Εικονογράφηση της Renáta Fučíková

Πολλά χρόνια πριν ζούσε ένας αυτοκράτορας που του άρεσαν πολύ τα όμορφα ρούχα και έτσι ξόδευε όλα του τα χρήματα προκειμένου να καλοντύνεται. Το μοναδικό που τον ενδιέφερε ήταν να πηγαίνει στο θέατρο ή να ταξιδεύει εδώ κι εκεί με την αυτοκρατορική άμαξα, έτσι ώστε να μπορεί να επιδεικνύει τα καινούργια ρούχα του. Διέθετε διαφορετικά κουστούμια για κάθε ώρα της μέρας. Μάλιστα, όσο χρόνο διέθεταν οι άλλοι βασιλείς για ζητήματης αυλής τους, τόσο χρόνο διέθετε αυτός στο ραφείο!

Μια μέρα, δύο απατεώνες έφτασαν στην πόλη του αυτοκράτορα. Είπαν πως ήξεραν να υφαίνουν, υποστηρίζοντας ότι γνώριζαν να φτιάχνουν τα πιο όμορφα υφάσματα που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι. Δεν ήταν μόνο τα χρώματα και τα μοτίβα που τους χάριζαν εξαιρετική ποιότητα, αλλά επιπλέον, τα υφάσματά τους είχαν επιπλέον τη θαυμαστή ιδιότητα να παραμένουν αόρατα στους ανίκανους ή τους ηλίθιους.

«Τι ωραία θα ήταν αν έφτιαχνα ρούχα από αυτό το ύφασμα», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Τότε θα γνώριζα ποιοί από τους ανθρώπους μου είναι ακατάλληλοι για τη θέση που καταλαμβάνουν και θα μπορούσα να ξεχωρίσω τους έξυπνους από τους ανόητους.» Έτσι, έδωσε ευθύς στους απατεώνες ένα μεγάλο ποσό, προκειμένου να του υφάνουν το ύφασμα για το οποίο μιλούσαν.

Έστησαν τους αργαλειούς τους και υποκρίνονταν πως εργάζονταν, παρόλο που δεν μπορούσες να δεις ούτε ένα νήμα. Ζήτησαν να τους φέρουν το καλύτερο μετάξι και τον καθαρότερο χρυσό και ό,τι τους έφερναν το έκρυβαν, συνεχίζοντας να εργάζονται στους άδειους αργαλιούς, συχνά ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

«Πολύ θα ήθελα να ξέρω πως τα πάνε με αυτό το ύφασμα!», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας, αλλά ένιωθε και λίγο άβολα με την κατάσταση, καθώς μπορούσε να θυμηθεί αυτό που είχαν πει, ότι όποιος είναι ανίκανος ή ηλίθιος δεν θα ήταν σε θέση να δει τι υφαίνουν. Φυσικά, ο ίδιος δεν είχε τίποτε να φοβηθεί, αλλά καλού-κακού αποφάσισε να στείλει κάποιον άλλο να ελέγξει την πρόοδο της εργασίας τους.

«Θα στείλω τον ειλικρινή γερο-υπουργό μου στους υφαντές», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Είναι ο πιο κατάλληλος. Είναι λογικός άνθρωπος και δεν υπάρχει άλλος αξιότερος για τη θέση του.»

Έτσι ο καλός γερο-υπουργός πήγε στο χώρο υποδοχής, όπου κάθονταν οι υφαντές κι εργάζονταν στους άδειους αργαλειούς τους. «Θεούλη μου!», σκέφτηκε ο γερο-υπουργός, γουρλώνοντας τα μάτια του. «Δε βλέπω το παραμικρό!» Αλλά δεν είπε κουβέντα.

Οι δύο απατεώνες τον προσκάλεσαν να έρθει πιο κοντά, ρωτώντας τον πως του φαινόταν το ωραίο σχέδιο και αν πράγματι έβρισκε τα χρώματα εξαιρετικά. Του έδειχναν τον άδειο αργαλειό και ο καημένος γερο-υπουργός γούρλωνε τα μάτια του όλο και περισσότερο. Όμως δεν μπορούσε να δει τίποτε, γιατί δεν υπήρχε τίποτε να δει. «Πολυεύσπλαχνε Θεέ», σκέφτηκε, «μήπως είμαι ηλίθιος; Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα. Μήπως είμαι ακατάλληλος για τη θέση μου; Κανείς δεν πρέπει να μυριστεί το παραμικρό. Όχι, δεν πρόκειται να ωφελήσει σε τίποτε αν πω ότι δεν μπορώ να δω το ύφασμα.»

«Δε λέτε κουβέντα!», σχολίασε ένας από τους υφαντές.

«Ω, μα είναι εξαίρετο! Το καλύτερο!», είπε ο γερο-υπουργός, κοιτάζοντας προσεχτικά μέσα από τα γυαλιά του. «Αυτό το σχέδιο και αυτά τα χρώματα! Ναι, θα πω στον αυτοκράτορα ότι είμαι πολύ ικανοποιημένος με την πρόοδό σας!»

«Αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα!», είπαν οι δύο υφαντές, φροντίζοντας να ονοματίσουν τόσο τα χρώματα, όσο και το ασυνήθιστο σχέδιο. Ο γερο-υπουργός άκουσε προσεχτικά, ώστε να μπορεί να επαναλάβει κατά λέξη τα λεγόμενά τους στον αυτοκράτορα και αυτό ακριβώς έκανε.

Οι απατεώνες τώρα ζητούσαν περισσότερα χρήματα, περισσότερο μετάξι και περισσότερο χρυσό – και ό,τι τους δόθηκε το έκρυψαν. Κι έπειτα συνέχισαν να υφαίνουν, όπως και πριν, σε άδειους αργαλειούς.

Ο αυτοκράτορας έστειλε και άλλους αξιωματούχους να παρακολουθήσουν την πρόοδο των υφαντών. Κι αυτοί με τη σειρά τους, ξαφνιάζονταν μη βλέποντας τίποτε, αλλά επέστρεφαν κι αυτοί περιγράφοντας πόσο εξαίρετο ήταν το ύφασμα, συμβουλεύοντάς τον να ράψει με αυτό τα ρούχα που θα φορούσε για τη εορταστική πομπή. Η πόλη ολόκληρη δονούνταν από τους επαίνους για το ύφασμα αυτό. «Magnifique! Nysseligt! Θαυμάσιο!» αναφωνούσαν σε όλες τις γλώσσες που μιλούνταν στην πόλη. Ο αυτοκράτορας απένειμε στους υφαντές το μετάλλιο της τιμής, καθώς και τον τίτλο του Αρχιυφαντή.

Οι απατεώνες παρέμειναν ξύπνιοι κατά τη διάρκεια της νύχτας πριν την πομπή, καίγοντας περισσότερα από δεκαέξι κεριά. Ο καθένας μπορούσε να δει ότι βιάζονταν ιδιαίτερα, προκειμένου να τελειώσουν με τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα. Υποκρίνονταν πως έπαιρναν το ύφασμα από τους αργαλειούς. Έκοβαν στον αέρα με μεγάλα ψαλίδια. Έραβαν με βελόνες που δεν είχαν κλωστή. Τελικά ανακοίνωσαν: «Προσοχή! Τα ρούχα ολοκληρώθηκαν!»

Ο αυτοκράτορας πήγε να τους συναντήσει, συνοδεία των καλύτερων ιππέων του. Οι δύο απατεώνες σήκωσαν τα μπράτσα τους ψηλά, σα να κρατούσαν κάτι και είπαν «Μα κοιτάχτε αυτά τα παντελόνια! Αυτό το πανωφόρι! Και αυτό το μανδύα!» και ούτω καθεξής. «Είναι ελαφρά σαν τον ιστό της αράχνης! Ίσως να νιώσετε πως δεν φοράτε τίποτα, αλλά αυτό ακριβώς είναι και το πλεονέκτημά τους.»

«Ναι» μουρμούρισαν οι ιππείς, αλλά δεν μπορούσαν να διακρίνουν το παραμικρό, γιατί δεν υπήρχε τίποτε να δουν.

«Μήπως η αυτοκρατορική μεγαλειότητα θα μπορούσε να βγάλει τα ρούχα της;», είπαν οι απατεώνες. «Έτσι θα μπορούσαμε να δούμε την εφαρμογή των νέων, εδώ, μπροστά σε ετούτον τον καθρέφτη.»

Ο αυτοκράτορας γδύθηκε και οι απατεώνες υποκρίνονταν πως τον ντύνουν, ρούχο-ρούχο, με τη νέα περιβολή του. Τράβηξαν κάτι στη μέση του και υποκρίθηκαν πως κάτι δένουν. Ήταν η ουρά της ρεντικότας. Έπειτα ο αυτοκράτορας γύρισε και κοίταξε στον καθρέφτη.

«Πω! Πωω! Πόσο καλά σας ταιριάζουν! Τι εξαιρετική εφαρμογή!» έλεγαν όλοι. «Τι σχέδιο! Τι χρώματα! Τι πολυτελή ενδύματα!»

Εικονογράφηση αγνώστου

«Το φορητό στέγαστρο που θα σκιάζει τη μεγαλειότητά Σας, Σας περιμένει έξω», είπε ο αρχιτελετάρχης.

«Ναι, είμαι έτοιμος!», ανταποκρίθηκε ο αυτοκράτορας. «Δεν μου πάνε;», στράφηκε άλλη μια φορά προς τον καθρέφτη, γιατί έπρεπε να υποκριθεί πως θαυμάζει τον εαυτό του, έτσι όπως στεκόταν ενδεδυμένος όλη αυτή τη λαμπρότητα.

Οι αρχιθαλαμηπόλοι που επρόκειτο να σηκώσουν τα άκρα της ουράς με τα χέρια τους, έσκυψαν και προσποιήθηκαν πως τα πιάνουν. Καθώς περπατούσαν υποκρίνονταν πως τα κρατούν ψηλά, γιατί φοβούνταν να παραδεχθούν πως δε βλέπουν τίποτε.

Ο αυτοκράτορας περπάτησε μέχρι το όμορφο φορητό στέγαστρο στην αρχή της πομπής και όλοι οι άνθρωποι που στέκονταν στο δρόμο ή στα παράθυρά τους σχολίαζαν «Θεούλη μου, τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα είναι ανεπανάληπτα! Πόσο ωραία η ουρά της ρεντικότας του. Πόσο καλά ταιριάζει!». Κανείς δεν ήθελε να καταλάβουν οι άλλοι πως δε διακρίνει το παραμικρό, διότι αυτό θα σήμαινε πως είναι είτε ανίκανος, είτε ηλίθιος. Κανένα από τα ενδύματα που είχε φορέσει μέχρι τότε ο αυτοκράτορας δεν είχε επαινεθεί τόσο.

«Μα είναι γυμνός!» αναφώνησε ένα μικρό παιδί.

«Καλέ Θεέ, ας ακούσουμε τη φωνή αυτού του αθώου παιδιού!», είπε ο πατέρας και ψιθύρισε σε κάποιον δίπλα του, τι είχε ακούσει.

«Ένα μικρό παιδί είπε ότι ο αυτόκρατορας δε φορά τίποτε!»

Στο τέλος, όλοι σχολίαζαν «δε φορά τίποτε!»

Ο αυτοκράτορας ρίγησε, γιατί γνώριζε καλά μέσα του πως είχαν δίκιο, αλλά σκέφτηκε: «Η πομπή πρέπει να ολοκληρωθεί!» Συνέχισε να βαδίζει με ακόμα μεγαλύτερη περηφάνεια από πριν και οι θαλαμηπόλοι περπάτησαν πίσω του, κρατώντας τα άκρα της ουράς που δεν υπήρχε.

Πηγή: http://www.pitt.edu/~dash/type1620.html#andersen

Advertisements