You are currently browsing the tag archive for the ‘άνθρωποι’ tag.

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα – πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα –
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.htm

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς  ἐπιστροφῆς μας νὰ χα-
ράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς  πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν  ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς  σελήνης.

Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη
τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς  ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ
Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους,  ἄλλοι  ρητο-
ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου
τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν  πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν
τὸ πεῦκο, καὶ τὸν  βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δεί-
χνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατί τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατί εἶναι ζωντανὴ
γιατί εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν  πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε…»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.

 

Γιώργος Σεφέρης, Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis

ptisi

 

748927_tumblr_ndlk0iiWGh1s5cyzso1_1280[…] Γιατί αποδεχόμαστε το ηθικό, κοινωνικό περιβάλλον όταν γνωρίζουμε πολύ καλά πως είναι τελείως ανήθικο, γνωρίζοντάς τα αυτά – όχι απλά και μόνο συναισθηματικά ή συγκινησιακά, αλλά παρακολουθώντας τον κόσμο και τον εαυτό μας – γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο; Γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν δημιουργεί αληθινά ανθρώπινα όντα, αλλά μηχανικές οντότητες γυμνασμένες για να αποδέχονται ορισμένες δουλειές και τελικά να πεθαίνουν; Η παιδεία, η επιστήμη και η θρησκεία δεν έχουν λύσει καθόλου τα προβλήματά μας.

Κοιτάζοντας όλη αυτή τη σύγχυση, γιατί ο καθένας μας αποδέχεται και συμβιβάζεται, αντί να διαλύει όλη τη διαδικασία μέσα μας; Νομίζω πως θα ‘πρεπε να κάνουμε αυτή την ερώτηση, όχι διανοητικά, ούτε με το σκοπό να βρούμε κάποιον θεό, κάποια συνειδητοποίηση, κάποια αλλόκοτη ευτυχία που αναπόφευκτα οδηγεί σε διάφορα είδη φυγής, αλλά κοιτάζοντάς την πολύ ήσυχα, με σταθερό βλέμμα, χωρίς καμμία κρίση και αξιολόγηση. Θα ‘πρεπε να ρωτήσουμε, σαν ώριμοι άνθρωποι, γιατί ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο – γιατί ζούμε, αγωνιζόμαστε και πεθαίνουμε. Και όταν κάνουμε πράγματι μια τέτοια ερώτηση, σοβαρά, με απόλυτη διάθεση να την καταλάβουμε, οι φιλοσοφίες, οι θεωρίες, οι κερδοσκοπικοί ιδεασμοί δεν έχουν καμμία απολύτως θέση. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι ή αυτό που μπορεί να είναι ή μια αρχή που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ή η θρησκεία ή ο γκουρού που θα έπρεπε ν’ αναζητήσουμε. Όλες αυτές οι αποκρίσεις είναι ολοφάνερα χωρίς κανένα νόημα όταν αντιμετωπίζετε αυτή τη σύγχυση, τη μιζέρια και τη συνεχή σύγκρουση στην οποία ζούμε. Μετατρέψαμε τη ζωή σ’ ένα πεδίο μάχης, κάθε οικογένεια, κάθε ομάδα, κάθε έθνος εναντίον του άλλου. Βλέποντάς τα όλα αυτά, όχι σαν μια ιδέα, αλλά σαν κάτι που το παρατηρείτε αληθινά, που το αντιμετωπίζετε, θα ρωτήσετε τον εαυτό σας γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Γιατί συνεχίζουμε μ’ αυτόν τον τρόπο, χωρίς να ζούμε και χωρίς ν’ αγαπάμε, αλλά γεμάτοι φόβο και τρόμο μέχρι να πεθάνουμε;

Όταν κάνετε αυτή την ερώτηση, τί θα κάνετε; Δεν μπορούν να την κάνουν αυτοί οι άνθρωποι που είναι άνετα συμβιβασμένοι με γνωστά ιδανικά, σ’ ένα άνετο σπίτι με λίγα χρήματα και που είναι αντικείμενο μεγάλης εκτίμησης, οι αστοί. Αν κάνουν κάποτε ερωτήσεις, αυτό το είδος των ανθρώπων τις μεταφράζει σύμφωνα με τις ατομικές του απαιτήσεις για ικανοποίηση. Αλλά μια και αυτό είναι ένα πολύ ανθρώπινο, πολύ συνηθισμένο πρόβλημα, που αγγίζει τη ζωή του καθένα μας, πλούσιου και φτωχού, νέου και γέρου, γιατί ζούμε αυτή τη μονότονη, τη χωρίς νόημα ζωή; Πηγαίνοντας στο γραφείο ή δουλεύοντας σ’ ένα εργαστήριο ή σ’ ένα εργοστάσιο για σαράντα χρόνια, κάνοντας λίγα παιδιά, μορφώνοντάς τα με παράλογους τρόπους, και μετά πεθαίνοντας; Νομίζω πως θα ‘πρεπε αυτήν την ερώτηση μ’ όλο σας το είναι, για να μάθετε. Μετά μπορείτε να κάνετε την επόμενη ερώτηση: το αν τα ανθρώπινα όντα μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ ριζικά, βασικά, ώστε να μπορούν να κοιτάζουν τον κόσμο απ’ την αρχή με διαφορετικά μάτια, με διαφορετική καρδιά, που δεν είναι πια γεμάτη μίσος, με ανταγωνισμό, με φυλετικές προκαταλήψεις, αλλά μ’ ένα νου που είναι πολύ καθαρός, που έχει υπερβολική ενέργεια.

Βλέποντάς τα όλα αυτά – τους πολέμους, τους παράλογους διαχωρισμούς που έχουν προκαλέσει οι θρησκείες, το χωρισμό ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα, την οικογένεια σ’ αντίθεση με όλον τον υπόλοιπο κόσμο, το κάθε ανθρώπινο ον που αρπάζεται από κάποιο αλλόκοτο ιδανικό, χωρίζοντας τον εαυτό του σε «εμένα» και «εσένα», «εμάς» και «αυτούς» – βλέποντάς τα όλα αυτά, και αντικειμενικά και ψυχολογικά, παραμένει μόνο μια ερώτηση, ένα βασικό πρόβλημα και αυτό είναι αν ο ανθρώπινος νους, που έχει προσδιοριστεί τόσο έντονα, μπορεί ν’ αλλάξει. Όχι σε κάποια μελλοντική μετεμψύχωση, όχι στο τέλος της ζωής, αλλά ν’ αλλάξει ριζικά τώρα, ώστε να γίνει ο νους καινούργιος, φρέσκος, νέος, αθώος, ξαλαφρωμένος, ώστε να ξέρουμε τι σημαίνει ν’ αγαπάμε και να ζούμε ειρηνικά. Νομίζω πως αυτό είναι το μόνο πρόβλημα. Όταν λυθεί, κάθε άλλο πρόβλημα – οικονομικό ή κοινωνικό, όλα αυτά τα πράγματα που καταλήγουν σε πολέμους – θα τελειώσουν και θα υπάρχει μια διαφορετική δομή στην κοινωνία. Λοιπόν, η ερώτησή μας είναι, αν ο νους, το μυαλό και η καρδιά μπορούν να ζήσουν σαν να ήταν η πρώτη φορά, αμόλυντα, φρέσκα, αθώα, γνωρίζοντας τι σημαίνει να ζει κανείς ευτυχισμένα, εκστατικά, με βαθιά αγάπη. Ξέρετε, υπάρχει κίνδυνος στο ν’ ακούσετε ρητορικές ερωτήσεις. Αυτή η ερώτηση δεν είναι καθόλου ρητορική – είναι η ζωή μας. Δεν μας απασχολούν οι λέξεις ή οι ιδέες. Οι περισσότεροι από μας παγιδεύονται στις λέξεις χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται ποτέ σε βάθος πως η λέξη δεν είναι ποτέ το πράγμα, πως η περιγραφή δεν είναι ποτέ το πράγμα που περιγράφεται. […] Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη
παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.
Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,
αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.
Είμαστε το ποτάμι κι ο Έλληνας εκείνος
που κοιτάζεται στο ποτάμι. Η αντανάκλασή του
αλλάζει στο νερό του εναλλασσόμενου καθρέφτη
στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.
Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι
όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.
Όλα μάς αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.
Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.
Και ασφαλώς κάτι υπάρχει που απομένει
και ασφαλώς κάτι υπάρχει που θρηνεί.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποιήματα», Ελληνικά Γράμματα

Πηγή: http://itzikas.wordpress.com

LucasFoglia_NaturalOrder_354

Φωτογραφία του Lucas Foglia από τo πρότζεκτ «A Natural Order»: Stefanie Bathing, Wildroots Homestead, North Carolina 2008

Πεντέλη, ἄνοιξη

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis

Με ελληνικούς υποτίτλους εδώ

Στην αρχή, ο ουρανός βρισκόταν κοντά στη Γη.

Τις μέρες εκείνες, οι άνθρωποι δεν χρειαζόντουσαν να καλλιεργούν τη γη, διότι όποτε ένιωθαν πεινασμένοι, δεν είχαν παρά να κόψουν μια φετούλα ουρανό. Αυτό έτρωγαν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«Άνθρωπος σε φορτωμένο γάιδαρο» του Wallace Hulley

Μια μέρα ο Ναστραδίν Χότζας γυρνούσε από το παζάρι. Είχε αγοράσει ένα γάιδαρο και τον τραβούσε με το καπίστρι.

Τον είδα δυο κλέφτες και σκαρφίστηκαν να του τον πάρουν. Πλησιάζει σιγά σιγά ο ένας και, χωρίς να καταλάβει τίποτα ο Χότζας, βγάζει το καπίστρι, το περνάει στο λαιμό του και κάνει εκείνος το γάιδαρο. Ο άλλος αρπάζει το ζωντανό και γίνεται άφαντος.

Ο κλέφτης, σαν είδε πως απομακρύνθηκε ο σύντροφός του, αρχίζει τάχατες να πεισμώνει και να μην προχωρεί. Τραβάει, ξανατραβάει ο Χότζας, τίποτα – οπότε γυρίζει πίσω και βλέπει πως έσερνε άνθρωπο!

«Ποιός είσαι συ;», ρωτάει ξαφνιασμένος.

«Μην τα ρωτάς Χότζα μου», αποκρίνεται εκείνος, «μονάχα σπλαχνίσου με! Χθες ήμουνα κι εγώ άνθρωπος, μέθυσα και βάρεσα τη μάνα μου. Εκείνη με καταράστηκε κι αμέσως έγινα ζώο. Σήμερα μ’ έφεραν και με πούλησαν στην αγορά. Ευτυχώς που μ’ αγόρασες εσύ – ένας άγιος άνθρωπος – κι ο Αλλάχ με ξανάκανε άνθρωπο!»

«Πήγαινε, παιδί μου, στο σπίτι σου» αποκρίνεται ο Χότζας και πρόσεχε μην ξαναστενοχωρήσεις τη μάνα σου!»

Σε λίγες μέρες ο Χότζας ξαναπηγαίνει στο παζάρι γι’ άλλο γαϊδούρι. Κατάπληκτος βλέπει τον ντελάλη να διαλαλεί τον ίδιο το γάιδαρό του. Πλησιάζει και του λέει στ’ αυτί

«Ου να χαθείς παλιογομάρι, πάλι μέθυσες και βάρεσες τη μάνα σου. Έλα δω, γιατί εσύ δε γίνεσαι με τίποτα άνθρωπος!»

Πηγή: Σοφοκλής Δημητρακόπουλος (επιμ.) (1988:66-67) Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΝΑΣΤΡΑΔΙΝ ΧΟΤΖΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα

Όπως ο ναύτης στα ξάρτια γλίστρησε πάνω στον τροπικό του Καρκίνου και στον τροπικό του Αιγόκερω

κι ήταν πολύ φυσικό που δεν μπορούσε να σταματήσει μπροστά μας στο ύψος ανθρώπου

αλλά μας κοίταζε όλους από το ύψος της πυγολαμπίδας ή από το ύψος του πεύκου

παίρνοντας βαθιά την ανάσα του στη δροσιά των άστρων ή στη σκόνη της γης.

Τον περιστοίχιζαν γυμνές γυναίκες με μπρούντζινα φύλλα αραποσυκιάς

σβησμένοι φανοστάτες ανεμίζοντας τους κηλιδωμένους επίδεσμους της μεγάλης πολιτείας

ασύμμετρα κορμιά γεννοβολώντας κενταύρους και αμαζόνες

σαν άγγιζαν τα μαλλιά τους το Γαλαξία.
Και πέρασαν μέρες από την πρώτη στιγμή που μας χαιρέτησε βγάζοντας κι ακουμπώντας το κεφάλι του στο σιδερένιο τραπεζάκι

καθώς η όψη της Πολωνίας άλλαζε σχήμα σα μελανιά που την πίνει το στουπόχαρτο

και ταξιδεύαμε ανάμεσα σ’ ακρογιαλιές νησιών γυμνές σαν κόκαλο ψαριού παράξενο στην άμμο

κι ήταν ολάκερος ο ουρανός ένα μεγάλο φτερό περιστεριού μ’ ένα ρυθμό σιωπής, άδειος κάτασπρος

και τα δελφίνια κάτω από το χρωματιστό νερό μαυρίζανε γρήγορα σαν τα κινήματα της ψυχής

όμοια με τα κινήματα της φαντασίας και με τα χέρια των ανθρώπων που ψηλαφούν και σκοτώνουνται μέσα στον ύπνο

μέσα στο μεγάλο φλούδι του ύπνου που μας τυλίγει αχάραχτο, κοινό για όλους μας, ο κοινός μας τάφος

με μικροσκοπικά κρύσταλλα γυαλίζοντας σπασμένα από την κίνηση των ερπετών.

Κι όμως τα πάντα ήταν λευκά γιατί ο μεγάλος ύπνος είναι λευκός κι ο μεγάλος θάνατος ήσυχος γαλήνιος ξεχωριστός μέσα σε μια απέραντη σιγή.

Και το κακάρισμα της φραγκόκοτας την αυγή κι ο κόκορας που λάλησε πέφτοντας σ’ ένα βαθύ πηγάδι

κι η φωτιά στο πλάι του βουνού σηκώνοντας παλάμες από σούρφανο και φύλλα του φθινοπώρου

και το καράβι με τις διχαλωτές ωμοπλάτες πιο τρυφερές από το πλάγιασμα της πρώτης μας αγάπης,

ήτανε πράγματα απομονωμένα πιότερο ακόμη κι από το ποίημα

που άφησες σαν έπεσες βαρύς μαζί με την τελευταία του λέξη

χωρίς να ξέρεις τίποτε πια μέσα στους άσπρους βολβούς των τυφλών και τα σεντόνια

που ξεδιπλώνεις μέσα στον πυρετό για να σκεπάσεις την καθημερινή συνοδεία

των όντων που δε ματώνουν όσο και να χτυπιούνται με τα πελέκια και με τα νύχια·

ήτανε πράγματα χωριστά βαλμένα αλλού και τα σκαλιά του ασβέστη

κατέβαιναν ώς το κατώφλι των περασμένων και βρίσκανε τη σιγή και δεν άνοιγε η πόρτα

κι έλεγες πως οι φίλοι σου χτυπούσαν δυνατά με μια μεγάλη απόγνωση κι ήσουν κι εσύ μαζί τους

αλλά δεν άκουγες τίποτε κι ανέβαιναν γύρω σου βουβά δελφίνια μέσα στα φύκια.

Και στύλωνες πάλι τα μάτια κι ο άνθρωπος αυτός με τα δαγκώματα των τροπικών στο δέρμα

βάζοντας τα μαύρα του γυαλιά σα να ’θελε να δουλέψει με τη φλόγα του οξυγόνου

έλεγε ταπεινά προσέχοντας και σταματώντας στην κάθε του λέξη:

«Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει

και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους

κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων

γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου».

[Ύδρα – Αθήνα, Νοέμβρης 1939]

Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες
μὲς ἀπὸ μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,
ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ισα, μὲς ἀπὸ σένα,
κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας μας
μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους –
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

Νικηφόρος Βρεττάκος

William-Adolphe Bouguereau «Δρυάς»

Κάποτε, πολύ παλιά, αλλά ίσως πάλι όχι και τόσο παλιά, οι άνθρωποι πίστευαν πως τα δέντρα έχουν ψυχές. Και κάποιοι μάλιστα υποστήριζαν πως στους κορμούς τους κατοικούνε νύμφες. Τις νύμφες άλλοι τις ονόμαζαν Δρυάδες κι άλλοι Δεντροκόρες. Οι άνθρωποι των καιρών εκείνων τιμούσαν τα δέντρα. Έτρωγαν τους καρπούς τους, ξάπλωναν κάτω απ’ τη σκιά τους, κρεμούσαν τις κούνιες των παιδιών τους στα κλαδιά τους. Ακόμα και τα σπίτια τους τα κατασκεύαζαν ψηλά στις κορφές των δέντρων.
Κανείς δεν είχε δει ποτέ τις Δεντροκόρες. Μόνο κάτι ονειροπαρμένοι επέμεναν ότι είναι λεπτές σαν το μίσχο μιας ανεμώνης, ότι δεν περπατούν αλλά σχεδόν αιωρούνται και πως οι φωνές τους ηχούν σαν το θρόισμα των φύλλων – πρέπει να έχεις καλά τεντωμένα τα αυτιά σου, αν θέλεις να ξεχωρίσεις τις φωνές τους ανάμεσα στα δέντρα.
Από την κορφή των δέντρων οι κάτοικοι των καιρών εκείνων αγνάντευαν ώρες: το πιο μακρινό βουνό, τις πεδιάδες ολόγυρα, τη λίμνη τους, τα ποτάμια… Καθόντουσαν ψηλά και παρατηρούσαν τον κόσμο να ξεδιπλώνεται κάτω απ’ τα πόδια τους, τη μέρα να διαδέχεται τη νύχτα, τη βροχή να εναλλάσσεται με χιόνι, χαλάζι, λιακάδα, αέρα, το καλοκαίρι ν’ ακολουθεί την άνοιξη, το χειμώνα, το φθινόπωρο.
Κάποτε, κάποιοι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τον ήλιο. Στεκόντουσαν στα δέντρα και έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Αχ, εμείς δεν είμαστε παιδιά των δέντρων. Είμαστε παιδιά του ήλιου. Κοιτάξτε πως λάμπει!» Καθώς η μια γενιά διαδεχόταν την άλλη, όλο και περισσότεροι θαύμαζαν τη λαμπρότητά του. Τώρα πια οι άνθρωποι ονειρευόντουσαν διαρκώς πως να τον φτάσουν, να τον αγγίξουν. Ξέχασαν τις ιστορίες που τους διηγούνταν οι γιαγιάδες τους για τις Δεντροκόρες και κανείς δεν αναζητούσε πια το θρόισμα των λόγων τους ανάμεσα σε κλαδιά και φύλλα.
Δεν άργησε να έρθει η μέρα που άρχισαν να σωριάζουν το δέντρα στη γη. Επιθυμούσαν να φτιάξουν με τους κορμούς τους έναν πύργο τόσο ψηλό, που θα τους επέτρεπε να σταθούν στην κορφή του και ν’ απλώσουν τα χέρια ν’ αγγίξουν την πύρινη σφαίρα. Νύχτα-μέρα τα τσεκούρια και τα πριόνια δούλευαν. Όλοι είχαν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Κανείς δε σταματούσε λεπτό. Μόνο τις νυχτερινές ώρες του ύπνου, μια γυναίκα τριγυρνούσε στους δρόμους σπαράζοντας «τρελοί, τυφλοί, ανόητοι, καταραμένοι!». Μόνο που κανείς δεν έδινε σημασία στις φωνές της και κάποτε η γυναίκα έπαψε να οδύρεται και να φωνάζει. Ούτε που ρώτησαν να μάθουν ποια ήταν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο Vittorio Arrigoni ήταν ένας ακτιβιστής που εργαζόταν για την ειρήνη. Γεννήθηκε στην Ιταλία και πέθανε στη Γάζα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Παλαιστίνη έγραφε συχνά στο ημερολόγιό του. Σε μια απόπειρα ευαισθητοποίησης του ευρύτερου κοινού για το ζήτημα, 19 διαφορετικοί καλλιτέχνες κι ακτιβιστές διαβάζουν στην κάμερα 19 κεφάλαια από το ημερολόγιό του, τα οποία αφορούν τους βομβαρδισμούς στη Γάζα (επιχείρηση Cast Lead: 2008-2009). Τίτλος του πρότζεκτ: «ας παραμείνουμε άνθρωποι». Πρόκειται για ένα φιλμ ανάγνωσης. Μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς στο σύνολό του ή σε αποσπάσματα. Στο βίντεο που ακολουθεί ορισμένοι από τους αναγνώστες εκφράζουν τις σκέψεις τους σχετικά με τη μακροχρόνια αυτή σύγκρουση στην περιοχή.

Με ελληνικούς υποτίτλους εδώ.

«Creation of Adam», Michelangelo (λεπτομέρεια)

Ο Θεός δημιούργησε όλο τον κόσμο και την έβδομη μέρα σκέφτηκε ότι είχε τελειώσει το έργο του. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι είχε παραλείψει να κάνει κάτι. Δεν είχε δημιουργήσει τίποτε για την υπομονή και δεν ήξερε που να βρει το πιο κατάλληλο μέρος για να τη βάλει.

Ο Θεός άρχισε ν’ αναρωτιέται τι να κάνει. Πρώτα απ’ όλα αποφάσισε να προικίσει το νερό μ’ αυτήν κι έτσι έκανε, αλλά το νερό στέγνωσε. Τότε ο Θεός προσπάθησε να προικίσει το δέντρο με υπομονή, αλλά το δέντρο βάρυνε πολύ, τα κλαδιά του λύγισαν, έσπασαν και σάπισαν. Έπειτα ο Θεός πήγε στο βράχο και είπε: «Βράχε! σου δίνω τη δύναμη της υπομονής». Αλλά ο βράχος δεν άντεξε το βάρος κι έσπασε και διαλύθηκε σε πέτρες και άμμο.
Τελικά κατάλαβε ο Θεός ότι έπρεπε να δώσει την υπομονή στον άνθρωπο, ο οποίος ζούσε στο παράδεισο. Κι έτσι έκανε λοιπόν και ο άνθρωπος βόγκηξε από απελπισία, αναστέναξε αλλά τελικά άντεξε. Από τότε οι άνθρωποι μπορούν κι αντέχουν περισσότερο από το νερό, το δέντρο ή την πέτρα.

Τσιγγάνικα παραμύθια

«Corn painting», Diego Rivera

«Όταν ο κόσμος κοιμόταν και δεν ήθελε να ξυπνήσει, οι μεγάλοι θεοί έκαναν την συνέλευσή τους για να αποφασίσουν για τις δουλειές κι έτσι συμφώνησαν να φτιάξουν τον κόσμο και να φτιάξουν τους άντρες και τις γυναίκες. Και ήρθε στη σκέψη των περισσότερων από τους θεούς να φτιάξουν τον κόσμο και τους ανθρώπους και σκέφτηκαν να τους φτιάξουν και να είναι πολύ όμορφοι και να αντέχουν πολύ στο χρόνο και έτσι έφτιαξαν τους πρώτους ανθρώπους από χρυσάφι κι έμειναν ευχαριστημένοι οι θεοί γιατί οι άνθρωποι που έφτιαξαν ήταν λαμπεροί και δυνατοί.

Αλλά τότε οι θεοί κατάλαβαν ότι οι άνθρωποι από χρυσάφι δεν κουνιόντουσαν, έστεκαν πάντα χωρίς να περπατούν ή να δουλεύουν, γιατί ήταν πολύ βαριοί.

Κι έτσι συγκεντρώθηκε η κοινότητα των θεών για να βγάλει απόφαση πως θα λύσουν αυτό το πρόβλημα κι έτσι βγάλαν απόφαση να κάνουν κι άλλους ανθρώπους και τους έκαναν από ξύλο κι αυτοί οι άνθρωποι είχαν το χρώμα του ξύλου και δούλευαν πολύ και πολύ περπατούσαν κι οι θεοί ήταν πάλι ευχαριστημένοι γιατί ο άνθρωπος πια δούλευε και περπατούσε κι ήταν πια έτοιμοι να πάνε να το γιορτάσουν, όταν κατάλαβαν πως οι άνθρωποι από χρυσάφι ανάγκαζαν τους ανθρώπους από ξύλο να τους φορτώνονται στη πλάτη και να δουλεύουν γι’ αυτούς.

Κι έτσι οι θεοί είδαν ότι ήταν λάθος αυτό που έκαναν και έτσι κάθισαν να συμφωνήσουν για να δουν πως θα διορθώσουν την κατάσταση κι έτσι πήραν απόφαση να φτιάξουν ανθρώπους από καλαμπόκι, τους ανθρώπους τους καλούς, τους άντρες και τις γυναίκες τους αληθινούς, και πήγαν να κοιμηθούν κι έμειναν οι άνθρωποι από καλαμπόκι, οι άντρες κι οι γυναίκες οι αληθινοί, να δουν πώς να διορθώσουν τα πράγματα γιατί οι θεοί πήγαν για ύπνο.
Κι οι άνθρωποι από καλαμπόκι μίλησαν την γλώσσα την αληθινή για να βγάλουν απόφαση μεταξύ τους και φύγαν για τα βουνά για να δουν πώς να φτιάξουν έναν καλό δρόμο για όλους τους ανθρώπους».

Μου διηγήθηκε ο γερο-Αντόνιο πως οι άνθρωποι από χρυσάφι ήταν οι πλούσιοι, με το λευκό το δέρμα, κι ότι οι άνθρωποι από ξύλο ήταν οι φτωχοί, με το σκούρο δέρμα, που δουλεύαν για τους πλούσιους και πάντα τους φορτώνονταν κι ότι οι άνθρωποι από χρυσάφι κι οι άνθρωπο από ξύλο περιμένουν την άφιξη των ανθρώπων από καλαμπόκι, οι πρώτοι με φόβο κι οι δεύτεροι μ’ ελπίδα.

Ρώτησα το γερο-Αντόνιο τι χρώμα ήταν το δέρμα των ανθρώπων από καλαμπόκι και μου ‘δειξε διάφορους τύπους καλαμποκιού, με διάφορα χρώματα, και μου ‘πε πως ήταν από όλα τα δέρματα, αλλά κανείς δεν ήξερε καλά, γιατί οι άντρες από καλαμπόκι, οι άντρες κι οι γυναίκες οι αληθινοί, δεν είχαν πρόσωπο…

Μια ιστορία των Μάγιας, εδώ ως απόσπασμα από το βιβλίο Ιστορίες του γερο-Αντόνιο, του Subcomandante Insurgente Marcos, πηγή: http://www.asante.gr/stiles/2009-08-12-09-45-21/26-2009-08-13-11-46-43/1117-anthropoi-kalampoki.html

«Εγχειρίδιο του Σιναπόσπορου», Δυναστεία των Qing

Αυτό που γνωρίζει ο άνθρωπος δεν συγκρίνεται μ’ εκείνο που δεν γνωρίζει. Τα χρόνια της ζωής του δε μπορούν να συγκριθούν με τα χρόνια πριν τη γέννησή του. Πασχίζοντας με το μικρό να μετρήσει το μεγάλο οδηγείται σε σύγχυση και δεν φτάνει στο σκοπό του. Πώς λοιπόν μπορεί κανείς να πει ότι η άκρη μιας τρίχας είναι το έσχατο της μικρότητας και το σύμπαν το έσχατο της μεγαλοσύνης;

Σ’ όλο τον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο ή μικρό. Το σύμπαν, είναι μικρό σαν ένας σπόρος σιναπιού. Η άκρη μιας τρίχας, είναι μεγάλη σαν ένα βουνό.

Πηγή: Γιάννης Υφαντής (2001:202) ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ – Σούφι, Ινδοί, Ταό, Ζεν, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.

ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

...ας αναλογιστούμε λίγο την έννοιας της φωνής (είτε γραπτής, είτε προφορικής) - φύεται στο φως ή μάλλον φως και φωνή ριζώνουν στο ένα και ίδιο 'φω'... έτσι δια-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω κάτι προσεγγίζοντάς το από διαφορετικά σημεία θέασης, ενώ συμ-φωνώ σημαίνει ότι φωτίζω ένα θέμα από συμπληρωματικά σημεία θέασης... όπως και να 'χει, εν αρχή είν' η φωνή... δηλαδή το φως!

(ΕΞ)ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ…

ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ

Γη Ινδία Τίνα Λυ. Τίνα Λυγδοπούλου άνθρωποι άνθρωπος άνοιξη έρωτας ήλιος αγάπη αλλαγές αναζήτηση αυτογνωσία αυτόχθονες αφήγηση αφήγηση παραμυθιών βίντεο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις βροχή γυναίκες δάσος δέντρα δημιουργικότητα διαφορετικές ματιές δύναμη εαυτός εκπαίδευση ελευθερία εξιστόρηση εποχές ζωή ζωή & θάνατος ζωγραφική ζώα η τέχνη ως μέσο κοινωνικής-πολιτισμικής εμψύχωσης θάλασσα ιστορίες κείμενα κινούμενα σχέδια κοινωνικές αφηγήσεις κοινωνικές ταυτότητες κόσμος λαϊκά παραμύθια μαγικά παραμύθια μετανάστες & πρόσφυγες μουσική μύθοι νερό ντοκυμαντέρ νύχτα ο Άλλος ουρανός παιδιά παραμύθια παραμύθια σοφίας ποίηση πουλιά προφορική αφήγηση πόλη σκοτάδι & φως στερεότυπα συνύπαρξη σχέσεις σχέση φυσικού-κοινωνικού περιβάλλοντος σύμπαν ταινίες μικρού μήκους τροφή για το νου & την καρδιά φεγγάρι φωτογραφία φύλο φύση χειμώνας χορός ψυχή όνειρα

ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ…

Αν θέλεις να λαμβάνεις ειδοποίηση μέσω ηλ. ταχυδρομείου, κάθε φορά που αναρτούμε νέο κείμενο, συμπλήρωσε τη διεύθυνσή σου εδώ.

Σπόροι στην Πόλη

Ομάδες φύλαξης και καλλιέργειας των παραδοσιακών σπόρων στην Αττική - μας ενώνει η αγάπη και η φροντίδα μας για το σπόρο: το σπόρο ως πηγή ζωής και ως κοινό αγαθό και όχι ως πατενταρισμένο προϊόν προς εμπορική εκμετάλλευση.

Bealtaine Cottage ~ Home of Goddess Permaculture and Earth Healing

Colette O'Neill, Innovator of Goddess Permaculture ~Plantswoman ~ Teacher ~ Writer and Photographer

δρυάδες

δίκτυο σποροπαραγωγής για τη διατήρηση των παραδοσιακών ποικιλιών

ecologicalfeminism

Just another WordPress.com site

Les Sentiers de l’Utopie | Paths Through Utopia

A 7 month journey through Europe in search of Utopian ways of living despite capitalism.

Living in Circles - the blog

Towards a permanent, regenerative culture

Άλφα Κενταύρου Β

Άλφα Κενταύρου Β... επειδή κάποιες φορές ονειρευόμαστε και ταξιδεύουμε

Άλφα Κενταύρου Α

1ο Δ.Σ.Μελισσίων Τάξη Α1

Mataroa Research Network

Mataroa Research Network for a new Mediterranean Imaginary - Δίκτυο Έρευνας για ένα νέο Μεσογειακό Φαντασιακό - شبكة بحث (البحر الابيض) المتوسط - Yeni Akdeniz Hayali için Araştırma Ağı - Red de Investigación de un nuevo imaginario Mediterráneo - Rete di ricerca per un nuovo immaginario del Mediterraneo - Rrjeti Studim për një imagjinare të ri mesdhetar - Xarxa d'Investigació d'un nou imaginari Mediterrani - Réseau de recherche pour un nouvel imaginaire méditerranéen - Истраживачка мрежа за нову Медитерана имагинарног - רשת מחקר לדמיוני ים תיכוני חדש

The Herbarium

Blog for Traditional Herbalists in Times of Transition

A Grimm Project

242 fairy tales, 242 writing prompts.

Λάσπη στ' αστέρια

...ρεπορτάζ απο τη φύση (και όχι μόνο)

rationalinsurgent

Dedicated to spreading knowledge about nonviolent resistance

Το Σχολικό Δίκτυο των Ορέων

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Backstrap Weaving

My weaving , my indigenous teachers, my inspiration, tutorials and more........

Indigenize!

Rekindle Your Wild Joy and sense of deep Belonging through spiritual ecopsychology and the arts, incl. bioregional awareness, animistic perspectives, strategies for simple living, & low/no-tech DIY fun.

The Eldrum Tree

Join us under the Eldrum Tree! Plant lore, Herbal Shenanigans, Crafts, Creations and Writings on Nature.

Sommerzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Frühlingszeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Winterzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

Herbstzeit

Geschichten, Märchen und Gedichte

the slow mood movement

resisting the buying and selling of "fast moods"

Global Network on Sustainability and Education

community to cope with climate change by means of education

Deep Green Permaculture

Connecting People to Nature, Empowering People to Live Sustainably

PermaculturePower

Spreading the permaculture word - Create your own environment!

the GrowYourFood blog

Plant A Seed. Grow Organic. Eat What You Grow.

Folklore and Fairytales

Folkore, Fairy Tales, Myths and Legends from Around the World

Urban Botany

Just another WordPress.com site

Beginner's Guide to Sailing

Everything you need to know before you set sail

Radical Botany

Restoring the connection between native plants and humans

ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΑΤΑ

πουλάκια είν' και κελαηδούν, πουλάκια είν' και λένε............................ Γίνε ΕΚΔΟΤΗΣ του εαυτού σου (εκδώσου, καλέ! νταβατζήδες θέλεις;)

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και... όλα τα άλλα

ΦΑΣΟΥΛΙ

Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης

Συλλογικοί λαχανόκηποι

η επανάσταση της Γης και του ανθρώπου

Maze Dojo

Hand Drawn Mazes - see more at www.mazedojo.com

Ποίηση στη σκάλα

υπομονή για τον καιρό του θερισμού ||____||

Art Passions

Fairy tales are the myths we live by

Whispering Earth

Nature patiently waits and we have only to turn back to her to find relief from our suffering - Dr Bach