μέχρι εικοσιπέντε. Τα άλλα αγόρια είχαν γοητευτεί ιδιαίτερα με τις ελευθερίες του παιχνιδιού και τις δυνατότητες κέρδους επίσης. Έτσι αρχίσαμε να παίζουμε. Αξιοποιώντας την κάθετη θέση τοποθέτησης του χεριού, την οποία είχα διδαχθεί στην αραβική γειτονιά, κατάφερα να ξετινάξω ολόκληρο το δρόμο. Στη συνέχεια, τους πούλησα τους βόλους τους. Βρισκόμασταν στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Θυμάμαι ότι είχα κερδίσει ένα δηνάριο, το οποίο έδωσα στη μητέρα μου για να μου αγοράσει ένα ζευγάρι κουρδικά shirwal.

Από τότε και στο εξής με αποδέχτηκαν και ουδέποτε με αποκάλεσαν άραβα ξανά.

Πηγή: http://supercommunity.e-flux.com/authors/hiwa-k/

Advertisements