You are currently browsing annavou1’s articles.

Αυτή η ζέστη που με περιμένει
σαν να με περίμενε από παλιά
Έχει πάρει τα μέτρα μου
ξέρει τα σωθικά μου απέξω
(σου δίνω έναν κόκκινο λαβύρινθο
δώσε μου μια μικρή αναβολή)
Για τις σκέψεις μου ούτε καν το συζητάω
αυτές δεν έχουν στροφές
χτυπάνε σε τοίχο
κι εγώ ρίχνω γάλα στον καφέ μου
(αραιώνοντας το μαύρο)
προσποιούμαι ακίνητη μέσα στον κόσμο
Είναι τύχη, συλλογίζομαι,
να ονομάζεις τα πράγματα
έστω και με καθυστέρηση
Να βρίσκεις τόσο πρωτότυπα ρούχα
σ’ αυτό το χαμένο κατάστημα

Γιάννα Μπούκοβα (2006), Ο ελάχιστος κήπος. Μετάφραση  Δ. Άλλος, Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος

Advertisements

Η θεά Pachamama, Μητέρα Γη, είναι σεβαστή από τους ιθαγενείς των Άνδεων

Στο Μουσείο της Ακρόπολης ακούσαμε τη Vandana Shiva. Τριγυρισμένοι από τους θησαυρούς και το κάλλος των θραυσμάτων της αρχαίας Αθήνας και μιας άλλης, σχεδόν απόμακρης, σκέψης για τη φιλοσοφία, την πολιτική, την τέχνη και τη ζωή, ακούσαμε τη φιλόσοφο και ακτιβίστρια, που ταξίδεψε, από την Ινδία για να δηλώσει την αλληλεγγύη της στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα όπου ενδημεί η μισή και πλέον βιοποικιλότητα της Ευρώπης. Όπως την άκουγα να μιλάει μου ήρθε στο μυαλό η συγκίνηση που ένιωσα, βλέποντας καιρό πριν στο αεροδρόμιο απλωμένα και ομορφοτακτοποιημένα σε κοινή θέα τα καλούδια της ελληνικής γης: ελιές εκλεκτών ποικιλιών και λάδι, τυριά χίλιων ειδών, ψάρια παστά, ταραμά, πιπεριές και ντοματάκια σε βαζάκια, όσπρια, μυρουδικά, βότανα, τσάγια, κρασιά λευκά και κόκκινα, γλυκά του κουταλιού, μαστίχα Χίου, σαπούνια αρωματικά, και δεκάδες άλλα αγαθά. Και συνειδητοποιώντας τον πλούτο και τη γενναιοδωρία της γης μονολόγησα: «Α ρε πατρίδα, α ρε πατρίδα τι παράγεις.»

Με την υγεία ανά εκτάριο και όχι με την απόδοση, έτσι «μετριούνται» τα δώρα της γης όταν τη σεβόμαστε και προστατεύουμε τους θησαυρούς τους – τους σπόρους, το νερό, τα δάση, την ποικιλία. Που ταξίδεψαν χιλιάδες χρόνια μέσα στην εξέλιξη και από κοινού με την παραδοσιακή γνώση που μάθαινε, καταλάβαινε και διέδιδε τη σοφία της φύσης και τις ντόπιες ποικιλίες, μας χάρισαν το δώρο της ζωής, της αρμονίας, της υγείας και της ανείπωτης ομορφιάς.

Και θυμάμαι πάλι, πριν γυρίσουμε στην Ελλάδα, που η μάνα μας, μάς μίλαγε για το νησί. Μάς ταξίδευε σε ακρογιάλια και δάση με καστανιές και μηλιές, σε θάλασσες μικρές και ποτάμια και έφερνε τα απάνω – κάτω σε όσα ζούσαμε και βλέπαμε στον τόπο όπου ζούσαμε τότε. Εκεί η φύση ήταν μεγαλειώδης, κυριαρχική. Η βλάστηση θηριώδης, και ο τόπος μια απέραντη ισάδα. Οι βροχές δυνατές, ακαριαίες και μικρές σε διάρκεια, ο ήλιος έκαιγε ολημερίς λες και δε τέλειωνε ποτέ το μεσημέρι, και η θάλασσα με κύματα άγρια, ατιθάσευτη. Στο νησί που μας περιέγραφε η μάνα μας η φύση ήταν γλυκιά, γαλαντόμα, πλανεύτρα. Όλο ελιές, κυπαρισσάκια, πλατάνια και οπωροφόρα, μαλακά βουνά και μελένιους λόφους που σταμάταγαν το βλέμμα και το ξεκούραζαν. Ποτέ δε θα ξεχάσω την πρώτη φορά που κάναμε μπάνιο στη θάλασσα, σε έναν μικρό κόλπο με γύρω- τριγύρω καλάμια και αλμυρίκια, βοτσαλωτή παραλία με βραχάκια από εδώ κι αποκεί, και η θάλασσα λάδι και καταγάλανη. Μοσχοβολούσε αλμύρα και ιώδιο και όταν βουτούσες, χώρια ένιωθες σα να χόρευες στο νερό από την άνωση, αντίκριζες έναν καινούργιο υποθαλάσσιο κόσμο – ψάρια να κολυμπάνε παρέα σου, αστερίες, ανεμώνες της θάλασσας, φύκια να ανεμίζουν, όστρακα και άλλα εξωτικά πλάσματα, χρωματιστά, ανέμελα και παιχνιδιάρικα.

«Ό,τι χρειάστηκε να μάθω το έμαθα στο δάσος» λέει η Vandana. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Θυμάμαι τη δυσκολία μας να βρούμε τα υπέρ ή τα κατά της άλλης πλευράς όταν γράφαμε εκθέσεις επιχειρηματολόγησης στο σχολείο. Με όποια πλευρά κι αν είσαι θα πρέπει να σκεφτείς τα επιχειρήματα της άλλης, ίσως μάλιστα περισσότερο από τα επιχειρήματα της δικής σου πλευράς. Αυτή ήταν η προτροπή. «Μα γιατί να το κάνουμε αυτό; Τι νόημα έχει;» Ρωτούσαμε θυμωμένες τη φιλόλογο που αποδομούσε τα ισχνά αντεπιχειρήματά μας όταν τα παραθέταμε για να κάνουμε απλώς το καθήκον μας και αποκάλυπτε ανομολόγητες προθέσεις… «Για να μάθουμε να ακούμε, για να μάθουμε να σεβόμαστε το διαφορετικό, το αντίπαλο. « Δεν ήταν λίγες οι φορές που η «άλλη» πλευρά, παρέπαιε ή επαναλάμβανε κοινοτοπίες και αυτονόητα, χάνοντας σε δύναμη και πειθώ. Τι φορές όμως που το θέμα μάς έκαιγε έπαιρναν φωτιά οι τεκμηριώσεις και τα επιχειρήματα εκατέρωθεν και συχνά όχι μόνο εγκλωβισμένα σε ένα ασπρόμαυρο πλαίσιο. Αφήναμε τότε κατά μέρος τις κόλλες αναφοράς και πιάναμε την κουβέντα για τα καλά. Και η φιλόλογος χαμογελούσε και είχε το νου στο τιμόνι της κουβέντας για να μην παρεκτραπεί από την ουσία. Στο τέλος εκείνης της πρώτης χρονιάς στο λύκειο αρχίσαμε σιγά-σιγά να ψυλλιαζόμαστε τη σημασία του διαλόγου και της ανταλλαγής. Του σεβασμού των άλλων, της αλληλεπίδρασης των απόψεων και αντιλήψεών μας.

Η αίσθηση που έχω σήμερα είναι πώς ακόμα δεν έχουμε μάθει να κουβεντιάζουμε και πως η πιο μεγάλη μας δυσκολία, είναι να ακούσουμε την άλλη πλευρά, να της ανοίξουμε δρόμο να ξεδιπλωθεί. Και όχι τη μια άλλη πλευρά, αλλά τις πολλές και διαφορετικές άλλες πλευρές, και ιδανικά όλες τις πλευρές, τις φωνές, τις αποχρώσεις. Το πολύ να φτάσουμε μέχρι το δίλημμα, το σημείο που αβεβαιότητες και βεβαιότητες για ένα θέμα μετράνε περίπου ίσα στο ζύγι. Σπανίως γίνεται διάλογος με περίσκεψη και καθαρή ματιά για την ουσία. Λες και είμαστε κοινωνία «αναλφάβητη», απαίδευτη στο διάλογο και την ανταλλαγή. Και όταν ανοίξει ένα θέμα, τα υπέρ ή τα κατά, της μιας άποψης μεταμορφώνονται σε σαμουράι, γιγαντώνονται, θεριεύουν, μονοπωλούν το πεδίο, τις αντιλήψεις, τον τρόπο που βλέπουμε και καταλαβαίνουμε την πραγματικότητα. Το πολύ που φτάνουμε δηλαδή είναι μέχρι την άλλη όψη του νομίσματος, στο μαύρο το άσπρο, στο μέσα το έξω, στο αριστερά το δεξιά, στο καλό το κακό. Και όταν ακόμα υπάρχει βήμα, το κλίμα γίνεται πολεμικό και οι «αντίπαλοι» παίρνουν αμπάριζα για να επιβληθούν στην όποια αρένα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Ο μεγαλύτερος φασίστας είναι ο ίδιος μας ο εγωισμός. Και ίσως είναι… Να αυτή τη στιγμή εδώ πέρα που καθόμαστε και μιλάμε για τον Παύλο, εκεί έξω κάποιοι διψάνε για την αντεκδίκηση και καλά. Όμως εμείς συνιστάμε την ψυχραιμία. Γιατί συνιστάμε ψυχραιμία. Διότι εμείς είμαστε πολύ καλύτερα. Ψυχικά. Εμείς αγαπάμε. Εμείς θέλουμε κι αυτοί που σκοτώσανε κάποιον να πάρουνε φως, να πάρουνε αγάπη. Να τους δώσουμε κι αυτούς ελπίδα, γιατί δεν ξέρουνε. Δεν ξέρουνε τι κάνουνε. … Εγώ ξέρω ένα πράγμα, ότι η ανθρωπιά δε βασίζεται ούτε στα κόμματα, ούτε.. είναι εδώ μέσα μας. Άμα το μέσα μας είναι καλά, είμαστε και μεις καλά. Αν ένας άνθρωπος δεν είναι καλά και σφάζει στο δρόμο, πιστεύω ότι έχει ένα πρόβλημα, δε με νοιάζει αν είναι στη Χρυσή Αυγή, δε με νοιάζει αν είναι στο ΚΚΕ, δε με νοιάζει. Με νοιάζει μόνο αν είναι άνθρωπος. Μπορεί να είναι άνθρωπος; Αν δεν είναι ας τον βοηθήσουμε παιδιά. Έχουμε πρόβλημα, έχουμε πρόβλημα, έχουμε πρόβλημα. Όμως μπορούμε να το καταπολεμήσουμε. Εμείς, εγώ δεν διψάω για αντεκδίκηση, διψάω για φως… Θα σταθώ σε ένα πράμα που είπε μια φίλη μου: ‘Αν είναι να κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο με δεκάδες κρεμασμένους στις πλατείες, καλύτερα να τον χάσουμε.’ Ευχαριστώ.»

«Εισβολέας», κατά κόσμον Ηλίας Παπανικολός

Πηγή: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.koinwnia&id=90

Ένα σύγχρονο αλληγορικό παραμύθι:

«I Can’t Draw A Donkey» της Yante Ismail

Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.

Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.

Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. Τις επόμενες  ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.

Μετά συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος και ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι 500 ευρώ!!! Και αποχώρησε…

Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδάρων που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα.Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κάποτε έχει μαύρο χρώμα

ύστερα αντικρίζεις το έναστρο βαθύ σκούρο θαλασσί, και λες μπα, μαύρο – κατάμαυρο δεν υπάρχει

μορφή σχεδιασμένη τέλεια

ύστερα τον αντικρίζεις στο πρόσωπο του άγνωστου και λες μπα, δεν ξεχωρίζεται απ’ τις μεταμορφώσεις

κραυγή

ύστερα ακούς τη σιωπή σαν βουητό από κάποια έγκατα και λες μπα, κι όταν είναι βουβός φοβίζει

βαρίδια στα πόδια

ύστερα μπαίνεις στην αγκαλιά του πλήθους και λες μπα, και δρομέας γίνεται άμα χρειαστεί

εξουσία άρχοντα

ύστερα τον κοιτάς στα μάτια, τον ρωτάς ποιος είναι και λες μπα, μόλις σου πει ποιος είναι χάνει πόντους και σκήπτρα

προορισμό τελεσίδικο

ύστερα έρχεται το ξαφνικό του θανατικού και λες μπα, η απελπισιά και το μίσος θέριεψαν και γω δεν πρόφτασα μήδε να τον δω, μήδε να τον αφουγκραστώ.

Μια χαραμάδα έφτανε.

Να βάλω το λουλουδάτο φουλάρι, να βάλω τις φωνές, να τον πάρω στο κατόπι, να τον ρωτήσω ποιος είναι και τι θέλει. Ποιος είναι και τι θέλει. Να το πει να το φωνάξει.

Για να του πω απόμεινες ξεβράκωτος, δε σε φοβάμαι φόβε.

Περισσότερα εδώ.

Διαβάζοντας το Μανιφέστο για τη Μετανάστευση μου ήρθε στο νου μια ιστορία για την Αστερόεσσα και τους Ισπανόφωνους μετανάστες στην Αμερική που συνέβη πριν από μερικά χρόνια. «Η Αστερόεσσα Σημαία» (The Star Spangled Banner στα Αγγλικά) είναι ο εθνικός ύμνος των ΗΠΑ. Βασίζεται σε ένα ποίημα του Francis Scott Key και υμνεί τη σημαία που κυματίζει «πάνω από τη γη των ελεύθερων και την πατρίδα των γενναίων.»

Η μετάφραση της πρώτης στροφής του εθνικού ύμνου στα Ισπανικά έγινε το 1919 για την Γραφείο Εκπαίδευσης των ΗΠΑ. Όμως το «Nuestro Himno» (η ολοκληρωμένη Ισπανική εκδοχή του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ), έκανε το επίσημο ντεμπούτο της το 2006, κατά τη διάρκεια των μεγάλων κινητοποιήσεων κατά του νόμου για τη μεταναστευτική πολιτική. Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν σε δεκάδες πόλεις της Αμερικής ενάντια στην προτεινόμενη τότε νομοθεσία (γνωστή και ως H.R.4437), μέσω της οποίας θεσμοθετήθηκαν ποινές για την «παράνομη» μετανάστευση, ενώ οι μετανάστες χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα όπως και οποιοσδήποτε πολίτης τους βοηθούσε να μπουν ή να παραμείνουν στις ΗΠΑ θεωρούνταν εγκληματίας. Στο πλαίσιο της γενικότερης συζήτησης και αντιπαράθεσης για τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας, το αίτημα των διαδηλωτών και όσων τάσσονταν κατά της συγκεκριμένης νομοθεσίας ήταν όχι μόνο η απόσυρση του νομοσχεδίου, αλλά και η συνολικότερη μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής ώστε να προβλέπεται μια διαδρομή προς την ιδιότητα του πολίτη (citizenship) για όλους τους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Μεταξύ των δράσεων ακτιβισμού για αυτήν την νέα ή διαφορετική ιδιότητα του πολίτη ήταν και το τραγούδισμα της Αστερόεσσας στα Ισπανικά.

Στις 28 Απριλίου του 2006, εν μέσω των κινητοποιήσεων και διαδηλώσεων κατά της μεταναστευτικής πολιτικής, το «Nuestro Himno«, μεταδόθηκε από 500 και πλέον ισπανόφωνους ραδιοφωνικούς σταθμούς της χώρας. Από τότε έχει τραγουδηθεί από δεκάδες καλλιτέχνες και έχει περιληφθεί σε μια σειρά δίσκους και CD.

Ένα χρόνο μετά τις μαζικές κινητοποιήσεις κατά του μεταναστευτικού νόμου (το 2007) δύο από τις πιο σημαντικές θεωρητικούς και φεμινίστριες της Αμερικής, η Τζούντιθ Μπάλτερ (Judith Butler) και η Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ (Gayatri Chakravorty Spivak), άνοιξαν ένα διάλογο, για την κατάσταση του έθνους – κράτους θέτοντας ερωτήματα για το νόημα της γλώσσας, της σύγχρονης πολιτικής και του αισθήματος του «ανήκειν». Από όσα περιγράφονται στο σχετικό βιβλίο, έχει σημασία να δούμε πώς οι δύο θεωρητικές και ερευνήτριες, με αφορμή τις διαμάχες και τις συζητήσεις σχετικά με την απόδοση στα Ισπανικά του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ και το τραγούδισμα του «Nuestro Himno« στις κινητοποιήσεις κατά της ποινικοποίησης της μετανάστευσης και των μεταναστών, ανοίγουν νέους δρόμους προβληματισμού για το τι συνιστά εντέλει η ιδιότητα του πολίτη στα σύγχρονα, διαρκώς μεταβαλλόμενα και αμφισβητούμενα συμφραζόμενα της παγκοσμιοποίησης και της ακατάπαυτης κίνησης πληθυσμών ανά την υφήλιο.

Η Μπάτλερ, στηριζόμενη στη δουλειά της Hannah Arendt για τον απολυταρχισμό και την ανεθνικότητα ή ανιθαγένεια, εξερευνά το νόημα και τα όρια της ιδιότητας του πολίτη (citizenship) σε σχέση με την εθνική κυριαρχία και την κρατική εξουσία, οι οποίες επιτρέπουν ή δεν επιτρέπουν την άσκηση δικαιωμάτων από τους πολίτες. Εξετάζει δηλαδή πώς δημιουργείται το πλαίσιο για να κατέχει ή για να απωλέσει δικαιώματα ένα άτομο, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αποκτά δικαιώματα μέσω της απαίτησης για δικαιώματα και μέσω λεκτικών πράξεων (speechacts) οι οποίες παράγουν αυτήν την απαίτηση, αυτό το αίτημα. Για την Μπάτλερ αυτό που έχει σημασία είναι ότι το τραγούδισμα του εθνικού ύμνου στα Ισπανικά από ανθρώπους που δεν αναγνωρίζονται ως νόμιμοι κάτοικοι και πολύ περισσότερο ως πολίτες του έθνους κράτους, δημιουργεί μια νέα συλλογική θέση για το υποκείμενο, ένα «εμείς», το οποίο διαταράσσει την μονογλωσσική απεύθυνση του έθνους και θέτει προκλήσεις στην εθνική κυριαρχία και την αυτοεικόνα του έθνους. Ασκώντας το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, της ελευθερίας συνάθροισης και της ελευθερίας του ανήκειν (τις οποίες στερούνται όσα άτομα θεωρούνται ή χαρακτηρίζονται παράνομοι μετανάστες), αλλάζουν όχι μόνο τη γλώσσα των δικαιωμάτων, αλλά και αυτό καθαυτό το δημόσιο χώρο του έθνους.

Όπως λέει χαρακτηριστικά η Μπάτλερ «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ένταξη σε μια ήδη υφιστάμενη αντίληψη για το έθνος, αλλά η ισότητα, χωρίς την οποία το ‘εμείς’ δεν μπορεί να αρθρωθεί σε λόγο. Έτσι όταν διαβάζουμε στις αφίσες που υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση των παράνομων μεταναστών – ‘εμείς είμαστε η Αμερική’ – και ακούμε τους παράνομους μετανάστες να διαδηλώνουν στους δρόμο φωνάζοντας ‘λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος’ [‘il pueblo unido jamas sera vencido’], μπορούμε να εντοπίσουμε τους ρητορικούς όρους μέσω των οποίων επαναλαμβάνεται το έθνος, αλλά με τρόπους που δεν είναι ακόμα επιτρεπτοί. Η μονογλωσσική απαίτηση του έθνους ασφαλώς αναδύεται στην άρνηση να ακουστεί ο ύμνος στα Ισπανικά, αλλά δεν αφαιρεί από τον εθνικό ύμνο τη δυνατότητά του να τραγουδιέται στα Ισπανικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.» (Butler and Spivak 2007, σελ.60.)

Και παρακάτω:

«Ασφαλώς αυτό το τραγούδισμα γίνεται στο δρόμο, αλλά ο δρόμος εκτίθεται επίσης και ως ο τόπος όπου εκείνοι που δεν είναι ελεύθεροι να συγκεντρωθούν, το κάνουν αυτό ελεύθερα. Θέλω να υποστηρίξω ότι ακριβώς αυτό το είδος επιτελεστικής αντίφασης (performative contradiction) δεν οδηγεί σε αδιέξοδο, αλλά σε κάποια μορφή στάσης ή εξέγερσης. Στο σημείο αυτό το τραγούδι μπορεί να κατανοηθεί όχι μόνο ως έκφραση της ελευθερίας ή της επιθυμίας για χειραφέτηση – αν και σαφώς αφορά και τα δυο αυτά πράγματα – αλλά και ως νέα σκηνοθέτηση ή σκηνογράφηση του δρόμου, η οποία πραγματώνει την ελευθερία της συνάθροισης ακριβώς όταν και όπου αυτή είναι ρητά απαγορευμένη από το νόμο.» (Butler and Spivak 2007, σελ. 63.)

Η Σπίβακ από την άλλη, αμφισβητεί τη ριζοσπαστικότητα αυτών των πράξεων Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Ζωή Καρέλλη «Η Άνθρωπος», Τα Ποιήματα, ΙΙ, σ.σ. 123-24

«Still life with apples, a bottle & a milk pot» του Paul Cezanne

Στο σπίτι πάντα υπήρχε γλυκό. Γλυκό του κουταλιού οπωσδήποτε, κουραμπιέδες και φοινίκια, όπως τα λέμε στο νησί, ρυζόγαλο, καταϊφι, κέηκ μωσαϊκό και σοκολατάκια – από τα καλά – ή και άλλα παραδοσιακά γλυκά, που τα επόμενα χρόνια χάθηκαν από την κουζίνα και τα τραπέζια μας.

– «Αυτά, δεν είναι για μας», μας έλεγε η μάνα μας στολίζοντας τα βαζάκια με τα γλυκά κουταλιού ή βάζοντας με προσοχή τα σοκολατάκια σε φοντανιέρες.

– «Και για ποιόν είναι;»

– «Για έναν άνθρωπο.»

Τα φύλαγε σε ειδικό μέρος στο μπουφέ που ποτέ δεν ήταν σταθερό, για να γλυτώνει από τις επιθέσεις του γλυκατζή αδερφού μου. Αλλά στον κλεφτοπόλεμο αυτό έβγαινε πάντα νικημένη. Με τα χρόνια έγινε ένα αγαπημένο τους παιχνίδι με όρους που είχαν συμφωνηθεί σιωπηρά. Ήταν βλέπεις που δεν μπορούσε να απαντήσει για «αυτόν τον άνθρωπο».

Το ίδιο γινόταν και με το καθημερινό φαγητό που συνήθως περίσσευε. «Όλο και κάποιος μπορεί να φανεί» έλεγε, κα εμείς γελούσαμε και ψιθυρίζαμε ο ένας στον άλλο «ο άνθρωπος θά ‘ναι». Δεν τόχε σε καλό να μην περισσεύει έστω και λίγο από το φαγάκι της ημέρας, ούτε τόχε σε καλό να πετάει φαγητό. Άσε το ψωμί. Αμαρτία μεγάλη να καταλήγει το ψωμί στα σκουπίδια.

Πιο μικρά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιος είναι επιτέλους αυτός ο άνθρωπος και πότε θα έρθει για να τον φιλέψουμε με αυτό που έχουμε. Μεγαλώνοντας καταλάβαμε ότι δεν ήταν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος. Ήταν όλοι οι αγαπημένοι, φίλοι και συγγενείς, γείτονες και γειτόνισσες που περνούσαν για έναν καφέ, τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα στις γιορτές, όσοι χτυπούσαν την πόρτα μας ήταν στο μακρύ κατάλογο «του ανθρώπου». Παίρνανε σειρά για το φίλεμα.

Ξαναθυμάμαι τα λόγια της και την ευλάβεια με την οποία προσπαθούσε να περισώσει το γλυκό στο μπουφέ για τον άνθρωπο αυτό. Πως από το «τίποτα» έφτιαχνε περίσσευμα για να έχουμε να φιλέψουμε. Σκέφτομαι πως γίνεται από εκείνο που δε σου φτάνει – ή φτάνει με το ζόρι – να έχεις πάντα περίσσευμα. Και πόσες αμέτρητες φορές συνάντησα αυτήν τη ταπεινή γενναιοδωρία.

Διαλέγω μια αγαπημένη εικόνα για να μοιραστώ. Ήταν καλοκαίρι Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εκεί που τρέχει, ποιος ξέρει κάποτε μπορεί να έτρεχε νερό. Μου αρέσει να το σκέφτομαι έτσι. Ναι ξέρω δεν είναι ποτάμι. Αλλά εγώ έτσι το λογαριάζω μερικές φορές για να σκεφτώ τη μνήμη του νερού και τη ροή. Σε μια κοίτη μέσα μπαίνουμε που ενώνει τη θάλασσα και το λιμάνι με το κέντρο της πόλης και μετά με τους πρόποδες του πονεμένου μας βουνού.

Στο σταθμό, οι όχθες πληθαίνουν. Το ποτάμι εδώ διακλαδίζεται σε άνοδο και κάθοδο. Στεκόμαστε στις αποβάθρες με το σώμα και τη ματιά στραμμένα κατά τη μεριά που το περιμένουμε να φανεί. Κάτι ακούγεται στο βάθος. Δεν είναι το δικό μας, έρχεται από την άλλη μεριά και πηγαίνει στον Πειραιά.

Ήρθε και το δικό μας. Καθώς ταξιδεύουμε, αφήνομαι σε εικόνες και ήχους. Προσπαθώ να μαντέψω αν έχουμε όλοι τον ίδιο προορισμό. Ύστερα, χάνουμε για λίγο την επαφή με τον ουρανό. Σαν ένα ποτάμι που δεν το βλέπεις, αλλά το νοιώθεις να κυλά κάπου μυστικά.

Πρόσωπα κουρασμένα, με περίσκεψη στο βλέμμα. Τί να σκέφτονται, μονολογώ σιωπηλά. Η διαδρομή ίδια. Σταματάμε, κάποιοι κατεβαίνουν, ανεβαίνουν άλλοι. Ακούγεται ο ήχος που κάνουν οι πόρτες που ανοιγο-κλείνουν, τα φρένα και πιο σπάνια μια φωνή στο μεγάφωνο που ενημερώνει που βρισκόμαστε. Αν είσαι τακτικός επιβάτης δεν το χρειάζεσαι γιατί φτάνουν όσα βλέπεις για να καταλάβεις δίχως να σκεφτείς.

Και πάμε, όλο πάμε. Θησείο και Μοναστηράκι, προορισμοί αγαπημένοι. Καθώς κυλάμε φωτογραφίζω με το βλέμμα τις αλλαγές που βλέπω. Φτάνουμε Ομόνοια και εκβάλλουμε ορμητικά στις όχθες με τα κίτρινα πλακάκια, εξωραϊσμένα σήμερα και λιγότερο στιλπνά, για να βγούμε ξανά στην επιφάνεια της γης.

Οι δρόμοι γύρω από την πλατεία γεμάτοι κόσμοι. Πηγαδάκια εδώ κι εκεί, απλωμένα πανώ, σημαίες και πικέτες στα χέρια. Πρόσωπα κουρασμένα αλλά χαμογελαστά αναζητούν με το βλέμμα γνωστούς και φίλους. Αγκαλιές, χειραψίες, νεύματα και χαιρετισμοί. Τραγούδια στα μεγάφωνα και κόσμος που έρχεται από όλες τις μεριές, σε ομάδες οργανωμένες ή μπουλούκια – μπουλούκια. Σαν να έβρεξε και φουσκώνουν τα νερά.

Αφήνω πίσω μου την Ομόνοια και τραβώ για τον παραπόταμο της Πατησίων και καθώς βαδίζω με συνεπαίρνει μια αύρα αισιοδοξίας και ενός αισθήματος κοινής μοίρας. Όσο περνάει η ώρα οι κοίτες και οι όχθες πληθαίνουν, η ροή αποκτά πιο ξεκάθαρη κατεύθυνση. Μόλις βρω και γω τους δικούς μου, μπαίνουμε σε σειρά, στοιχιζόμαστε, και πιάνουμε θέση πίσω από τα τύμπανα. Στιγμές – στιγμές στέκομαι και στρέφω το βλέμμα κατά πίσω να δω ως που φτάνει το ποτάμι, να διακρίνω τα όρια. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες
 και την ευλόγησαν.
Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας
η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.
Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει.
Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη 
μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα 
όνειρα εκδίκηση.
Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι 
βλέπεις;

- Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο 
ξινόχορτο.

- Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και 
Στρατηγών.

- Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους 
πτωμάτων.

- Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Από το "Άξιον Εστί" του Οδυσσέα Ελύτη

Από το φωτογραφικό αρχείο του Ριζοσπάστη

Δεν γνωριζόμαστε με την κυρά Γιαννούλα και όσα ξέρω για τη ζωή της έχουν φτάσει στην από δω μεριά του δρόμου τυχαία και λόγω της εγγύτητας. Α, και επειδή παρά τα χρόνια που ζει στην πόλη η κυρά Γιαννούλα, έχει φέρει τους ήχους της επαρχίας μαζί της που δεν τους αποχωρίζεται σχεδόν ποτέ: με φωνή βροντερή μιλάει στα παιδιά της το πρωί, μαλώνει ή κανακεύει τη Λούση, το μικρό της σκυλάκι, φωνάζει τη Μαίρη, τη γειτόνισσα της διπλανής πόρτας για τα πρωινά νέα ή πιάνει το τραγούδι όταν έχει τα σεκλέτια της. Έτσι μιλάει αδιακρίτως σε όλους και όλες τις ώρες. Οπότε, κομμάτια της ζωής της γλυστράνε και ξεφεύγουν από το χώρο και τον ιδιωτικό τους χρόνο και σκορπίζονται στη γειτονιά. Έχω γίνει ωτακουστής χωρίς να το θέλω και χωρίς να μπορώ να δω πρόσωπα και να ταιριάξω φωνές, γιατί το μπαλκόνι της δε φαίνεται από τα λουλούδια και τις πρασινάδες. Τις προάλλες για παράδειγμα, είχε μαστόρους από το πρωί. Ξύπνησε νωρίς, ετοίμασε καφέδες και όλη την ώρα ήταν από πάνω τους μήπως και χρειάζονται κάτι να τους φέρει, πριν το μεσημεριανό φαγητό. Και τα ονόματα των μαστόρων έμαθα, και τα χρώματα που έβαψαν, και τα λεφτά που τους πλήρωσε. Σαν να ακούω στιγμιότυπα μιας άλλης ζωής στο ραδιόφωνο. Ώρες – ώρες νοιώθω ότι δε μπορώ να ησυχάσω και να απολαύσω το μπαλκόνι μου, γιατί όλο και θα την ακούσω να πιάνει διπλάσιο χώρο από όσο μας αναλογεί στο στενό δρόμο που ζούμε, και θυμώνω. Μετά της τον παραχωρώ τον χώρο που με πείσμα διεκδικεί γιατί για μένα, από μια άποψη, η κυρά Γιαννούλα είναι η γειτονιά ολόκληρη.

Ούτε προφορική ιστορία είναι, ούτε αφήγηση. Το αναφέρω γιατί σκέφτομαι πόσες μυριάδες, μυριάδες μικρές στιγμές είναι οι ζωές μας. Περαστικές, φευγαλέες, αποσπασματικές, που χάνονται ακαριαία σχεδόν στη λήθη. Ποιος ξέρει ποια θα είναι η δική της εικόνα για τη δική μου ζωή. Τι βλέπει, μιας και το δικό μου μπαλκόνι δεν είναι και τόσο κατάφυτο, τι ακούει, τι καταλαβαίνει, τι ξέρει. Αυτά τα μικρά θραύσματα που μοιάζουν ασύνδετα, δίχως νόημα και ειρμό και όταν πάρει θέση ο άνθρωπος τα βάζει σε μια σειρά και βγάζουν νόημα, για τον ίδιο, τους άλλους, για την ιστορία σπανιότερα. Καθώς αφηγούμαστε ιστορίες και περιστατικά για τη ζωή μας, καθώς ιστορούμε τη ζωή μας και όσα βιώνουμε, νοιώθουμε, και περνάμε κάθε μέρα, σε αγαπημένους και οικείους, γείτονες και φίλους, σπάμε το καρυδότσουφλο και βγάζουμε από μέσα τον καρπό που αλλιώς θα έμενε αθέατος για πάντα. Ποτέ κανείς δε θα μάθαινε Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αφιερωμένη στα δέντρα ήταν η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης…

Στην πόλη μας τα δέντρα σπανίζουν. Συχνά δεν τα βλέπω κι όταν ακόμα τα συναντώ. Χαμένα μέσα σε δρόμους αθέλητα να σκιάζουν μπαλκόνια δίχως φως. Σε πεζοδρόμια να απλώνουν στενάχωρα τις ρίζες τους. Να εμποδίζουν πεζούς και μηχανάκια που θέλουν να τα βγάλουν από τη μέση. Από ζωντανά πλάσματα της φύσης σε στολίδια έχουν μεταμορφωθεί. Μέρος μιας εικόνας οικείας αλλά και ξένης. Τα δέντρα της πόλης. Που και που αποκτούν οντότητα και γίνονται για λίγο δέντρα. Στις πλατείες και τα λιγοστά φαρδιά πεζοδρόμια ή τους πεζόδρομους. Μεταμορφώνονται και μεταμορφώνουν τη ματιά μας.
Καθώς χαζεύω από το λεωφορείο αντικρύζω τους πληγωμένους φοίνικες στην Πύλη του Αδριανού και το Ζάππειο. Με το κίτρινο της αρρώστειας να κατακτά τα πράσινα φύλλα τους ή τους ψηλούς κορμούς τους να στέκουν ά-φυλλοι, ορφανοί. Μνημεία της αδιαφορίας αντί για δέντρα. Χρόνια γνωστή η αρρώστεια και ο κίνδυνός της, χρόνια και η αδιαφορία, τώρα στη θέση τους στην είσοδο του κήπου το κενό.
Βάζω σημάδι ένα πεύκο μοναχικό στη Δημοσθένους. Χρόνια τώρα, τσικνίζεται από τα σουβλάκια, αλλά δεν παραπονιέται γιατί στον ίσκιο του μαζεύεται κόσμος και έχει συντροφιά τα βράδυα του καλοκαιριού. Και μετά στρέφει το βλέμμα πότε κατά τον Αη Γιώργη στο λόφο και πότε κατά τις Τζιτζιφιές στη θάλασσα. Και ονειρεύεται μια ομορφιά που χάθηκε. Κάθε που περνώ του λέω καλησπέρα. Καλησπέρα κι ευχαριστώ.
Και ύστερα όσο πλησιάζω στο σπίτι χαζεύω τις νερατζιές.
“Γιατί κανείς δε μαζεύει τα πορτοκάλια;”
“Δεν είναι πορτοκάλια.”
“Τι είναι;”
“Νεράτζια.”
“Και γιατί φυτεύουμε νεράτζια που δεν τρώγονται;”
Την άνοιξη που μοσχοβολάνε για μια δυο βδομάδες όταν δένουν τον ανθό στολισμένες με κατάλευκα ανθάκια περνώ και ευφραίνομαι. Παραγκωνισμένα κι ωστόσο αειθαλώς γενναιόδωρα. Τα δέντρα της πόλης. Θέλω να σας ζητήσω συγγνώμη και ύστερα να πάρω τις μπογιές μου και να ζωγραφίσω. Όσο πιο πολλά μπορώ, ψηλά και πιο κοντά, με λεπτούς κορμούς και πιο χοντρούς, με κλαδιά απλωτά και ολόισια καταπάνω, με φύλλα πράσινα, κοκκινωπά, ριγιέ και άλλα. Με καρπούς φορτωμένα και άνθη. Θέλω να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου που σαν σημεία στίξης των εποχών και της φύσης απτόητα αγαπάτε.

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach