You are currently browsing the category archive for the ‘παραμύθια’ category.

«93χρονος άντρας», λεπτομέρεια από έργο του Albrecht Dürer, 1521

Μία φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε ένα μεγάλο βασίλειο. Βρήκε γυναίκα, παντρεύτηκε και απόκτησε ένα παιδί. Το παιδί μεγάλωνε με όλα τα καλά, και οι γονείς ήτανε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Το παλάτι ήτανε χτισμένο μέσα σε δάσος και είχε αμέτρητα παράθυρα που φώτιζαν τα δωμάτια και τις επίσημες αίθουσες.Αρκετά μακριά, ήταν ένας λάκκος όπου κάθε πρωί οι σκουπιδιάρηδες πετούσαν τα αποφάγια και τα σκουπίδια του παλατιού. Σ’ αυτόν τον σκουπιδότοπο, έρχονταν ένας γέροντας κουρελής και πειναλέος και έψαχνε να βρει κάτι για να χορτάσει την πείνα του.

Κάποια μέρα βγαίνει το μικρό βασιλόπουλο περίπατο με την παιδονόμο του και βλέπει τον γέροντα. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο άνθρωπο και τον παρατηρούσε με απορία.
Ο γέροντας πρόσεξε την απορία του παιδιού και άρχισε να λέει τραγουδιστά:
«Στης ζωής τα μονοπάτια, είδα σπίτια και παλάτια. Τώρα είμαι ένας γέρος δίχως τόπο δίχως μέρος. Σε καλύβι δε χωράω ψάχνω στ’ άχρηστα να φάω. Πέρασ’ η ζωή ποτάμι και με άφησε καλάμι».
Όταν τέλειωσε το τραγούδισμα, άρχισε να λέει ένα παραμύθι.
«Μία φορά κι έναν καιρό, ήτανε να σε χαρώ αρχοντόπουλο με γνώση. Ξύπναγε πριν ξημερώσει…»
Το βασιλόπουλο έμεινε καρφωμένο στο ίδιο μέρος. Έβλεπε και άκουγε συνεπαρμένο, ένα παραμύθι για τον νερόμυλο, το μυλωνά και τη νεράιδα. Κάποια στιγμή όμως η παιδονόμος τράβηξε με το ζόρι το παιδί από το χέρι και το πήγε στο παλάτι. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε το παιδί την άλλη μέρα από την παιδονόμο ήτανε να πάνε εκεί που είχανε βρει το γέρο παραμυθά. Το παραμύθι συνεχίστηκε και το παιδί αρέστηκε τόσο πολύ, που δεν ήθελε να φύγει κοντά από το γέρο. Κάποια στιγμή όμως έπρεπε το παιδί να φύγει. Αντί για χαιρετισμό ο γέρος λέει: «Μπάλ σεντέν, μασάλ μπεντέν». «Τι θα πει αυτό;» ρωτάει το παιδί τη συνοδό του. Αυτό θα πει: «Το μέλι από σένα, το παραμύθι από μένα». Δηλαδή, για να συνεχίσει ο γέρος το παραμύθι πρέπει να του δώσουμε μέλι να φάει! Πηγαίνει το παιδί στον πατέρα του: «Πατέρα θέλω να τρώω μέλι για να δυναμώσω, θέλω πολύ μέλι να έχω για πολλές μέρες.» Ο βασιλιάς παραγγέλνει και του φέρνουν τρία βαρέλια μέλι για το αγαπημένο παιδί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Όταν η Σελήνη εμφανίστηκε σαν ωχρή ημισέληνος, κομψή και λεπτή αλλά ακλόνητη στην υπόσχεσή της ότι θα ξαναμεγαλώσει, η Άρτεμις διέσχισε τα απάτητα δάση της Αρκαδίας. Η Θεά ζούσε με τις νύμφες Της μέσα στην πυκνή άγρια βλάστηση όπου τα ζώα έρχονταν ελεύθερα να σμίξουν στα παιχνίδια και τους χορούς Της. Αγαπούσε τη νέα ζωή. Ακόμα κι όταν έπαιζε ή ξεκουραζόταν, ήταν με το αυτί τεντωμένο η Άρτεμις στους βόγκους κάποιας μητέρας που έδινε ζωή. Ο άνεμος Της έφερνε μακρόσυρτους, σιγανούς αναστεναγμούς και κοφτά τραγουδίσματα πόνου. Αν ήταν η μητέρα κάποιο ζώο, ξαπλωμένο μοναχό του σε μια απόμερη σπηλιά ή σ’ ένα προστατευτικό στρώμα από φύλλα, η Άρτεμις διέσχιζε γρήγορα τα δάση για να έρθει στο πλευρό της. Έφερνε φύλλα από την άγρια αρτεμισία της για να φάει το ζώο και απαντούσε γλυκά στους στεναγμούς της μητέρας. Η Θεά χτυπούσε απαλά τη φουσκωμένη μήτρα μέχρι που τα υγρά σώματα έβγαιναν σιγά σιγά στο φως. Τα χάιδευε στοργικά και τα έπαιρνε υπό την προστασία Της: Τίποτε σε τούτα τα δάση δεν μπορεί να βλάψει τα παιδιά της Αρτέμιδος. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Έναστρος ουρανός» του Vincent Van Gogh, 1889

 

Ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος. Στεκόταν στο παράθυρό του συχνά και θαύμαζε τον ουρανό. Τα χρώματα που άλλαζε μέρα με τη μέρα.

Κάθε φορά σκεφτόταν: αυτός είναι ο πιο όμορφος ουρανός που έχω δει ποτέ μου. Και κάθε μέρα συνειδητοποιούσε ότι ο πιο όμορφος ουρανός είναι πάντα αυτός που δεν έχει προλάβει να θαυμάσει.

Και ξύπνησε μια μέρα και είχε πάρει μια απόφαση. Να αγοράσει μια τόση δα στάλα ουρανό. Να τον έχει δικό του να τον κοιτά όποτε θελήσει.

Ρώτησε δεξιά κι αριστερά αν κάποιος μπορούσε του πουλήσει λίγο ουρανό. Κάποιοι απάντησαν ορθά-κοφτά όχι. Άλλοι γέλασαν. Ορισμένοι σιώπησαν. Εκείνος συνέχισε να ψάχνει.

Αφού είδε κι αποείδε, πήρε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε πάνω ‘ο ουρανός αυτός είναι ο δικός μου ουρανός’ και προσπάθησε να φτάσει όσο πιο ψηλά γινόταν, να καρφιτσώσει το χαρτί σε θέση περίοπτη.

Όμως πώς ν’ αποφασίσει ποιό κομμάτι τ’ ουρανού μπορούσε να διεκδικήσει; Ποιό κομμάτι ουρανού ήταν το καλύτερο;

Περπατούσε στο δρόμο και κάθε τόσο στεκόταν και τέντωνε το χέρι του με το χαρτί κόντρα στο γαλάζιο, κόντρα στις πολλαπλές σκιές των νεφών, κόντρα στη βροχή ή τον ήλιο – όσο πιο ψηλά μπορούσε. Κουράστηκε.

Αφού είδε κι αποείδε, πήρε το χαρτί και το κόλλησε στο τζάμι του παραθύρου του. Το μόνο που του ανήκε τελικά ήταν η θέα.

Ε, κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

hubble-milky-way-illustration-present

Το παραμύθι που ακολουθεί έρχεται από τη Νότιο Αφρική:

Πολλά, πολλά χρόνια πριν, κάθε φορά που ο Γέροντας με τις φωτεινές μασχάλες ξάπλωνε να κοιμηθεί, ο ουρανός παρέμενε ολοσκόοτεινος τις νύχτες. Όμως με τον καιρό, οι άνθρωποι έμαθαν ν’ ανάβουν φωτιές μήπως και φωτίσουν την τόση σκοτεινιά.

Μία νύχτα, ένα κορίτσι που καθόταν μπροστά στη φωτιά προσπαθώντας να ζεσταθεί, άρχισε να σκαλίζει τις στάχτες. Πήρε λίγη στάχτη στα χέρια της και την τίναξε προς τα πάνω, να δει πόσο όμορφα αιωρείται στον αέρα. Και καθώς η στάχτη αιωρούνταν, το κορίτσι πρόσθεσε μερικούς πράσινους θάμνους στη φωτιά και την ανασκάλεψε μ’ ένα κλαδί. Οι λαμπερές σπίθες πέταξαν ψηλά, όλο και πιο ψηλά, έφτασαν μέχρι την αιωρούμενη στάχτη κι ανακατεύτηκαν μαζί της – στάθηκαν μαζί στον ουρανό, σχηματίζοντας ένα φωτεινό δρόμο καταμεσής του ουρανού. Και το δρόμο αυτό μπορείτε να τον διακρίνετε ακόμα και σήμερα. Οι λευκοί των ονομάζουν γαλαξία, όμως εμείς τον λέμε Δρόμο των Αστεριών.

Αχ! Πόσο χαρούμενο ήταν το κορίτσι! Χτύπησε τις παλάμες του δυνατά και χόρεψε, λικνίζοντας το σώμα του με τον τρόπο που το λικνίζουν οι άνθρωποί μας κάθε φορά που είναι ευτυχισμένοι. Να το τραγούδι που τραγούδησε:

Τα μικρά αστέρια! Τα μικροσκοπικά αστέρια!

Φτιάχνουν ένα δρόμο για τα άλλα άστρα.

Στάχτη της φωτιάς των ξύλων! Σκόνη Ηλίου!

Καλούν την Αυγή να φανεί, κάθε που η Νύχτα φεύγει!’ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Νάρκισσος» του Caravaggio

«Νάρκισσος» του Caravaggio

Μια κινέζικη ιστορία μας διηγείται τις προειδοποιήσεις του θανάτου που δε γίνονται αντιληπτές, τη γλώσσα του κατά κάποιο τρόπο.

Μια μέρα ένας νεαρός άντρας γονάτισε στην όχθη ενός ποταμού. Βύθισε τα χέρια του στο νερό για να δροσίσει το πρόσωπό του κι εκεί, στο νερό, είδε ξαφνικά την εικόνα του θανάτου.

Σηκώθηκε τρομαγμένος και ρώτησε:

«Τί θέλεις; Είμαι νέος! Γιατί ήρθες να με αναζητήσεις δίχως την παραμικρή προειδοποίηση;»

«Δεν ήρθα να σε αναζητήσω», απάντησε η φωνή του θανάτου. «Ησύχασε και γύρισε στο σπίτι σου, γιατί περιμένω εδώ κάποιον άλλο. Δε θα έρθω να σε ζητήσω χωρίς να σε προειδοποιήσω πρώτα, σου το υπόσχομαι.»

Ο νεαρός επέστρεψε χαρωπός στο σπίτι του. Μεγάλωσε, παντρεύτηκε, απέκτησε παιδιά, ακολούθησε το ρεύμα της ήσυχης ζωής του. Μια καλοκαιριάτικη μέρα βρέθηκε στην όχθη του ίδιου ποταμού και σταμάτησε ξανά για να δροσιστεί. Είδε ξανά το πρόσωπο του θανάτου. Τον χαιρέτησε και θέλησε να σηκωθεί. Όμως μια τρομερή δύναμη τον κρατούσε γονατισμένο στην όχθη του νερού. Τον κατέλαβε φόβος και ρώτησε:

«Τί θέλεις;»

«Εσένα θέλω», απάντησε η φωνή του θανάτου. «Σήμερα ήρθα να σε αναζητήσω.»

«Μου είχες υποσχεθεί ότι δε θα ερχόσουν να με ψάξεις χωρίς να με προειδοποιήσεις! Δεν κράτησες την υπόσχεσή σου!»

«Σε προειδοποίησα», είπε ο θάνατος.

«Με προειδοποίησες;»

«Με χίλιους τρόπους. Κάθε φορά που κοιταζόσουν στον καθρέφτη, έβλεπες τις ρυτίδες σου να βαθαίνουν, τα μαλλιά σου να ασπρίζουν. Αισθανόσουν την ανάσα σου να κόβεται και τις αρθρώσεις σου να χάνουν την ευκαμψία τους. Πώς μπορείς να λες ότι δε σε προειδοποίησα;»

Και τον τράβηξε μαζί του στο βυθό.

Jean Claude Carriere (1998:189-190) Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ – ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΑΠ’ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα

nature-geometry-bird-circles-shapes-color-drawing-painting-art-illustration-wings-patternsΚάποτε ζούσε ένας γερο-σοφός. Ήταν μάλιστα τέτοια η σοφία του, που μπορούσε να δώσει απάντηση σε οποιοδήποτε ερώτημα, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό.

Μια μέρα, δυο νέοι άντρες το συζήτησαν και είπαν: «Θα ‘χε πλάκα να ξεγελούσαμε το γέρο. Ας πιάσουμε ένα πουλί κι ας πάμε να τον βρούμε. Ας του πούμε ‘να τι κρατάμε στα χέρια μας σήμερα – είναι ζωντανό ή είναι πεθαμένο;’ Κι αν πει ‘πεθαμένο’ θα αφήσουμε το πουλί να πετάξει. Αν πει ‘ζωντανό’ θα το συνθλίψουμε ανάμεσα στις παλάμες μας.»

Έτσι λοιπόν έπιασαν το πουλί, πήγαν μέχρι το γερο-σοφό και του ‘παν: «Να τι κρατάμε στα χέρια μας σήμερα. Είναι ζωντανό ή είναι πεθαμένο;»

Και ο γερο-σοφός κοίταξε τους νέους και χαμογέλασε. Τους είπε: «Είναι στα χέρια σας».

Πηγή: http://www.sisterschoice.com/ecostories.html

Michail Kudinow «Walking Bird»

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα πουλί που δεν μπορούσε να πετάξει. Περπατούσε όπως τα κοτόπουλα γύρω-γύρω στο χώμα, αν και γνώριζε καλά ότι υπάρχουν πουλιά που μπορούν να πετούν.

Και πως τα έφερε η μοίρα, με μία σειρά συμπτώσεις ν’ ακολουθούν η μία την άλλη και βρέθηκε να κλωσσά στη φωλιά του το αυγό ενός πουλιού που πετούσε.

Σύντομα ο νεοσσός εκκολάφθηκε, έχοντας τη δυνατότητα (κι αυτός) να πετά.

Ρωτούσε το θετό του γονιό: «Πότε θα πετάξω;» και το δεμένο γερά στη γη πουλί του απαντούσε κάθε φορά: «Πρέπει απλά να κάνεις υπομονή και θα πετάξεις, έτσι όπως κάνουν όλα τα πουλιά».

Γιατί δε γνώριζε πως να διδάξει στο μικρό πουλί να πετά. Δε γνώριζε καν πως δεν είχε απλά παρά να του δώσει μια και να το ρίξει απ’ τη φωλιά ώστε ν’ αναγκαστεί να ανοίξει τα φτερά του.

Και κατά ένα παράξενο τρόπο, ούτε ο νεοσσός μπορούσε ν’ αντιληφθεί καθαρά την κατάσταση. Τον μπέρδευε η ευγνωμοσύνη για το πουλί που τον είχε κλωσήσει ως γονιός.

«Δίχως τη δική του βοήθεια, σίγουρα θα είχα παραμείνει στο αυγό», επαναλαμβάνε στον εαυτό του.

Κι άλλες φορές μονολογούσε: «Αν κάποιος κατάφερε να με κλωσήσει, σίγουρα θα καταφέρει και να μου δείξει να πετώ. Όλα είναι ζήτημα χρόνου ή ίσως ζήτημα δικής μου προσπάθειας ή έστω κάποιας ιδιαίτερης σοφίας: ναι αυτό είναι. Κάποτε θα έρθει η μέρα και ό,τι με έφερε μέχρι εδώ, θα φροντίσει για τη μετάβασή μου στο επόμενο στάδιο.»

Το παραμύθι αυτό εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές στο έργο Awarif Al-maarif τους 12οι αιώνα (Suhrawardi) και φέρει πολλαπλά μηνύματα. Λέγεται ότι μπορεί να γίνει κατανοητό διαισθητικά, αναλόγως του επιπέδου συνείδησης κάθε ακροατή. Σε ένα πρώτο επίπεδο φυσικά, δίνει έμφαση σε μια σειρά αξιών σχετικών του πολιτισμού μας. Οι αξίες αυτές συμπεριλαμβάνουν:

«Το να συμπεραίνει κανείς ότι ένα πράγμα αποτελεί ακολουθία μια προηγούμενης κατάστασης είναι ανοησία και ενδέχεται να εμποδίσει κάθε πρόοδο» και «αν κάποιος μεπιτελεί μια λειτουργία, δε σημαίνει ότι θα καταφέρνει να εκπληρώνει κάθε ρόλο».

Πηγή: Idries Shah (1969) «Tales of the Dervishes: Teaching Stories of the Sufi Masters Over the Past Thousand Years», E.P. Dutton & Co. Inc., New York, USA

Κάποτε ο Άνεμος κι ο Ήλιος μάλωναν ποιός έχει περισσότερη δύναμη. Κι ενώ μαλώνανε, πέρασε ένας άντρας τυλιγμένος με το σάλι του, που φορούσε ένα τεράστιο σαρίκι. Και είπαν, «δεν έχει νόημα να τσακωνόμαστε. Ας δοκιμάσουμε τη δύναμή μας για να δούμε ποιός από τους δύο μπορεί να εξαναγκάσει τον άντρα αυτό να πετάξει το σάλι που φορά.»

Τότε ο Άνεμος ζήτησε να δοκιμάσει πρώτος και είπε, «θα δεις ότι θα φυσήξω μακρυά την κουβέρτα του σε χρόνο μηδέν» και ο Ήλιος ανταποκρίθηκε «εντάξει, ξεκινά πρώτος».

Έτσι ο Άνεμος άρχισε να φυσά με όλη του τη δύναμη, αλλά όσο φυσούσε τόσο πιο σφιχτά τυλιγόταν με το σάλι του ο άντρας κι ενώ ο Άνεμος φυσούσε τόσο που ο άντρας κόντευε να πετάξει ψηλά στον ουρανό, το σάλι του δεν το αποχωριζόταν με τίποτα, αλλά το έσφιγγε όλο και περισσότερο γύρω του. Τα παράτησε λοιπόν και ήρθε η σειρά του Ήλιου να δοκιμάσει. Ανέβηκε ψηλά στον ουρανό και έλαμψε με όλη του τη δύναμη και σύντομα ο άντρας άρχισε να στάζει ιδρώτα κι έβγαλε το σάλι του και το κρέμασε στο κλαδί που κουβαλούσε στον ώμο του κι ο Άνεμος αναγκάστηκε να παραδεχθεί την ήττα του.

Πηγή: http://www.pitt.edu/~dash/type0298.html#india

11062016_afigisi

 

Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν, ακολουθούσαν ένα δρόμο ιστορίες, να ‘χουν να τις μοιράζονται, να τις γεύονται κάθε φορά που αναρωτιούνταν, ποιά η πυξίδα, που ο ουρανός και που ο ήλιος. Που το φεγγάρι και που η σκιά του. Ποιό το δισάκι και κατά που το οικείο άγνωστο. Ανασήκωσαν μια πέτρα, έσπειραν αλάτι, μάζεψαν καπέλα, πέτρες κι ένα κούτσουρο. Συνάντησαν μια κόρη με χέρια μικρά μωρουδίστικα, εκείνον που περπατούσε στο νερό και τρεις γριές με πρόσωπα ρυτιδιασμένα.

Στις 11 Ιουνίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για μικρούς και μεγάλους, στην τελευταία αφήγηση της χρονιάς στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619).

vintage-sun

Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει. Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.

Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Κάι! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»

«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»

Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια. Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκατζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τoυς ρίξω».

«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.

Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.

Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακρυά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»

«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά  για προσκέφαλο».

Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.

Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακρυά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.

Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.

Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα πατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.

Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.

Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.

Ένας θρύλος των Blackfoot

Πηγή: http://www.firstpeople.us/FP-Html-Legends/TheTheftfromtheSun-Blackfoot.html

afigisi_14052016b

Πώς μπορείς να αφηγηθείς μια ιστορία που δεν γνωρίζεις ή να αποφασίσεις ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στο αληθινό και το πραγματικό, να ενδυθείς ένα ρούχο παραμένοντας γυμνή ή να μαγειρέψεις ένα λαγό που δεν έχεις πιάσει σ’ ένα τσουκάλι δίχως πάτο;

Πώς μπορείς να παίξεις μουσική σε μια άρπα δίχως χορδές ή να ξεχωρίσεις ένα ολοφάνερο ψέμα, να κόψεις ξύλα δίχως τσεκούρι ή να καταλάβεις τι μήνυμα στέλνει ένας και μοναδικός γάτος;

Επίσης: γίνεται μια πέτρα να έχει γενειάδα; Και τέλος πάντων, γιατί πρέπει όλοι να ξυπνάμε νωρίς;

Έτσι λοιπόν, ένα Σάββατο το μήνα η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για το παράδοξο, το παράλογο, το ευτράπελο – επειδή είναι άνοιξη κι έχει και κέφια – στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619). Για τη μετάβασή σας κάντε κλικ εδώ.

rui tenreio_latterns

«Latterns» σε εικονογράφηση του Rui Tenreiro

Μια ιστορία από την Αιθιοπία μας παρουσιάζει ένα γέρο ο οποίος, όταν έφτασε στο κατώφλι του θανάτου, κάλεσε τους τρεις γιους του και τους είπε:

«Δεν μπορώ να χωρίσω στα τρία την περιουσία μου. Θα αναλογούσε ένα πολύ μικρό μερίδιο στον καθένα σας. Αποφάσισα να κληροδοτήσω όσα έχω σ’ αυτόν που θα αποδειχτεί ο πιο ικανός, ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Με άλλα λόγια: στον καλύτερο γιο μου. Έχω ακουμπήσει στο τραπέζι από ένα νόμισμα για τον καθένα σας. Πάρτε τα. Αυτός που θα καταφέρει να αγοράσει με το νόμισμα αυτό κάτι που θα γεμίσει μέχρι επάνω την καλύβα θα τα πάρει όλα.»

Οι γιοι έφυγαν. Ο πρώτος αγόρασε άχυρα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γεμίσει την καλύβα μέχρι τη μέση. Ο δεύτερος αγόρασε σακιά με πούπουλα, αλλά ούτε κι αυτός κατάφερε να γεμίσει την καλύβα.

Ο τρίτος γιος – που πήρε την κληρονομιά – αγόρασε ένα πράγμα μόνο. Ήταν ένα κερί. Περίμενε το σκοτάδι, άναψε το κερί και γέμισε την καλύβα με φως.

Πηγή: Jean-Claude Carriere (1998:227) Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα

afigisi_16042016

Άνοιξη ειναι ο σπόρος που πεθαίνει δίνοντας τη θέση του σ’ ένα φυτό.

Είναι όμως κι ο σπόρος που ζωντανεύει, ανθίζει, αναπτύσσεται.

Η άνοιξη είναι γιορτή, διαρκής υπενθύμιση ενός αέναου κύκλου που αρχή και τέλος δεν έχει, χρόνος μετάβασης, μυρωδιές μεθυστικές και χρώματα.

Μα πάνω απ’ όλα άνοιξη σημαίνει παραμύθια. Γι’ αυτό που αρνείται να καρπίσει, για χίλιους σπόρους σιναπιού, αυτήν που κατοικεί στα δέντρα, λίγες παπαρούνες στολίδι σ’ ένα φόρεμα, ένα χωράφι μ’ ανθισμένο λινάρι, αλλά και – πάντοτε – ένα τελευταίο φύλλο στα κλαδιά ενός δέντρου.

Το Σάββατο 16 Απριλίου και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραδοσιακά παραμύθια για ενήλικες και παιδιά στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις (Μ. Μουσούρου 22, Μετς – 2109240619). Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ.

 

eipa tis thalassas

 

Αντάρα της ψυχής της θάλασσας

ψυχής γαλήνη θάλασσα

τι κάθεσαι και μου μιλάς

τι αφηγείσαι τι γελάς…

 

Η θάλασσα στις αφηγήσεις δεν προσφέρει ποτέ έναν απλό χώρο πλοκής.

Είναι ζωντανή: κυματίζει, αγκαλιάζει, αναδιπλώνεται, προσκαλεί, καταπίνει ανθρώπους και πλοία για να τα «φτύσει» ξανά στη στεριά, αφουγγράζεται και τραγουδά μαζί, είναι παρούσα με χίλιους δύο τρόπους.

Η θάλασσα και η ανθρώπινη ψυχή συναντιούνται συχνά, ανταλλάσοντας ιστορίες – για τη Σέντνα, ένα πιάτο αυγά υπερεκτιμημένα, το τομάρι μιας φώκιας, το Χότζα που μαθαίνει να κολυμπά, τη γυναίκα σκελετό και οπωσδήποτε τις γοργόνες.

Στέκομαι κι εγώ στην άκρη της ακτής ν’ ακούσω και να πω…

Στις 19/3 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια για τη θάλασσα, παραμύθια της θάλασσας – στο βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις», Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς (τηλ. 2109240619).

Εικονογράφηση της Renáta Fučíková

Πολλά χρόνια πριν ζούσε ένας αυτοκράτορας που του άρεσαν πολύ τα όμορφα ρούχα και έτσι ξόδευε όλα του τα χρήματα προκειμένου να καλοντύνεται. Το μοναδικό που τον ενδιέφερε ήταν να πηγαίνει στο θέατρο ή να ταξιδεύει εδώ κι εκεί με την αυτοκρατορική άμαξα, έτσι ώστε να μπορεί να επιδεικνύει τα καινούργια ρούχα του. Διέθετε διαφορετικά κουστούμια για κάθε ώρα της μέρας. Μάλιστα, όσο χρόνο διέθεταν οι άλλοι βασιλείς για ζητήματης αυλής τους, τόσο χρόνο διέθετε αυτός στο ραφείο!

Μια μέρα, δύο απατεώνες έφτασαν στην πόλη του αυτοκράτορα. Είπαν πως ήξεραν να υφαίνουν, υποστηρίζοντας ότι γνώριζαν να φτιάχνουν τα πιο όμορφα υφάσματα που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι. Δεν ήταν μόνο τα χρώματα και τα μοτίβα που τους χάριζαν εξαιρετική ποιότητα, αλλά επιπλέον, τα υφάσματά τους είχαν επιπλέον τη θαυμαστή ιδιότητα να παραμένουν αόρατα στους ανίκανους ή τους ηλίθιους.

«Τι ωραία θα ήταν αν έφτιαχνα ρούχα από αυτό το ύφασμα», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Τότε θα γνώριζα ποιοί από τους ανθρώπους μου είναι ακατάλληλοι για τη θέση που καταλαμβάνουν και θα μπορούσα να ξεχωρίσω τους έξυπνους από τους ανόητους.» Έτσι, έδωσε ευθύς στους απατεώνες ένα μεγάλο ποσό, προκειμένου να του υφάνουν το ύφασμα για το οποίο μιλούσαν.

Έστησαν τους αργαλειούς τους και υποκρίνονταν πως εργάζονταν, παρόλο που δεν μπορούσες να δεις ούτε ένα νήμα. Ζήτησαν να τους φέρουν το καλύτερο μετάξι και τον καθαρότερο χρυσό και ό,τι τους έφερναν το έκρυβαν, συνεχίζοντας να εργάζονται στους άδειους αργαλιούς, συχνά ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

«Πολύ θα ήθελα να ξέρω πως τα πάνε με αυτό το ύφασμα!», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας, αλλά ένιωθε και λίγο άβολα με την κατάσταση, καθώς μπορούσε να θυμηθεί αυτό που είχαν πει, ότι όποιος είναι ανίκανος ή ηλίθιος δεν θα ήταν σε θέση να δει τι υφαίνουν. Φυσικά, ο ίδιος δεν είχε τίποτε να φοβηθεί, αλλά καλού-κακού αποφάσισε να στείλει κάποιον άλλο να ελέγξει την πρόοδο της εργασίας τους.

«Θα στείλω τον ειλικρινή γερο-υπουργό μου στους υφαντές», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Είναι ο πιο κατάλληλος. Είναι λογικός άνθρωπος και δεν υπάρχει άλλος αξιότερος για τη θέση του.»

Έτσι ο καλός γερο-υπουργός πήγε στο χώρο υποδοχής, όπου κάθονταν οι υφαντές κι εργάζονταν στους άδειους αργαλειούς τους. «Θεούλη μου!», σκέφτηκε ο γερο-υπουργός, γουρλώνοντας τα μάτια του. «Δε βλέπω το παραμικρό!» Αλλά δεν είπε κουβέντα.

Οι δύο απατεώνες τον προσκάλεσαν να έρθει πιο κοντά, ρωτώντας τον πως του φαινόταν το ωραίο σχέδιο και αν πράγματι έβρισκε τα χρώματα εξαιρετικά. Του έδειχναν τον άδειο αργαλειό και ο καημένος γερο-υπουργός γούρλωνε τα μάτια του όλο και περισσότερο. Όμως δεν μπορούσε να δει τίποτε, γιατί δεν υπήρχε τίποτε να δει. «Πολυεύσπλαχνε Θεέ», σκέφτηκε, «μήπως είμαι ηλίθιος; Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα. Μήπως είμαι ακατάλληλος για τη θέση μου; Κανείς δεν πρέπει να μυριστεί το παραμικρό. Όχι, δεν πρόκειται να ωφελήσει σε τίποτε αν πω ότι δεν μπορώ να δω το ύφασμα.»

«Δε λέτε κουβέντα!», σχολίασε ένας από τους υφαντές.

«Ω, μα είναι εξαίρετο! Το καλύτερο!», είπε ο γερο-υπουργός, κοιτάζοντας προσεχτικά μέσα από τα γυαλιά του. «Αυτό το σχέδιο και αυτά τα χρώματα! Ναι, θα πω στον αυτοκράτορα ότι είμαι πολύ ικανοποιημένος με την πρόοδό σας!»

«Αυτό μας χαροποιεί ιδιαίτερα!», είπαν οι δύο υφαντές, φροντίζοντας να ονοματίσουν τόσο τα χρώματα, όσο και το ασυνήθιστο σχέδιο. Ο γερο-υπουργός άκουσε προσεχτικά, ώστε να μπορεί να επαναλάβει κατά λέξη τα λεγόμενά τους στον αυτοκράτορα και αυτό ακριβώς έκανε.

Οι απατεώνες τώρα ζητούσαν περισσότερα χρήματα, περισσότερο μετάξι και περισσότερο χρυσό – και ό,τι τους δόθηκε το έκρυψαν. Κι έπειτα συνέχισαν να υφαίνουν, όπως και πριν, σε άδειους αργαλειούς.

Ο αυτοκράτορας έστειλε και άλλους αξιωματούχους να παρακολουθήσουν την πρόοδο των υφαντών. Κι αυτοί με τη σειρά τους, ξαφνιάζονταν μη βλέποντας τίποτε, αλλά επέστρεφαν κι αυτοί περιγράφοντας πόσο εξαίρετο ήταν το ύφασμα, συμβουλεύοντάς τον να ράψει με αυτό τα ρούχα που θα φορούσε για τη εορταστική πομπή. Η πόλη ολόκληρη δονούνταν από τους επαίνους για το ύφασμα αυτό. «Magnifique! Nysseligt! Θαυμάσιο!» αναφωνούσαν σε όλες τις γλώσσες που μιλούνταν στην πόλη. Ο αυτοκράτορας απένειμε στους υφαντές το μετάλλιο της τιμής, καθώς και τον τίτλο του Αρχιυφαντή.

Οι απατεώνες παρέμειναν ξύπνιοι κατά τη διάρκεια της νύχτας πριν την πομπή, καίγοντας περισσότερα από δεκαέξι κεριά. Ο καθένας μπορούσε να δει ότι βιάζονταν ιδιαίτερα, προκειμένου να τελειώσουν με τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα. Υποκρίνονταν πως έπαιρναν το ύφασμα από τους αργαλειούς. Έκοβαν στον αέρα με μεγάλα ψαλίδια. Έραβαν με βελόνες που δεν είχαν κλωστή. Τελικά ανακοίνωσαν: «Προσοχή! Τα ρούχα ολοκληρώθηκαν!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

20022016_ti oneirevetai o kosmos

Ο κόσμος ονειρεύεται το αύριο. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα καρβέλι ψωμί. Ο κόσμος ονειρεύεται ένα αερικό που ολοένα χορεύει, ένα γίγαντα που καταπίνει ό,τι βρει μπροστά του, ένα παιδί, τη φύση της αλήθειας, ένα δέντρο με δύο κλαδιά, το ίδιο το όνειρο. Ο κόσμος ονειρεύεται τον εαυτό του!

Παραμύθια μαγικά, παραμύθια σοφίας. Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» στις 20/2 και ώρα 20:00.

chichester emma_pinocchio

«Πινόκιο» σε εικονογράφηση της Emma Chichester

Μπορεί ένας άνθρωπος να μην είναι τίποτα άλλο παρά λογοτεχνία; Μπορεί κάποιος να πραγματικά να «γίνει» τα βιβλία που γράφει ή διαβάζει; Μπορεί να κατασκευαστεί στ’ αλήθεια ένας ολόκληρος κόσμος ικανός να αντικαταστήσει τον κόσμο τον πραγματικό ενός δημιουργού ή κάποιου αναγνώστη; Και ποια είναι αυτή η δύναμη η τόσο ισχυρή –ή η αδυναμία η τόσο κραυγαλέα– που είναι ικανή, όχι μονάχα να παραμορφώσει ή να μεταμορφώσει την πραγματικότητα, αλλά και να την θέσει σε δεύτερο πλάνο, προκρίνοντας αντί αυτής την παραδοξότητα της έντεχνης μυθοπλασίας;

Αντικαθιστώντας τη μοναδικότητα της Ιστορίας με την πολυπλοκότητα του ιστοριών. Αποκαλύπτοντας, μέσω των μύθων και της δημιουργικής ανάπλασης και διασκευής των γεγονότων, την πολυφωνία και το πολυδιάστατο της ίδιας της αλήθειας.

Το ανθρώπινο είδος και η μυθοπλαστική αφήγηση έχουν περίπου την ίδια ηλικία. Ενδεχομένως, αν θέλουμε να κάνουμε λόγο για επινόηση, να έχουμε να κάνουμε με μία αρχαιότερη ακόμα και εκείνης της φωτιάς ή του τροχού και σίγουρα της οργανωμένης κοινωνίας. Άλλωστε, η πόλη-κοινότητα θα θεμελιωθεί πάνω σε ήδη εμπεδωμένες γενεσιουργές μυθολογίες, με τον ίδιο τρόπο που πολλούς αιώνες αργότερα το έθνος-κράτος θα δομηθεί πάνω στα εναρκτήριους εθνικούς μύθους.

Για την ακρίβεια ο μύθος δεν προηγείται απλώς της κάθε εφεύρεσης ή ανακάλυψης, αλλά είναι ακριβώς αυτός που οδηγεί σταδιακά τα βήματα του ανθρώπινου πολιτισμού. Προσδίδοντας σε κάθε ακατανόητο μυστήριο την εκάστοτε επισφαλή μα πάντα αναγκαία ερμηνεία.

Ο μύθος της φωτιάς και της ανώτερης δύναμης που την ελέγχει οδήγησε στον μύθο του ήρωα- ευεργέτη των ανθρώπων, ο οποίος θυσιάζεται για αυτούς και για την πρόοδό τους. Η ανακάλυψη-εξημέρωση του στοιχείου της φωτιάς συνετέλεσε στην απομάγευση της δύναμης-τυράννου, αλλά όχι στην απομυθοποίηση των παρελκόμενων με την εξέλιξη συμβόλων. Ο ήρωας νικιέται από το δυνάστη, αλλά ο μύθος του επιβιώνει για να γεννήσει με τη σειρά του άλλους καινούριους μύθους.

Η μυθοπλαστική ερμηνεία προηγείται ακριβώς για να καταρριφθεί σε κάθε περίπτωση από την μετέπειτα επισταμένη έρευνα και την μεθοδική αποκάλυψη των μυστικών της ύπαρξης, του σύμπαντος και των διασταυρώσεών τους. Πάνω στο δίπολο της κατασκευής και της κατάρριψης των μύθων, της σύνθεσης και της αποδόμησής τους, ισορροπεί, αλλά καμιά φορά γλιστράει και γκρεμίζεται, η Ιστορία της απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος.

Και αυτή η Ιστορία για να μπορέσει να υπάρξει, πρέπει με κάποιον τρόπο να αφηγηθεί. Πρέπει τα άτομα να γίνουν πρόσωπα. Να μοιραστούν οι ρόλοι. Πρέπει να αναδειχθούν σε ήρωες οι πρωταγωνιστές της.

Η αφήγηση, είτε με την ακατέργαστη λαϊκή της μορφή είτε με την μετέπειτα οργανωμένη έντεχνη απόδοσή της, ξεκινάει, έστω και αναδρομικά, με την ίδια τη δημιουργία του κόσμου και της ζωής. Με την διερεύνηση των ακατανόητων αιτιών αυτής της δημιουργίας. Οι θεογονίες προηγούνται των ηρωικών επών. Η θεολογία υπεξαιρεί ιστορίες από το παγκόσμιο μυθοπλαστικό υποσυνείδητο. Η δημιουργία-κοσμογονία αναπόφευκτα αποτελεί το πρώτο της θέμα της τέχνης της αφήγησης. Πρέπει να προηγηθούν οι ήρωες- δημιουργοί για να υπάρξουν στη συνέχεια οι ήρωες- δημιουργήματα.

Οι πρώτοι θα κληροδοτήσουν τις ιστορίες τους στους δεύτερους. Η αποδοχή ή η αποποίηση αυτής της κληρονομιάς θα κρίνει και την εξέλιξη της Ιστορίας της αφήγησης.

Η «Δημιουργία», όρος καταρχάς θεολογικός, θα προσκολλήσει στη μυθοπλασία την αγωνιώδη αναζήτηση της ανωτέρας δύναμης και τις απόπειρες ερμηνείας των πράξεων και των παραλείψεων αυτής. Για να οδηγήσει στη συνέχεια στη γέννηση του, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με τη δύναμη αυτή, μυθοπλάστη-δημιουργού. Στην εγκαθίδρυση του ιερού –εκ θέσεως– θεσμού του αφηγητή. Του αφηγητή που δεν αρκείται, δηλαδή, στο να ερμηνεύει τα μυστήρια του σύμπαντος και της ψυχής, αλλά και που προχωράει στην κατασκευή των δικών του συμπάντων και στον εμπλουτισμό τους με τους απαραίτητους ήρωες- ψυχές, που στο εξής θα μας συναγωνίζονται και θα αποτελούν το μόνο εν τέλει διαχρονικό μέτρο σύγκρισης στο κυρίαρχο είδος του πλανήτη.

Η λογοτεχνία θα αποκολληθεί από τη λαϊκή μυθοπλασία και θα αρχίσει να κάνει τα πρώτα της αυτοδύναμα βήματα, όταν τα πλάσματα της οργανωμένης πλέον φαντασίας μας δε θα είναι πια τα τέρατα που αναστατώνουνε τις νύχτες μας και οι ανεξερεύνητοι κύριοι των τρομερών δυνάμεων της φύσης, αλλά τα πρόσωπα που φοβόμαστε πως μπορεί κάποτε να γίνουμε σαν και αυτά ή που μας κάνουν να απελπιζόμαστε επειδή ποτέ δε θα καταφέρουμε να τους μοιάσουμε.

Οι ήρωες θα είναι κάποιοι από εμάς, ακόμα και όταν οι δημιουργοί τους προτιμούν να ισχυρίζονται πως δεν είναι του κόσμου ετούτου. Θα δρουν και θα αντιδρούν στο όνομα και πάντα για λογαριασμό μας, ακόμα και όταν μας περιφρονούν. Ακόμα και όταν αποστρέφονται την ίδια τους τη φύση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

16012016

Αυτός ο κόσμος είναι τόσο μικρός, αλλά και τόσο μεγάλος. Χωρά όλη τη χαρά και τον πόνο, χωρά γίγαντες και νάνους, χωρά εσένα κι εμένα, χωρά τα δέντρα και βράχους πελώριους – πίσω από τις λεπίδες του χορταριού, μέσα σε βράχους, στο νερό το ίδιο κάτι ανασαίνει μικρό μα και μεγάλο.

Παραμύθια για μικρούς και μεγάλους κόσμους, για κόσμους παράλληλους.

Αφηγείται η Τίνα Λυγδοπούλου στο Βιβλιοπωλείο «Περιπλανήσεις» (στο Μετς – Μάρκου Μουσούρου 22) στις 16 Ιανουαρίου και ώρα 20:00.

Μια φορά ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να παν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε. Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:

– Ώρα καλή, παλληκάρια.

– Πολλά τα έτη, παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε:

– Κάθησε, παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.

Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθησε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.

– Τι θα ήθελες, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;

– Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.

– Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;

– Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κ’ έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισεν ο τόπος απ’ τα πρόβατα. Σηκώθηκε αυτός, μάζεψε τα πρόβατα, απόμεινεν εκεί. Οι άλλοι δύο με το γέρο πήραν πάλι το δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σ’ ένα λόγγο. Ρωτάει ο γέρος τώρα το δεύτερο:

– Τι θα ήθελες εσύ, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;

– Εγώ θα ήθελα, παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.

– Καλά, του λέει ο γέρος, αφού θα έχεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;

– Θα δίνω, του λέει.

Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό απόμεινε εκεί κ’ έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι το δρόμο. Σαν έφτασαν σ’ ένα σταυροδρόμι, κάθησαν στη βρύση που ήταν εκεί, για να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού:

– Αμ’ δε ζητάς κ’ εσύ τίποτε;

– Εγώ, παππούλη, θα ήθελα απ’ αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.

– Και θα δίνεις στους φτώχους μέλι, άμα σου ζητούν;

– Θα δίνω.

Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη και αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε στους φτωχούς τους στρατοκόπους. Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του. Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί αφήκεν ένα υπηρέτη στη βρύση, να μοιράζει μέλι κι αυτός ξεκίνησε να πάει να ιδεί τ’ αδέρφια του, γιατί τα επεθύμησε.

Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα. Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κ’ έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει:

– Είδες; Ό,τι είπαν τ’ αδέρφια σου δεν το έκαμαν. Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι’ αυτό κ’ εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα. Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου.

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέος έγινεν άφαντος.

Πηγή: Γ. Μ. Μέγας (επιμ.) (2004:189-191) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – ΤΟΜΟΣ Α’, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ ΑΕ, Αθήνα

afigisi19122015

Ακροβατώντας ανάμεσα στο «έχω» και το «είμαι», αναζητούμε τρόπους να υπάρξουμε. Έτσι και οι ήρωες ή οι ηρωίδες των παραμυθιών, αναζητούν τη διαφορά ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο, στέκονται σε μια φρατζόλα ψωμί (και πληρώνουν τις συνέπειες της ύβρης), σκαρφαλώνουν ένα βουνό για να ζητήσουν μια ασημένια τρίχα στο στέρνο της αρκούδας, συναντούν δύο λύκους, «ζυγίζουν» την αξία που έχει η μυρωδιά της σούπας κι αναρωτιούνται τι είναι αυτό που τελικά αρκεί.
Και προχωρώντας ένα δρόμο σπαρμένο απρόοπτα και προκλήσεις, συνειδητοποιούν πως αυτό που τις κρατά ζωντανές, αυτό που τους «στεγάζει» δεν είναι παρά η ίδια η ανθρώπινη υπόστασή τους…

Το ερχόμενο Σάββατο (όπως και κάθε τρίτο Σάββατο του μήνα), στις 19/12 και ώρα 20:00 η Τίνα Λυγδοπούλου αφηγείται παραμύθια στο Βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, Μάρκου Μουσούρου 22, Μετς/ 2109240619.

 

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός χρόνος ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Advertisements
Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

Bealtaine Cottage

Colette O'Neill... Author, Publisher, photographer. Creator of Goddess Permaculture.

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Living a Mythic Life in the Modern Age

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Seedzen

Telling Other Stories

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach