[…] Στη μαχαγιανική φιλοσοφία το φως του ουρανού κατά την αυγή, όταν έχει πλέον χαθεί η λάμψη της σελήνης, κατέληξε να συμβολίζει το «Καθαρό Φως, επονομαζόμενο και Συμπαντικό Κενό». […] Αυτό το Φως περιγράφεται ως «καθαρό», «διαυγές», δηλαδή όχι μόνο άσπιλο και ασκίαστο αλλά και άχρωμο, όπως επίσης και απροσδιόριστο. Ονομάστηκε λοιπόν «το Συμπαντικό Κενό», γιατί ο όρος «κενό» (σούγια) δηλώνει ακριβώς αυτό που είναι απαλλαγμένο από κάθε χαρακτηριστικό, από κάθε ορισμό. Αποτελεί το Αρχαίτιο (Urgrund), την έσχατη πραγματικότητα. Η κατανόηση του Συμπαντικού Κενού – ακριβώς όπως στις Ουπανισάδες η συνειδητοποίηση της ταυτότητος βράχμαν-άτμαν – αποτελεί στιγμιαίο ενέργημα, συγκρινόμενο μόνο με την αστραπή. Γιατί όπως ακριβώς τίποτε δεν προετοιμάζει την εκθαμβωτική λάμψη που διαπερνά ξαφνικά τη σκοτεινή μάζα, κατά τον ίδιο τρόπο τίποτε δεν φαίνεται να προετοιμάζει την εμπειρία της ελλάμψεως: αυτή ανήκει σε ένα άλλο επίπεδο, καθώς δεν υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στο χρόνο που προηγείται της ελλάμψεως και στην απροσδιόριστη στιγμή, κατά την οποία αυτή πραγματοποιείται.

[…] Η μορφολογία της υποκειμενικής εμπειρίας του Φωτός είναι εξαιρετικά εκτεταμένη. Μπορούμε εντούτοις να απομονώσουμε ορισμένες πιο συχνές μορφές της.

1ον Υπάρχει το Φως το τόσο εκτυφλωτικό που εκμηδενίζει κατά κάποιον τρόπο τον περιβάλλοντα κόσμο, ενώ αυτός στον οποίο αποκαλύπτεται το φως τελικά τυφλώνεται. Για παράδειγμα η εμπειρία του Αποστόλου Παύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό και τόσων άλλων αγίων ή μέχρι ενός σημείου αυτή του Αρτζούνα στη Μπχαγκαβάντ-Γκιιτά.

2ον Υπάρχει το φως που μεταμορφώνει τον Κόσμο χωρίς να τον καταστρέφει: η εμπειρία ενός τόσο έντονου υπερφυσικού φωτός που φωτίζει ως τα τρίσβαθα της ύλης, δίχως όμως να απαγορεύει στις επί μέρους μορφές να συνεχίσουν να υφίστανται. Ένα είδος παραδείσιου Φωτός που αποκαλύπτει τον Κόσμο, όπως ήταν στην πρώτη του τελειότητα – ή κατά την ιουδαιοχριστιανιή παράδοση, όπως ήταν πριν από την πτώση του Αδάμ. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η πλειονότητα των φωτεινών εμπειριών, τόσο των χριστιανών όσο και των μη χριστιανών μυστικών.

3ον Παραπλήσιος με αυτή τη μορφή εμπειρίας είναι ο φωτισμός (qaumanek) του εσκιμώου σαμάνου, που τον καθιστά ικανό να βλέπει σε πολύ μεγάλες αποστάσεις και να αντιλαμβάνεται επίσης τις πνευματικές οντότητες ή, όπως θα λέγαμε, η υπερ-αμφιβληστροειδική όραση που επιτρέπει σε κάποιον να βλέπει όχι μόνο πολύ μακρυά, αλλά και προς όλες τις διευθύνσεις ταυτοχρόνως και η οποία εν τέλει αποκαλύπτει την παρουσία πνευματικών όντων, ή τέλος η αποκάλυψη των έσχατων δομών της ύλης, συνιστάμενη σε μια ιλιγγιώδη αύξηση της γνωστικής ικανότητας. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε εδώ τις διαφορές ανάμεσα στα διάφορα Σύμπαντα, τα οποία γίνονται μυστικά αντιληπτά στη διάρκεια της εμπειρίας: από τη μία το Σύμπαν, του οποίου η δομή μοιάζει να είναι η ίδια με αυτή του φυσικού Σύμπαντος, με τη διαφορά ότι τώρα το κατανοεί κανείς αληθινά, και από την άλλη το Σύμπαν το οποίο αποκαλύπτει μια δομή υπό φυσιολογικές συνθήκες ασύλληπτη.

4ον Πρέπει επίσης να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στη στιγμιαία εμπειρία και στις διάφορες μορφές φωτός που γίνονται αντιληπτές προοδευτικά, των οποίων η αυξανόμενη ένταση συνοδεύεται από ένα αίσθημα απέραντης ειρήνης, από τη βεβαιότητα για την αθανασία της ψυχής και από μια κατανόηση υπερφυσικής τάξεως.

5ον Πρέπει ακόμα να διακρίνουμε ανάμεσα στο φως που αποκαλύπτεται σαν προσωπική θεϊκή Παρουσία και σε εκείνο που φανερώνει μιαν απρόσωπη ιερότητα: αυτήν του Κόσμου, της Ζωής, του ανθρώπου, της πραγματικότητας – σε τελική ανάλυση την ιερότητα που ανακαλύπτουμε στον Κόσμο όταν τον θεωρούμε ως θεϊκό έργο.

Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι, όποια κι αν είναι η φύση και η ένταση της εμπειρίας του Φωτός, εξελίσσεται πάντοτε σε θρησκευτική εμπειρία. Σε όλες τις μορφές φωτεινής εμπειρίας που μόλις απαριθμήσαμε υπάρχει ο εξής κοινός παρονομαστής: κάνουν τον άνθρωπο να βγαίνει από τον κόσμο της άγνοιας στην οποία ζει και από την ιστορική του κατάσταση και τον εκτοξεύουν σε ποιοτικά διαφορετικό Σύμπαν, το οποίο συνιστά ένα εντελώς διαφορετικό κόσμο, υπερβατικό και ιερό. Η δομή αυτού του ιερού και υπερβατικού Σύμπαντος ποικίλλει από τον έναν πολιτισμό στον άλλον, από τη μια θρησκεία στην άλλη – και επιμείναμε αρκετά σε αυτό το σημείο για να αποφύγουμε κάθε σύγχυση. Υπάρχει εντούτοις αυτό το κοινό στοιχείο: το Σύμπαν που ανακαλύπτουμε κατά τη συνάντηση με το Φως αντιτίθεται στον κόσμο της άγνοιας – ή τον υπερβαίνει – λόγω του ότι είναι πνευματικής τάξεως, πράγμα που σημαίνει ότι είναι προσβάσιμο μόνο σε εκείνους για τους οποίους το Πνεύμα υπάρχει. Παρατηρήσαμε πολλές φορές ότι η εμπειρία του Φωτός αλλάζει ριζικά την οντολογική κατάσταση του υποκειμένου, κάνοντάς το να ανοιχθεί στον κόσμο του Πνεύματος. Είναι προφανές ότι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος υπήρξαν χιλιάδες τρόποι να αντιληφθεί κανείς και να αξιολογήσει τον κόσμο του Πνεύματος. Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού κάθε κατηγοριοποίηση συνδέεται άρρηκτα με τη γλώσσα και συνεπώς με τον πολιτισμό και την ιστορία; Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η σημασία του υπερφυσικού φωτός χαρίζεται απευθείας στην ψυχή του υποκειμένου της εμπειρίας – εντούτοις αυτή η σημασία δεν συνειδητοποιείται πλήρως, παρά εντασσόμενη σε μια προϋπάρχουσα ιδεολογία. Το παράδοξο είναι ότι η σημασία του φωτός αποτελεί εν τέλει μια προσωπική ανακάλυψη και ο καθένας εξ άλλου ανακαλύπτει όσα ήταν πνευματικά και πολιτισμικά προετοιμασμένος να ανακαλύψει. Μένει όμως αυτό το γεγονός, το οποίο μας φαίνεται θεμελιώδες: όπως κι αν κατανοεί κανείς ιδεολογικά εκ των υστέρων αυτή την εμπειρία, η συνάντηση με το Φως προκαλεί μιαν υπαρξιακή ρήξη για το υποκείμενο που την υφίσταται, αποκαλύπτοντάς του – ή φανερώνοντάς του καθαρώτερα από ό,τι στο παρελθόν – τον κόσμο του Πνεύματος, του ιερού, της ελευθερίας, με μια λέξη: την ύπαρξη ως θεϊκή δημιουργία και τον ένα κόσμο, καθαγιασμένο από την παρουσία του Θεού.

Πηγή: Mircea Eliade (2003:29-30, 117-121) ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΦΩΣ, Σειρά Μούσες, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα

Advertisements