Ζούσε κάποτε στη χώρα των Βιντάρμπα ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Μπίμα, στον οποίο η εύνοια των θεών χάρισε μια πανέμορφη κόρη, που της έδωσε το όνομα Νταμαζάντι.

Η ζωή της πριγκίπισσας Νταμαζάντι κυλούσε σαν όνειρο. Μια νύχτα όμως, είδε ένα αληθινό όνειρο. Είδε ότι δώδεκα χρυσόφτερα πουλιά πετούσαν στον κήπο της και ότι έπιασε ένα από αυτά. Άρχισε τότε το πουλί να μιλάει:

«Άκουσε Νταμαζάντι, είμαστε τα πουλιά της μοίρας και ήρθαμε να σου αναγγείλουμε το βασιλιά Ναλ ως σύζυγό σου, μια και, όπως εσύ είσαι το μαργαριτάρι μεταξύ των γυναικών, έτσι και αυτός είναι η αστραπή μεταξύ των αντρών. Και εμείς, εμείς που πετάμε μέσα από τους κόσμους των θεών, των ημίθεων και των ανθρώπων, όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί.»

Το χρυσό πουλί πέταξε μακρυά και από εκείνη τη στιγμή η Νταμαζάντι έπεσε σε βαριά θλίψη. Μια μέρα, ο πατέρας της ο βασιλιάς Μπίμα της είπε: «Ήρθε πια η ώρα να καλέσω τους μνηστήρες για την κόρη μου». Και διέδωσε το μαντάτο σε όλα τα βασίλεια και όλες τις χώρες. Οι μνηστήρες ξεκίνησαν πάνω στους μυριοπλούμιστους ελέφαντές τους, πάνω στις χρυσοποίκιλτες άμαξές τους. Ακόμη κι οι θεοί είχαν σαγηνευτεί και αποφάσισαν να έλθουν να ζητήσουν την Νταμαζάντι για γυναίκα τοιυς. Ο Ίνδρα ο θεός του ανέμου, ο Άγκνι ο θεός της φωτιάς, ο Βαρούνα ο θεός του νερού και ο Γιάμα ο κόκκινος, ο θεός του θανάτου και της δικαιοσύνης. Καθώς προχωρούσαν, αναζήτησαν έναν αγγελιοφόρο μεταξύ των ανθρώπων. Είδαν τότε το βασιλιά Ναλ να πλησιάζει. Στεκόταν πάνω στη χρυσοποίκιλτη άμαξά του και ήταν ίδιος ο θεός της αγάπης.

«Στάσου βασιλιά Ναλ», φώναξε ο Ίνδρα «αποφασίσαμε να είσαι ο αγγελιοφόρος μας».

«Ευχαρίστησή μου να είμαι ο αγγελιοφόρος σας θεοί», είπε ο Ναλ και τράβηξε τα χαλινάρια των αλόγων, «αφού μάλιστα εσείς είστε αθάνατοι».

«Ναι, είμαστε» είπε ο Ίνδρα «και σε παρακαλούμε αν πας στην πριγκίπισσα Νταμαζάντι και να της πεις ότι έρχονται οι φύλακες του κόσμου».

«Αχ» έκαμε ο Ναλ «μη στείλετε εμένα. Έχω κι εγώ κινήσει να τη ζητήσω σε γάμο».

«Τί λόγια είναι πάλι τούτα;» οργίστηκε ο Ίνδρα. «Πρώτα ήθελες να είσαι ο αγγελιοφόρος, τώρα αλλάζεις γνώμη και δε θέλεις. Δε μιλάει έτσι κανείς με τους θεούς!»

Έφτασε λοιπόν ο Ναλ θλιμμένος στους κήπους του βασιλιά Μπίμα. Το βράδυ όμως που προηγήθηκε της γιορτής κατάφερε να τρυπώσει κρυφά στο δωμάτιο της Νταμαζάντι, και όταν αυτή τον αντίκρυσε, το πρόσωπό της χρωματίστηκε όπως ο ουρανός όταν ανατέλλει ο ήλιος.

«Πώς βρέθηκες εδώ Ναλ;», τον ρώτησε. «Ήρθες για να κλωτσήσεις μακρυά ό,τι ήδη σου ανήκει;»

«Αχ Νταμαζάντι», είπε ο Ναλ «οφείλεις να γνωρίζεις ότι οι ίδιοι οι φύλακες του κόσμου επιθυμούν να σε κάνουν γυναίκα τους, και δεν είναι καλό να τα βάζει κανείς με τους θεούς».

Η Νταμαζάντι όμως αποκρίθηκε: «ο σεβασμός μου θα ανήκει για πάντα στους θεούς, η καρδιά μου όμως ανήκει σε σένα».

«Αχ Νταμαζάντι, όποιος αντιστέκεται στους θεούς, τον περιμένει η καταστροφή!»

Είπε τότε η Νταμαζάντι: «Κανείς από τους μνηστήρες δεν πρόκειται αύριο να τολμήσει να με ζητήσει σε γάμο. Εγώ η ίδια θα διαλέξω! Και αύριο με το καλό, την ώρα της επιλογής του συζύγου μου, θα αποθέσω στεφάνι στους ώμους σου και κανείς δεν θα σε κατηγορήσει».

Οι τέσσερις όμως θεοί είχαν κρυφακούσει τη συνομιλία αυτή. Και καθώς το επόμενο πρωί η Νταμαζάντι ετοιμαζόταν για την επιλογή του συζύγου της, είδε μπροστά της πέντε άντρες με την ίδια μορφή, αφού οι τέσσερις θεοί είχαν πάρει τη μορφή του βασιλιά Ναλ. Επιστράτευσε τότε η πριγκίπισσα Νταμαζάντι όλο της το θάρρος, έκανε ένα βήμα μπροστά, υποκλίθηκε και πήρε το λόγο: «Παντοτινά θα ανήκει σε σας ο σεβασμός και η λατρεία μου αθάνατοι. Το χρυσό πουλί της μοίρας όμως έχει ήδη αποφανθεί και η καρδιά μου ανήκει στο βασιλιά Ναλ. Πώς να αποδειχτώ άπιστη στην ίδια μου την καρδιά;» Μπροστά στα λόγια αυτά οι θεοί συγκινήθηκαν και έκαναν ένα βήμα πίσω και είδε τότε η Νταμαζάντι ότι τα πόδια τους δεν πατούσαν στο έδαφος, δεν έριχναν καμιά σκιά και το βλέμμα τους ήταν πέτρινο. Μονάχα ο βασιλιάς Ναλ πατούσε στο έδαφος, είχε σκιά και το βλέμμα του ήταν ζωηρό. Τον πλησίασε τότε η Νταμαζάντι και απόθεσε στους ώμους του το στεφάνι. Και όλοι χάρηκαν δίχως φθόνο για την ευτυχία των δύο ερωτευμένων, που υποκλίθηκαν μπροστά στους θεούς και ζήτησαν την εύνοια και την προστασία τους. Οι τέσσερις θεοί τους έδωσαν την υπόσχεσή τους. Έγιναν μετά αόρατοι και πήραν το δρόμο τους.

Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν δυό σκοτεινές μορφές. Επρόκειτο για τον κακό Κάλι με το βοηθό του. «Για πού το έβαλες Κάλι;», ρώτησε ο Ίνδρα.

«Φύγε από το δρόμο μου Ίνδρα!» φώναξε ο Κάλι. «Πάω στην επιλογή του συζύγου της Νταμαζάντι, μια κι εμένα πρέπει η όμορφη να παντρευτεί!»

«Κάπως καθυστερημένος είσαι», γέλασαν οι τέσσερις, «η πριγκίπισσα διάλεξε ήδη το βασιλιά Ναλ».

«Θα μου το πληρώσει αυτή η τρελή!» ούρλιαξε ο Κάλι. «Είχε να διαλέξει μεταξύ των αθανάτων και πήγε και διάλεξε ένα θνητό για άντρα της!»

Και αποφάσισε να καταστρέψει τους δυο ερωτευμένους.

Ο Ναλ και η Νταμαζάντι όμως έχαιραν ήδη της εύνοιας των τεσσάρων θεών. Και ήταν τώρα επτά χρόνια παντρεμένοι και είχαν δυο παιδιά. Συνέβη όμως μια μέρα να γυρίσει κάθιδρος και κουρασμένος ο βασιλιάς Ναλ από το κυνήγι και να λησμονήσει τον καθορισμένο εξαγνισμό, και έτσι μπορούσε τώρα ο Κάλι να τον θέσει υπό τον έλεγχό του.

Την ίδια μέρα ήρθε ένας ετεροθαλής αδερφός του βασιλιά, ο Πουσκάρα, με την ενθάρρυνση του Κάλι, και προσκάλεσε το βασιλιά να παίξουν ζάρια. Ο βασιλιάς Ναλ – υπό την εξουσία του Κάλι – έριχνε και ξανάριχνε τα ζάρια. Έχασε τα άλογά του και το χρυσάφι του. Οι φίλοι του και η Νταμαζάντι προσπάθησαν κατ’ επανάληψη αν τον αποτρέψουν από το να συνεχίσει το παιχνίδι. Ο Ναλ όμως ήταν πλέον υποχείριο του Κάλι και δεν μπορούσε να τους ακούσει. Έσπευσε τότε η Νταμαζάντι, προκειμένου να αποτρέψει τα χειρότερα, στον οδηγό του συζύγου της και του ζήτησε να την πάει μαζί με τα δυό παιδιά της στο βασίλειο του πατέρα της. Επέστρεψε μετά η Νταμαζάντι στον Ναλ, που είχε ήδη χάσει στο παιχνίδι του βασίλειό του.

Είπε τότε ο Πουσκάρα, μέσα σε τρανταχτά γέλια: «Ας παίξουμε λοιπόν τώρα στα ζάρια και την όμορφη Νταμαζάντι!»

Αλλά ο Ναλ σηκώθηκε σαν σε όνειρο, πήρε τη Νταμαζάντι από το χέρι και βγήκε μαζί της έξω απ’ το παλάτι. Ο Πουσκάρα είχε επί ποινή θανάτου απαγορεύσει στους πρώην υπηκόους τους να τους βοηθήσουν. Δεν είχαν τίποτε, εκτός από τα ρούχα που φορούσαν. Έφυγαν λοιπόν κι άρχισαν να πορεύονται σε αφιλόξενους τόπους κι ερημιές. Αίφνης πέταξαν δίπλα τους δυό πουλιά. Ο Ναλ έριξε το πανωφόρι του πάνω από τα πουλιά, καθώς σκέφτηκε ότι θα αποτελούσαν ένα πρώτης τάξεως δείπνο. Τα πουλιά όμως εκείνα ήταν σταλμένα από τον Κάλι για να του αποσπάσουν και το τελευταίο αγαθό που είχε στην κατοχή του. Υψώθηκαν στον αέρα μαζί με το πανωφόρι του και πέταξαν μακρυά. Πλησίασε τότε η Νταμαζάντι τον Ναλ και άπλωσε το μισό του δικού της πανωφοριού πάνω του και έτσι, τυλιγμένοι με ένα πανωφόρι, συνέχισαν την πορεία τους. Όταν βρέθηκαν κάποια στιγμή σε ένα σταυροδρόμι, είπε ο Ναλ: «Πήγαινε Νταμαζάντι! Δεν απέχει μακρυά από εδώ το βασίλειο του πατέρα σου. Δεν πρέπει να δέσεις τη μοίρα σου με αυτήν ενός άντρα που έπεσε στη δυστυχία με δική του ευθύνη.»

Αλλά η Νταμαζάντι αποκρίθηκε: «Μαζί σου ήμουν όταν ο ήλιος της ευτυχίας έλαμπε πάνω από το κεφάλι σου, μαζί σου θα είμαι και τώρα που έπεσε η νύχτα της δυστυχίας.»

Ξάπλωσαν και η γυμνή γη ήταν το κρεβάτι τους. Την ώρα που η Νταμαζάντι κοιμόταν, σηκώθηκε ο Ναλ και μονολόγησε: «Δεν είναι δίκαιο να σύρω τη Νταμαζάντι μαζί μου, στο δρόμο της δυστυχίας.»

Και απομακρύνθηκε αθόρυβα. Όταν η Νταμαζάντι ξύπνησε και δεν βρήκε στο πλευρό της το Ναλ, φώναξέ τ’ όνομά του δυνατά, κι ύστερα πήρε άπρακτη το δρόμο για το βασίλειο του πατέρα της, όπου την υποδέχτηκαν με χαρά ο ίδιος και τα δυό της παιδιά.

Ο Ναλ όμως εξακολουθούσε να περιπλανιέται στην ερημιά. Όσες φορές απαντούσε έναν καθρέφτη νερού μπροστά του, κοίταζε το πρόσωπό του και παρακαλούσε τους θεούς να τον κάνουν αγνώριστο. Κάποια στιγμή, συνάντησε στο δρόμο του μια εστία φωτιάς – μέσα στις φλόγες περιελισσόταν ένα πλάσμα, μισό άνθρωπος και μισό φίδι. Ήταν ο βασιλιάς των φιδιών, ο Καρκοτάκα. Καθώς αντίκρυσε τον Ναλ αναφώνησε: «Πήδα στις φλόγες, ω Ναλ! Προσέβαλα μαι μέρα τους θεούς και αυτοί με καταράστηκαν με τούτη δω τη φωτιά. Η ετυμηγορία τους ήταν: Μείνε σε αυτή τη φωτιά ώσπου να εμφανιστεί στο δρόμο σου ο βασιλιάς Ναλ. Μονάχα αυτός μπορεί να σε ανασύρει από τούτες τις φλόγες.»

Ο Ναλ πήδηξε μέσα στις φλόγες και τράβηξε έξω το βασιλιά των φιδιών. Τη στιγμή όμως που άγγιζε το φίδι, αδυνάτισε μέσα του [η επίδραση του] βασιλιά Κάλι και βρέθηκε πάλι υπό την προστασία του θεού της φωτιάς Άγκνι. Ο βασιλιάς των φιδιών δάγκωσε το Ναλ, που παραμορφώθηκε.

«Μη λυπάσαι» είπε ο Καρκοτάτα «σε άλλαξα, όπως ήταν η επιθυμία σου. Αν όμως θελήσεις να επανακτήσεις την προηγούμενη μορφή σου, πάρε αυτό το πουκάμισο» και έτεινε στο Ναλ ένα απλό λινό πουκάμισο, «φόρεσέ το και σκέψου εμένα. Μόνο τώρα άκουσέ με προσεχτικά: Πήγαινε στο βασίλειο του βασιλιά Ριτουζπάρζνα, που είναι μυημένος στα μυστικά των αριθμών και κατέχει το αλάθητο ζάρι. Ψάχνει για οδηγό και για τις υπηρεσίες που θα του προσφέρεις, θα σου δωρίσει το αλάθητο ζάρι. Έτσι θα μπορέσεις να αποκτήσεις ξανά το χαμένο σου βασίλειο.»

Με τα λόγια αυτά, σύρθηκε ο βασιλιάς των φιδιών μέσα στους θάμνους. Ο Ναλ πήγε στο βασίλειο του Ριτουζπάρζνα, ανέλαβε καθήκοντα οδηγού και σύντομα του έγινε απαραίτητος.

Στη χώρα όμως των Βιντάρμπα, η πριγκίπισσα Νταμαζάντι νοσταλγούσε πάντοτε το βασιλιά Ναλ και η πρώτη της παράκληση, την οποία απήυθηνε στον πατέρα της, ήταν: «Στείλε αγγελιοφόρους σε όλες τις χώρες. Στείλε να ψάξουν για το διωγμένο βασιλιά. Και σαν αναγνωριστικό σύνθημα πρέπει οι αγγελιοφόροι να πουν:

Παίχτη, για πού τραβάς λυπημένος

με το πανωφόρι το μισό ντυμένος;»

Πήγαν λοιπόν οι αγγελιοφόροι σε όλες τις χώρες, και ο καθένας τους επέστρεψε άπρακτος. Ένας όμως αγγελιοφόρος πήγε στο βασίλειο του βασιλιά Ριτουζπάρζνα. Αλλά ο έξυπνος κάτοχος του ζαριού, με όλη την ακολουθία, δεν μπορούσε να καταλάβει με τίποτε εκείνο το σύνθημα. Πήρε έτσι θλιμμένος ο αγγελιοφόρος το δρόμο της επιστροφής. Ο οδηγός όμως έσπευσε στο κατόπι του, αφού ήθελε κι αυτός ν’ ακούσει το σύνθημα – ο αγγελιοφόρος είπε: «Το σύνθημα που μας εμπιστεύτηκε η Νταμαζάντι είναι

Παίχτη, για πού τραβάς λυπημένος

με το πανωφόρι το μισό ντυμένος;»

Βαθύς αναστεναγμός βγήκε τότε από τα στήθη του οδηγού, που αναφώνησε: «Θα τον συγχωρέσει τον αποτυφλωμένο που την εγκατέλειψε μονάχη στον αγριότοπο;»

Όταν ο αγγελιοφόρος επέστρεψε στη χώρα των Βιντάρμπα με αυτή την απάντηση, η Νταμαζάντι αναφώνησε: «Αυτός ήταν ο βασιλιάς και κανείς άλλος. Μονάχα αυτός μπορούσε να σου δώσει αυτή την απάντηση, ανεξάρτητα από το πως σου παρουσιάστηκε.»

Μηχανεύτηκε τότε η πριγκίπισσα Νταμαζάντι μια πονηριά. Πήγε στον πατέρα της και του είπε: «Στείλε έναν αγγελιοφόρο στο βασίλειο του βασιλιά Ριτουζπάρζνα να μεταφέρει το μήνυμα: «Η πριγκίπισσα Νταμαζάντι πρόκειται να επιλέξει νέο σύζυγο και η χαρά της θα είναι μεγάλη αν εσύ, βασιλιά Ριτουζπάρζνα, λάμπρυνες με την παρουσία σου την τελετή της επιλογής του συζύγου της. Πρέπει όμως να είσαι παρών προτού ο ήλιος σβήσει τα χνάρια του από τον ουρανό.»

Μόλις ο αγγελιοφόρος μετέφερε το μαντάτο στην αυλή του βασιλιά Ριτουζπάρζνα, ο έξυπνος κάτοχος του ζαριού κολακεύτηκε πάρα πολύ. Κάλεσε τον οδηγό του και του είπε: «Πολλές ήταν οι υπηρεσίες που ως τα τώρα μου έχεις προσφέρει, σήμερα όμως πρόκειται για κάτι εξαιρετικό. Προτού ο ήλιος σβήσει τα χνάρια από τον ουρανό, πρέπει να βρισκόμαστε στη χώρα των Βιντάρμπα, για την τελετής της επιλογής του νέου συζύγου της πριγκίπισσας Νταμαζάντι.»

Θλίψη κατέβαλε τον Ναλ που σκέφτηκε: «Με ξέχασε λοιπόν η Νταμαζάντι;» Κατόπιν όμως είπε: «Και ποιά θα είναι η αμοιβή του οδηγού;»

«Αν φτάσουμε στη χώρα των Βιντάρμπα προτού ο ήλιος σβήσει τα χνάρια του από τον ουρανό, θα πάρεις τότε το αλάθητο ζάρι», απάντησε ο Ριτουζπάρζνα.

Έζεψε τότε ο Ναλ δυο ξερακιανά, αδύναμα άλογα και ο Ριτουζπάρζνα αναφώνησε τρομαγμένος: «Τί ‘ναι τούτα δω τα ψοφίμια;»

«Ω βασιλιά, εσύ που είσαι μυημένος στα μυστικά των αριθμών, δε βλέπεις τα επτά τους σημάδια; Δυο στρόβιλοι στο μέτωπο, δυο στρόβιλοι στο στήθος, δυο στρόβιλοι στις οπλές και ένας στρόβιλος στην πλάτη», αποκρίθηκε ο Ναλ και κίνησε μαζί με το βασιλιά για τη χώρα των Βιντάρμπα. Ήταν πιο γρήγορα και από την αστραπή ακόμη. Προτού ο ήλιος σβήσει τα χνάρια του από τον ουρανό, έφτασαν στον προορισμό τους και ο Ριτουζπάρζνα παραξενεύτηκε όταν δεν είδε καμμιά προπαρασκευή για την τελετή. Πήγε στο παλάτι. Ο Ναλ βρήκε όμως την ευκαιρία και φόρεσε το πουκάμισο του βασιλιά των φιδιών και τον έφερε στο νου του, και την ίδια στιγμή είδε την πριγκίπισσα Νταμαζάντι στο παράθυρο. Εκείνη αναγνώρισε τον Ναλ, έτρεξε στον κήπο, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Όλοι χάρηκαν δίχως φθόνο για την ευτυχία του ζευγαριού που ξανάσμιξε. Μπροστά τους όμως βρίσκονταν οι τέσσερις θεοί πάνω σε ένα άσπρο σύννεφο πο υτους έραιναν με λωτολούλουδα.

Ο Ριτουζπάρζνα είπε: «Με μεγάλη μου χαρά θα δώσω στον ευγενή Ναλ το αλάθητο ζάρι, έτσι ώστε να πάρει πίσω το χαμένο βασίλειό του.»

Ο Ναλ έμεινε επτά εβδομάδες στο βασίλειο του πεθερού του. Πήγε μετά στο παλιό του βασίλειο και είπε στον Πουσκάρα: «Οι θεοί με ευλόγησαν ξανά με μύρια πλούτη. Ας ρίξουμε άλλη μια φορά το ζάρι.»

Ο Πουσκάρα έλαμψε από χαρά και σκέφτηκε ότι θα είχε ακόμη μια φορά την ευκαιρία να πάρει από τον Ναλ ό,τι είχε και δεν είχε. Να όμως που ετούτη τη φορά τα ζάρια ευνοούσαν το βασιλιά Ναλ και όταν αυτός είχε πλέον ανακτήσει ό,τι είχε χάσει, ο Πουσκάρα σηκώθηκε τρέμοντας, καθώς σκεφτόταν ότι το κακό μόνο με το κακό αμείβεται. Είπε τότε ο Ναλ: «Μακρυά από εμένα αυτή η σκέψη. Πήγαινε στο παλιό σου βασίλειο και βασίλεψε με το καλό, όπως μια μέρα με το κακό βασίλεψες.» Υποκλίθηκε τότε ο Πουσκάρα βαθιά και αποκρίθηκε: «Πολλά χρόνια να ζήσουν ο ευγενής Ναλ και η πιστή Νταμαζάντι!»

Το όνομα της πριγκίπισσας Νταμαζάντι έμεινε αξέχαστο, ακόμη και ως τις μέρες μας.

Αρχαίο ινδικό παραμύθι

Πηγή: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ (1994:11-19) Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα

Advertisements